HomeΕΠΙ ΠΑΝΤΟΣ ΕΠΙΣΤΗΤΟΥΈνας ακόμα αποχαιρετισμός – Του κυρ – Σπυρογιάννη (Κονιδάρη)

Ένας ακόμα αποχαιρετισμός – Του κυρ – Σπυρογιάννη (Κονιδάρη)

Της Παρασκευής Κοψιδά-Βρεττού

Δεν εγεννήθηκα ν’ανήκω πουθενά/ Τιμαριώτης τ’ουρανού, κει πάλι ζητώ ν’αποκατασταθώ/ Στα δίκαιά μου./

Δεν ξέρω πόσο άξιοι ή απαλλαγμένοι από αμαρτία είμαστε ώστε ν’αποδίδουμε τα δίκαια στον καθένα εν ζωή. Αυτές όμως τις ώρες, που σοβαρεύουν τα πρόσωπα και που η αθέατη ομορφιά των ανθρώπων έρχεται να φωνάξει το παρόν της, διεκδικώντας μιαν απαρασάλευτη θέση στη μνήμη και στην καρδιά μας, είναι η στιγμή που ταπεινά εξαργυρώνονται τα οφειλόμενα. «Ίσως κάτι που μου ανήκει ανέκαθεν να διεκδικώ/ Μπορεί και απλώς μια θέση μες στα Ερχόμενα…» ψελλίζει το ελεγείο του θλιμμένος ο ποιητής. Και ελπίζει –όπως όλοι οι θνητοί-σ’αυτά τα Ερχόμενα…

Αξιοσέβαστη πια γενιά μέσα στις πτυχώσεις των μεταπολεμικών δεκαετιών. Αυτή των πατεράδων και των μανάδων μας, των συγγενών και των γειτόνων και των δασκάλων και των τόσων συμπολιτών μας, οικοδομούν σιγά-σιγά τις ακατάλυτες πολιτείες της μνήμης μας, που καθοδηγούν το χρόνο μας στις δημογραφικές του περιπλανήσεις. Σπαράγματα ιστορίας χωρίς πρόσωπα –εκείνη των βιβλίων- έρχεται να σμιλέψει το πρόσωπό της με τα πορτρέτα των ανθρώπων μας που έχουν όνομα κι εκτόπισμα και ηθική και βιοθεωρία. Κι είναι αυτοί με την ταριχευμένη γαλήνη πια στο πρόσωπο, που μας ανοίγουν κάθε τόσο-αν έχουμε μάτια να δούμε- τις «πηγές της μεγάλης καθαρότητας», το άξιον εστί και το μη άξιον της πεπερασμένης ζωής μας.

Ανήκεις πια σ’αυτούς, καλέ μας γείτονα, και φίλε των γονιών μας κυρ-Σπυρογιάννη. Βίοι παράλληλοι στο μερτικό της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης. Γενιά βγαλμένη από οδύνες και τραύματα και πολέμους και διχασμούς. Γενιά που υιοθέτησε τον πόλεμο σαν μοίρα της. Άθελά της, αναγκαστικά, καθώς η ατομική βούληση υποτάσσεται, αιχμάλωτη της υπερβούλησης, που αργότερα αποτιμάται ως ιστορία.

Δεκαετία του πενήντα, όταν πια στομώνουν τα συλλογικά πάθη, και οι άνθρωποι τολμούν τους αγώνες της ειρήνης, τολμούν να ονειρεύονται ευτοπίες… Τότε ήταν η εποχή που η πόλη της Λευκάδας θα δεχτεί να εκθρέψει μέρος του ονείρου της μελλούμενης ευτοπίας των ανθρώπων. Που φεύγουν από τα άνυδρα χωριά, ομαδικά και θεμελιώνουν άλλοι το νέο δημογραφικό πρόσωπο των μεγάλων πόλεων, (της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης, της Πάτρας…), και πολλοί τη δημογραφία της πόλης της Λευκάδας: για να παραχθεί το καινούριο, ανανεωμένο κοινωνικό μωσαϊκό, που στη συνέχεια, τις επόμενες δεκαετίες, θα μορφοποιήσει την πολιτισμική φυσιογνωμία και ανθρωπολογία του Λευκαδίτη.

Ο κυρ-Σπυρογιάννης Κονιδάρης (1921-2018), του Πάνου και της Ευσταθούλας, από το χωριό Πόρος της Λευκάδας, μεγαλώνει ορφανός από πατέρα, δεν τον γνώρισε, σκοτώθηκε πάνω σε άσκηση, όταν υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία στην Κόνιτσα. Το παράξενο για την εποχή εκείνη και για τα χωριά της λευκαδίτικης ενδοχώρας, είναι ότι ο Σπυρογιάννης Κονιδάρης, θα τελειώσει το Γυμνάσιο, θα δώσει εξετάσεις και θα πετύχει στην Ιατρική Σχολή Αθηνών, στην οποία δεν θα προλάβει να φοιτήσει γιατί τον βρίσκει ο πόλεμος.

Αρχές της δεκαετίας του πενήντα, παντρεμένος με την «κυρία Ντίνα», την ανεπίληπτη Κωνσταντίνα Μεταξά, θα κατεβεί στην πόλη της Λευκάδας για να οργανώσει τη ζωή του, χτίζοντας σχεδόν από την αρχή. Μια καινούρια αφετηρία, όπου ο χάρτης της ζωής θα πρέπει να ξανασχεδιαστεί σε άλλη βάση, με τους νέους ρεαλισμούς, που ο μεταπόλεμος καθοδηγεί τους ανθρώπους. Το μπακάλικο στην κεντρική αγορά, οδός Ιωάννου Μελά, Γενικόν Εμπόριον, που θα στήσει με τον πεθερό του, άρωμα ευφορικό της μεταπολεμικής προσδοκίας, με την οργάνωση, την αρχιτεκτονική και την τάξη του, θα τον αναδείξει σε πραγματικό «νοικοκύρη», -όπως τη λέξη ο λαός ήξερε να την προφέρει- με το ήθος και την κοινωνική της αρετή, την αγωγή και το μέτρημα της ζωής, σε ζυγαριά ακριβείας, όπως ακριβώς και στην τιμιότητα άσκησης του χονδρικού-λιανικού εμπορίου του.

Βιότοπος μιας ήσυχης κοινωνικότητας το μπακάλικο, συμφιλιώνει στο περιβάλλον του τις κοινωνικές τάξεις, διδάσκει το μέτρο, όπως το προσδιορίζουν τότε οι μετρημένες, έλλογες ανάγκες των ανθρώπων, το ήθος της εποχής και η ανθρώπινη εγγύτητα. Ό,τι γνωρίσαμε ως ανθρωπιά από τους δικούς μας, ό,τι κληρονομήσαμε αβίαστα ως βίωμα αυθεντικής αγωγής, χωρίς επιτήδευση, προσποίηση ή προκατασκευασμένους κανόνες. Όρια… Αυτό καθόριζε το μέτρο της προσωπικής και της οικογενειακής ζωής, αυτό το ίδιο γινόταν ο κανόνας έπειτα της κοινωνικής συνύπαρξης. Και τα όρια του χρόνου επίσης. Ο αργός ρυθμός, ο έλλογος και ισορροπημένος ρυθμός του χρόνου, που τον κανοναρχούν οι άνθρωποι και δεν γίνεται το φοβερό θεριό που κατασπαράσσει την αναπνοή τους. Κάθε μεσημέρι, ώρα μία, το μαγαζί έκλεινε, ο νοικοκύρης, ο κυρ-Σπυραντώνης, για να ξανανοίξει το απόγευμα νωρίς, μάζευε την οικογένεια στο μεσημεριανό τραπέζι, η κυρά Ντίνα, σεμνή και ήρεμη δύναμη, κι οι δυο τους για τον μικρό Νίκο και τα όνειρά τους γι’αυτόν. Γιατί ο κυρ-Σπυρογιάννης, δημοκρατικός άνθρωπος, με τα πολλαπλά κοινωνικά και πολιτιστικά του διαφέροντα, ουσιαστικός μέτοχος σε κάθε πνευματικό, καλλιτεχνικό και πολιτιστικό συμβάν της πόλης μας, πίστευε στην αξία της μόρφωσης, είχε αυθεντική πίστη στην κοινωνική και ηθική της δύναμη, όπως όλη εκείνη η ταλαιπωρημένη από «δημόσιες αμαρτίες» γενιά.

Με σταθερότητα και αυτοδίδακτη αλλά αποτελεσματική και πειστική αγωγή, μαζί με την αγωνία και τη διαρκή επαγρύπνηση της κυρά-Ντίνας, σφυρηλάτησαν το παιδευτικό τους ιδεώδες και το ενστάλαξαν στο μοναχοπαίδι τους, τον Νίκο, που τίμησε και τιμά σήμερα με την επιστημονική, εκπαιδευτική και την ανθρώπινη παρουσία του, τον διαχρονικό αγώνα και την αγωνία τους. Και τους πρόσφερε την ικανοποίηση της μεγάλης επένδυσης: στον άνθρωπο και στη συνέχεια…

Η πόλη μας οδεύει προς το καλοκαίρι, σε αλλότριο χρόνο, ήθη και νοοτροπίες. Άνθρωποι ντόπιοι ανακατεύονται σήμερα με τουρίστες, συναντώνται αδιάφορα σε μεγάλα, απρόσωπα ίσως supermarkets, σπανιότερες και ασθματικές οι καλημέρες, καλάθια γεμάτα από χρήσιμα κι άχρηστα, αθώα και επιβλαβή-για την ύλη και το πνεύμα μας-αγαθά. Τα πέζα, την πατροπαράδοτη ζυγαριά του κυρ-Σπυραντώνη, αντικατέστησε η αυτοματοποιημένη αλάθητη ηλεκτρονική διάδοχός της και η παρέλαση των ταμείων βουΐζει βιασύνη και άγχος.
Όμως στη σκέψη και στην ψυχή μας, κάτι σαν μέτρο και φιλοσοφία πραγματικής ανθρώπινης ζωής, και σαν μάθημα για τις επερχόμενες γενιές, θα φωτογραφίζεται, στις ώρες της νοσταλγικής αναπόλησής μας, το «σπουδαστήριο» κοινωνικής αγωγής και αγωγής του πολίτη, όπως το κατάρτισε και το αρτίωσε με τα προϊόντα του κοινωνικού του ήθους ο αλησμόνητος κυρ-Σπυρογιάννης, με την γαλήνια κυρά-Ντίνα δίπλα του. Τότε και για πάντα…

Καλό σου ταξίδι, αξιοσέβαστε συμπολίτη μας.
Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού

Προηγουμενο αρθρο
Δήμος Λευκάδας: Ολοκληρώθηκε η ασφαλτόστρωση της οδού Βαλαωρίτου στο Νυδρί
Επομενο αρθρο
Ανακοινώσεις και ευχαριστίες Κοινωνικού Παντοπωλείου

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *