HomeΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣΆγιος Νικήτας: Στον πεντακάθαρο γιαλό και τώρα σκάει το κύμα

Άγιος Νικήτας: Στον πεντακάθαρο γιαλό και τώρα σκάει το κύμα

ΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΛΕΥΚΑΔΑΣ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΛΕΥΚΑΔΙΤΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ

Επιμέλεια: Πηνεπόλη Κοψιδά

ΑΙ-ΝΙΚΗΤΑΣ

Στον πεντακάθαρο γιαλό και τώρα σκάει το κύμα
σαν τότε που κυλιόμαστε γυμνοί στην αμμουδιά,
στον πεντακάθαρο γιαλό π΄αφήσαμε – τι κρίμα!-
σαν τότε παίζουν ξένοιαστα στο κύμα τα παιδιά…

Κι είναι όλα όπως τ΄αφήσαμε και φύγαμε μια μέρα,
για κάποιου ονείρου το τρελό κυνήγι, για μια πλάνη.
Μεσ΄τις ασημοπράσινες ελιές αργά η εσπέρα,
πέφτει σαν κάποιες μακρινές βραδιές πόχουν πεθάνει…

Ο Μύλος, η Φωκιότρυπα, η πέρα Μύτη, οι βράχοι,
καθόλου δεν αλλάξανε στο διάβα του καιρού,
μ΄αλλάξαμε κι αγνώριστοι γίναμ΄εμείς μονάχοι,
μεσ΄το τρελό κυνηγητό ονείρου απατηλού…

Τα είδωλα που στήσαμε μεσ΄στην ψυχή, θλιμμένα
συντρίμμια σωριαστήκανε κι απόμειναν γυμνά
τα βάθρα τους, και μοιάζουμε τα θαλασσοδαρμένα
καράβια, π΄άκοπα γυρνούν σε μέρη μακρινά!…

Κι ως αρμενίζουμε άσκοπα στης μοίρας το μπουγάζι
χωρίς ελπίδα να φανεί τ΄ονείρου το λιμάνι,
πικρό φαρμάκι στην ψυχή η θλίψη αργοσταλάζει
για κάτι που προσμένουμε κι όμως ποτέ δεν φτάνει…

Κι αν ίσως μέσα στ΄άσκοπο ταξίδι μας μια μέρα
απ΄το παλιό λιμάνι μας περάσουμε ξανά,
ταξιδευτάδες άγνωστοι στον βραδυνόν αγέρα
του καραβιού μας τα πανιά, θ΄απλώσουμε ξανά…

ΠΑΤΡΩΑ ΓΗ

(Απόσπασμα)

Σε τούτον τον τόπο σταθήκανε κάποτε κάποιοι προγόνοι
Αδιάβατος λόγγος μπροστά
Κι η Ανάγκη σπιρούνι στην πλάτη
Ακοίμητη Λάμια η λαχτάρα για κάποιο ζεστό παραγώνι
Το ψωμί των παιδιών, ο καημός κι ο βραχνάς του χωριάτη.
Αδιάβατος λόγγος, θεόχτιστοι βράχοι
Η γη που τους έλαχε κλήρα
Ασίγαστος κόπος κι αμάχη
Βαριά τους κι αλύγιστη μοίρα.
Σπιθίζαν χτυπώντας την πέτρα οι κασμάδες
Τα χέρια ξεσκίζανε ασφελαχτοί
Πουρνάρια και βάτοι και σκίνα
Καμίνια λιοπύρια, τσακάλια βοριάδες

Η πέτρα βυζαίνει του ήλιου τη φλόγα
Το κλήμα βυζαίνει της πέτρας τα χείλη
Στραγγίζει δροσούλα ο ήλιος στη ρόγα
Γελάει μεσ΄τα φύλλα το μαύρο σταφύλι.
Σ΄απόσκιο λαγγάδι βαθύ, σε κοτρώνι
Ψηλό, πετροκότσυφας χτίζει φωλιά
Χολάτος κισσός ένα γύρω φουντώνει
Κι απάνω ριζώνει λιπόσαρκη ελιά.
Στις άνυδρες ράχες ελιές που βασάνισαν μπόρες,
λιοπύρια και ξέρα
Γιαλός με βαρκούλες που βγαίνουν σεργιάνι
Και πλέκουν αγάπες με κύμα κι αγέρα.
Απάτητοι βράχοι, σπηλιές πελαγίσιες
Λευκά περιστέρια και γλάροι
Και φλοίσβοι απαλοί σ΄αμμουδιές παραδείσιες
Και νύχτες γεμάτες σιωπή και φεγγάρι.
Το Ιόνιο γαλάζια λεωφόρος του ονείρου
Μεγαλόπρεπο θάμπος κι αγέραστα νιάτα
Ανάερες πέρα οι κορφές κολυμπούν της Ηπείρου
Κι ασπρίζουνε πίσω οι βράχοι του γέρο-Λευκάτα.

Καράβια αρμενίζουν, θαρρείς στον αγέρα
-Μπορεί κι η ψυχή μου καράβι –
Και παν και περνούνε και χάνονται πέρα
Και χέρια απλωμένα τους γνέφουν οι κάβοι
Οι κόρφοι, ζεστές αγκαλιές, τα καλούνε
Σινιάλα τους στέλνουν τα πλάγια ανθισμένα
Δροσάτες κορφές φιλικά τους γελούνε
Μα φεύγουν και παίρνουν μαζί τους κι εμένα.
Ετούτον τον τόπον αγιάσαν προγόνοι
Απλοί, ταπεινοί και μεγάλοι
Ποτάμια ιδρώτας το χώμα στοιχειώνει
Λιθιές και βουνά κι ακρογιάλι.

ΓΙΩΡΓΟΣ Μ. ΦΙΛΙΠΠΑΣ

O Γιώργος Μ. Φίλιππας γεννήθηκε το 1912 στον Άγιο Νικήτα. Τελείωσε το Γυμνάσιο στη Λευκάδα και σπούδασε Γεωπονία. Έκανε καριέρα σαν στέλεχος βιομηχανίας και παράλληλα ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία. Δημοσίευσε τις ποιητικές συλλογές «Νοσταλγίες και χίμαιρες»(1938), «Ανακλητικό»(1961), «Φλόγες και στάχτη»(1963). Επίσης τα πεζά «Βίλη, η γυναίκα της Αφροδίτης»(1978), «Homo Sapiens ώρα μηδέν παρά πέντε»(1982). Ανέκδοτο παραμένει σημαντικό μέρος της δουλειάς του.

-Γιάννης Βουκελάτος, «Ανθολογία Λευκαδίων Ποιητών 1787-1983», Έκδοση του περιοδικού «Λευκαδίτικη Εστία», Αθήνα 1983

Προηγουμενο αρθρο
Στις δέκα καλύτερες παραλίες σε Ελλάδα και Κύπρο ο Άγιος Ιωάννης στο Μεγανήσι
Επομενο αρθρο
Πανλευκάδιος- ΑΕ Λευκίμμης

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *