HomeΕΠΙ ΠΑΝΤΟΣ ΕΠΙΣΤΗΤΟΥΈνα δάσος θυμάται

Ένα δάσος θυμάται

Της Αναστασίας Β. Γαζη*

Το δάσος των (Σ)Κάρων της Λευκάδας στη νεότερη ελληνική ιστορία (14ος-20ος αι)
Από την επιβλητική θέση του παρελθόντος στην αφάνεια του παρόντος.

ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ – ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ

Τό δρυοδάσος τῶν Σκάρων βρίσκεται στό ὁμώνυμο ὄρος Σκάρος τό ὁποῖο ἐκτείνεται στήν ἀνατολική πλευρά τῆς Λευκάδος καί ἔχει μέγιστο ὑψόμετρο 673 μέτρα. Στούς πρόποδές του ξετυλίγονται βορειοανατολικά τό λιμάνι τοῦ Ἀλεξάνδρου, στόν κόλπο τοῦ Δρεπάνου, καί στό νότο τό λιμάνι τοῦ Ἐγκλιμενοῦ, σημερινοῦ Νυδριοῦ, γεγονός πού προσδίδει στό δάσος ἰδιαίτερη ἀξία, καθώς ἀποτελεῖ ἕναν φυσικό πόρο κοντά σέ λιμάνι, καί ἄρα διαμετακομιστικό κέντρο.

Ἡ ἔκταση τοῦ δάσους ἀπό τίς ὑπώρειες τοῦ βουνοῦ πάνω ἀπό τή θάλασσα ἕως τό ὀροπέδιο, ἀνταμείβει τόν ἐπισκέπτη πού φθάνει στήν κορυφή, μέ μία καταπληκτική ὀπτική σύνθεση, ἡ ὁποία περιλαμβάνει τό σύμπλεγμα τῶν Πριγκηπόννησων στόν ἀνοιχτό ὁρίζοντα, τίς ὑψηλότερες βουνοκορφές τῆς Πελοποννήσου νότια καί τῆς Πίνδου βορειότερα.

skaros8

Ἡ ἀνυπαρξία δασολογίου καί κτηματολογίου ἀκόμη καί σήμερα καθιστᾶ ἀδύνατη τήν ὕπαρξη ἀκριβῶν στοιχείων ὡς πρός τήν ἔκτασή του, ὅπως ἐπίσης καί ὡς πρός τό ἰδιοκτησιακό καθεστώς του, καθώς διακατέχεται ἀπό πλῆθος φερόμενους ἰδιοκτῆτες οἱ ὁποῖοι διαθέτοντας δικαίωμα νομῆς (συνήθως εἶναι κτηνοτρόφοι) διεκδικοῦν καί δικαιώματα κα-τοχῆς ἐπί τοῦ δάσους αὐτοῦ.

Σέ γενικές γραμμές πρόκειται γιά ἕνα μικρό δάσος, τό ὁποῖο συνήθως δέν περιλαμβάνεται στίς ἀπογραφές δρυοδασῶν ἀνά τήν Ἑλλάδα.

12

Ὡς πρός τήν προέλευση τοῦ ὀνόματός του ὑπάρχουν πολλές εἰκασίες καί ἐκδοχές:

α) Ἡ λέξη σκάρος ἔχει τή σημασία τῆς «βοσκῆς», σύμφωνα μέ τό Ὑπερλεξικό τῆς νεοελληνικῆς γλώσσας.(12) Δηλώνει τήν ἔξοδο τῶν προβάτων ἤ κατσικιῶν γιά βοσκή κυρίως τή νύχτα ἤ καί τήν ἴδια τή βοσκή. Προέρχεται ἀπό τό ἀρχαῖο ρῆμα σκαίρω πού σημαίνει «πηδῶ, σκιρτῶ».(13)
β) Κατά μία ἄλλη ἐκδοχή ἡ ὀνομασία προέρχεται πιθανῶς ἀπό τό ὄνομα ἑνός χορταριοῦ, τούς κάρους, πού φύτρωνε ἐκεῖ.(14)
γ) Τέλος, ἡ προέλευση τοῦ τοπωνυμίου αὐτοῦ ἴσως σχετίζεται μέ τό σκαρί τοῦ πλοίου, πού κατασκευαζόταν ἀπό τό ξύλο τῶν αἰωνόβιων βελανιδιῶν.

Οἱ ἐκδοχές αὐτές μοιάζουν νά ἀπηχοῦν τήν ἀλήθεια, καθώς τό δάσος τῶν Σκάρων ἦταν καί εἶναι τόπος βόσκησης, ἐνῶ τό ξύλο τῶν αἰωνόβιων δρυῶν ἔχει ὄντως χρησιμοποιηθεῖ στό παρελθόν ὡς πρώτη ὕλη στή ναυπηγική τέχνη.

999

Στό χάρτη βλάστησης πού ἔχουμε γιά τή Λευκάδα ἀπό τό Ὑπουργεῖο Γεωργίας, τό συγκεκριμένο δάσος ἀποτυπώνεται μέ διάστικτο κίτρινο χρῶμα πού σύμφωνα μέ τό συνημμένο ὑπόμνημα ἀντιστοιχεῖ στούς βοσκότοπους.(15) Ἡ βλάστηση ὡστόσο ἀποδίδεται ἁδρομερῶς, καθώς ὁ χάρτης δέν παρέχει στοιχεῖα ἀκριβείας.

Τό δάσος εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένο μέ:

α) τίς ἀνθρώπινες δραστηριότητες πού ἀναπτύχθηκαν στούς κοντινούς οἰκισμούς καί στά χωριά (γεωργία, κτηνο-τροφία). Στίς δυτικές ὑπώρειες τοῦ δάσους ἀπαντῶνται τά χωριά Ἀλέξανδρος καί Κολυβάτα, στίς ἀνατολικές ὑπώρειές του τά παραθαλάσσια χωριά τῆς ἀνατολικῆς ἀκτογραμμῆς, ἐνῶ στά νότια ὁ κάμπος τοῦ Νυδριοῦ.

β) τά μοναστήρια τῆς ὀρεινῆς Λευκάδος. Γιά κάποιο χρονικό διάστημα τό δάσος ὑπῆρξε περιουσία τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τῶν Σκάρων. Τό μοναστήρι αὐτό, ὅπως καί τά ὑπόλοιπα τῆς περιοχῆς –ἡ Μονή τῆς Κόκκινης Ἐκκλησιᾶς, ὁ Ἅγιος Βάρβαρος καί ἡ Μονή τῶν Ἁγίων Πατέρων– χρονο-λογεῖται ἀπό τό 15ο αἰώνα καί ἀποτελεῖ θρησκευτικό ἀξιοθέατο τοῦ νησιοῦ. Τό ὄρος τῶν Σκάρων φέρει στή ράχη του περισσότερα ἀπό εἴκοσι ἐξωκκλήσια, μοναστήρια καί μετόχια, γι’ αὐτό καί ἀποκαλεῖται «ὁ Ἄθωνας τῆς Λευκάδος».(16)

ΣΥΝΘΕΣΗ ΔΡΥΟΔΑΣΟΥΣ

Γιά τό δάσος τῶν Σκάρων δέν ἔχει γίνει ἕως σήμερα κάποια ἐνδελεχής ἐπιστημονική φυτοκοινωνιολογική μελέτη. Τά στοιχεῖα πού ἔχουμε στή διάθεσή μας γιά τήν καταγραφή τῶν κυρίαρχων δασοπονικῶν εἰδῶν, προέρχονται ἀπό τήν ἐργασία τῆς Τρίγκου (2006)(17) ὅπου περιλαμβάνεται ἕνα μικρό τμῆμα ἀφιερωμένο στή μελέτη τῆς χλωρίδας τοῦ συγκεκριμένου δάσους. Ἐκεῖ ἀναφέρεται ὅτι συγκεκριμένα στή νοτιοανατολική πλευρά τοῦ ὄρους ἀναγνωρίσθηκαν πέντε εἴδη δρυός τά: Quercus macrolepis, Quercus pubescens (χνοώδης δρῦς), Quercus frainetto (πλατύφυλλη δρῦς), Quercus ilex καί Quercus coccifera.

Μέ τήν καταγραφή τῶν δασοπονικῶν εἰδῶν ὁλόκληρου τοῦ νησιοῦ εἶχε ἀσχοληθεῖ σέ δημοσίευσή του ὁ Γερμανός βοτανολόγος καί κηπουρός τοῦ Κάιζερ Γουλιέλμου στήν Κέρκυρα, Sprenger(18), ὁ ὁποῖος μετά τήν ἐπίσκεψή του στό βουνό, ἔκανε ἀνακοίνωση στή Γερμανική Δενδρολογική Ἑταιρεία τό 1915. Κατά τόν Sprenger λοιπόν, στό ὄρος τῶν Σκάρων ἀναγνωρίσθηκαν τά εἴδη Quercus sessiliflora (ἤ Quercus petraea, ἡ πετραία δρῦς), Quercus cerris (δρῦς ἡ εὐθύφλοια), Quercus ilex (ἀριά), Quercus coccifera (πουρνάρι) καί Quercus aegilops (μακρολέπια δρῦς ἤ κοινῶς βαλανιδιά).

Πρός τά τέλη τοῦ 19ου αἰώνα, ἐξάλλου, ἀξιόλογα στοιχεῖα σχετικά μέ τό δάσος τῶν Σκάρων δίνει ὁ γεωλόγος Partsch(19) ὁ ὁποῖος κάνει λόγο γιά ἕνα ἀδιάσπαστο δρυοδάσος ἀποτελούμενο ἀπό δύο εἴδη δρυός, ἕνα μέ μεγάλα λοβωτά φύλλα (γρανίτζα) καί ἕνα ἄλλο μέ λιγότερο ἔντονους λοβούς (ρουπακιά), χωρίς ὅμως νά δίνει τήν ἐπιστημονική ὀνομασία τῶν εἰδῶν αὐτῶν. Ὅπως ἀναφέρει, τά εἴδη Quercus aegilops (βαλανιδιά) καί Quercus ilex (ἀριά) ἀπαντῶνται στό δάσος σποραδικά.

skaros5

Ἡ συγκριτική ἐξέταση τῶν ὡς ἄνω ἀναφορῶν δείχνει μία ἀπόκλιση ἀναφορικά μέ τή σύνθεση τοῦ δρυοδάσους. Ἀπό ἰδία εἰκόνα τοῦ ἐξεταζόμενου χώρου, τά εἴδη πού μποροῦν εὔκολα νά ἀναγνωρισθοῦν εἶναι τά: Quercus macrolepis, Quercus pubescens (χνοώδης δρῦς), Quercus frainetto (πλατύφυλλη δρῦς), Quercus ilex, Quercus coccifera. Πρέπει ὅμως νά εἰπωθεῖ πώς δέν μπορεῖ νά ἀποκλειστεῖ ἡ ὕπαρξη καί ἄλλων εἰδῶν ἤ ὑποειδῶν δρυός στήν περιοχή, καί συγκεκριμένα σέ ὁρισμένες δύσβατες καί ἀπρόσιτες συστάδες. Γιά τό σκοπό αὐτό ἀπαιτεῖται ἡ καταγραφή τῶν δασικῶν εἰδῶν τῆς συγκεκριμένης περιοχῆς μέ χρήση δοκιμαστικῶν ἐπιφανειῶν.

Σέ γενικές γραμμές πάντως, κυριαρχεῖ ἡ Quercus pubescens (χνοώδης δρῦς). Ἡ παρουσία τῶν δασικῶν εἰδῶν Quercus frainetto ἤ conferta (πλατύφυλλη δρῦς) καί Quercus macrolepis ἤ aegilops (βαλανιδιά) εἶναι σπανιότερη. Τά εἴδη αὐτά φύονται μόνο στήν ἄνω ζώνη τοῦ ὄρους, παρουσιάζουν σποραδική ἐξάπλωση καί ἀντιπροσωπεύονται ἀπό ἄτομα μεγάλης ἡλικίας• μερικά μάλιστα ἔχουν ἐναπομείνει ἀπό παλαιές συστάδες. Η Quercus macrolepis παρουσιάζει σποραδική ἐξάπλωση στίς ἀνατολικές πλαγιές τοῦ ὄρους, ἐνῶ ἡ Quercus frainetto στίς νότιες.(20)

Ἀπό τά ὡς ἄνω εἴδη δρυός ἡ Quercus aegilops εἶναι ἡ σπανιότερη (σέ ἀριθμό ἀτόμων), ἀλλά καί τό εἶδος χάρη στό ὁποῖο τό ἐν λόγω δάσος ἀξίζει τῆς ἰδιαίτερης προσοχῆς μας.

Ἐνῶ στήν ἀνατολική πλευρά τοῦ νησιοῦ φύεται τό ἀξιόλογο δρυοδάσος, ἡ δυτική πλευρά του καλύπτεται ἀπό δάση χαλεπίου πεύκης (Pinus halepensis). Ὁπότε στό ἑξῆς ὅταν ἀναφερόμαστε σέ δρυοδάσος ἐννοοῦμε τό δάσος τῶν Σκάρων. Στό συμπέρασμα αὐτό καταλήγει καί ὁ Ροντογιάννης, ὁ ὁποῖος ἀναφέρει πώς:

σήμερα δάση μεγάλα δέν ὑπάρχουν πλέον στή Λευκάδα. Διατηροῦνται μόνο τρία συνολικῆς ἐκτάσεως 6.800 στρεμμάτων, τῶν Σκάρων (δρυοδάσος) στήν Ἀνατολική Λευκάδα, τῶν Τσουκαλάδων καί Ἀθανίου μέ πεῦκα στή Δυτική Λευκάδα.(21)

Ἡ ὀνομασία πού δίνουν οἱ ντόπιοι στή βελανιδιά ἤ βαλανιδιά Ἡ ὀνομασία πού δίνουν οἱ ντόπιοι στή βελανιδιά ἤ βαλανιδιά εἶναι «ρουπάκι». Αὐτό ἔχει ἐπισημανθεῖ καί ἀπό τό βοτα¬νολόγο περιηγητή Walpole, ὁ ὁποῖος ἐπισκέφθηκε τήν Ἑλλάδα στίς ἀρχές τοῦ 19ου αἰώνα καί κατέγραψε τίς ἀναμνήσεις του ἀπό τό ταξίδι του αὐτό. Ἀναφέρει, λοιπόν, γιά τή βαλανιδιά (Quercus aegilops) ὅτι εἶναι δρῦς καί λέγεται κουπάκι.(22) Εἶναι προφανές ὅτι ὁ περιηγητής ἐννοεῖ τό γνωστό ρουπάκι.

Στοιχεῖα γιά τή γενικότερη χλωρίδα τοῦ νησιοῦ δημοσί¬ευσε ὁ Strasser (2001),(23) ἐνῶ καταγραφές χλωρίδας, κυρίως χαμηλῆς βλάστησης, ἔκανε καί ὁ Osetermeyer.(24)

ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ΔΡΥΟΔΑΣΩΝ:
ΧΡΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΒΕΛΑΝΙΔΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΤΗΣ

Τά δρυοδάση ἔχουν πολλαπλές χρήσεις. Μία ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων εἶναι ἡ λιβαδική. Τά δάση βελανιδιᾶς, σύμφωνα μέ τίς πληροφορίες πού μᾶς δίνει ὁ καθηγητής Παπαναστάσης, ἔχουν συγκόμωση(25) πού σπάνια ὑπερβαίνει τό 0,4, γεγονός πού συνεπάγεται τήν ἀνάπτυξη πλούσιας ποώδους καί ξυλώδους βλάστησης στόν ὑπόροφο. Αὐτή ἡ σύσταση δικαιολογεῖ τήν ὑπαγωγή τους στίς βοσκόμενες δασικές ἐκτάσεις καί συγκεκριμένα στά δασολίβαδα περισσότερο παρά στά τυπικά παραγωγικά δάση.(26) Καί αὐτό γιατί ἡ κύρια παραγωγική κατεύθυνση τέτοιων οἰκοσυστημάτων εἶναι ἡ βοσκήσιμη ὕλη γιά τά κτηνοτροφικά καί τά ἄγρια ζῶα, ἐνῶ ἡ ξυλεία ἤ τά προϊόντα ξύλου ἀποτελοῦν δευτερεύουσα οἰκονομική δραστηριότητα. Ὡς ἐκ τούτου ὑπάγονται στά ἀγροδασοπονικά συστήματα χρήσης γῆς (δασολίβαδα). Αὐτός εἶναι καί ὁ λόγος πού τά δάση τῆς βαλανιδιᾶς χρησιμοποιοῦνται παραδοσιακά ὡς βοσκότοποι ἀπό μηρυκαστικά ζῶα (αἰγοπρόβατα), ἐνῶ τά μονογαστρικά ζῶα (χοῖροι) ἀξιοποιοῦν τά βαλανίδια.

skaros6

Ἰδιαίτερη σημασία ἔχει ἡ γνώση τῶν χρήσεων τῆς βαλανιδιᾶς καί τῶν προϊόντων της ὅπως καί τῶν ἄλλων εἰδῶν δρυός πού συναντᾶμε στό δάσος, ἡ ὁποία μπορεῖ νά μᾶς δώσει τίς βασικές κατευθύνσεις τῆς παρούσας μελέτης.

Τό ξύλο τῆς βελανιδιᾶς θεωρεῖται τό καλύτερο γιά τή ναυπήγηση πλοίων, γι’ αὐτό καί χρησιμοποιεῖται εὐρέως στήν κατασκευή τῆς καρίνας καί τῶν ὑφάλων τῶν πλοίων. Τό ξύλο της παρότι εἶναι πολύ σκληρό παρουσιάζει ἐλαστικότητα (ἔχει μέτριο βαθμό διαστολῆς-συστολῆς), γεγονός πού διευκολύνει τό ἔργο τῆς ναυπηγήσεως.

Ἡ χρήση τοῦ ξύλου τῆς βαλανιδιᾶς ὡς ὑλικοῦ ναυπηγήσεως, ἐπισημαίνεται σέ ἀρκετές μελέτες.(27) Τό ξύλο πού ἐπιλέγεται στή ναυπηγική ἔχει πλατεῖς ἐτήσιους δακτυλίους καί εἶναι ξύλο σκληρό καί βαρύ (εἰδικό βάρος 900 kgr/m3 σέ 15% ὑγρασία).(28) Δέν εἶναι εὐάλωτο στή διάβρωση ὁπότε παραμένει στερεό γιά πολλά χρόνια.

Ἔτσι, τό πλοῖο ἀντέχει στούς ἐμβολισμούς. Ἐπειδή σέ περιόδους πολέμων τά μεγάλα πολεμικά πλοῖα κατασκευάζονταν ἀποκλειστικά ἀπό ξύλο βελανιδιᾶς, ἡ ἔλλειψη ἤ ἡ ἐπάρκεια αὐτοῦ θεωρεῖτο σημαντικός παράγοντας γιά τή διαμόρφωση ἤ τή ματαίωση ναυτικῶν προγραμμάτων.

Κυρτή ξυλεία χρησιμοποιεῖτο στά ναυπηγεῖα τῆς Βενετίας γιά τήν κατασκευή τοῦ κυρίως κορμοῦ τοῦ πλοίου, τῆς πρύμης, τῆς γέφυρας, τῆς καρίνας, καθώς καί τοῦ ἐξωτερικοῦ μέρους αὐτοῦ.(29)

Ἡ βελανιδιά παρέχει ἐπίσης πολύ καλῆς ποιότητας καυσόξυλο(30), ἀλλά καί καλό ὑλικό γιά τή βιοτεχνία βαρελιῶν (δοῦγες γιά βαρέλια). Ξύλο δρυός χρησιμοποιεῖται ἐπιπρόσθετα καί στήν οἰκοδομική ἐργασία.(31)

Τό βελανίδι ἀποτελεῖ τήν καλύτερη τροφή τῶν χοίρων, ἐνῶ ὁ ὑπόροφος τῶν σχηματιζόμενων δασῶν ἀποτελεῖ κατάλληλη πηγή γιά τή βοσκή τῶν αἰγοπροβάτων. Ἡ χρησιμότητα τοῦ βελανιδιοῦ ὡς χοιροτροφῆς ἦταν γνωστή ἀπό τήν ἀρχαιότητα. Στήν Ὀδύσσεια τοῦ Ὁμήρου γίνεται ἀναφορά στό βελανίδι ὡς τροφή χοίρων πού θρέφει τό παχύ λίπος τους:

ἔσθουσαι βάλανον μενοεικέα καί μέλαν ὕδωρ
πίνουσαι […] (32)

Ὁ καρπός της χρησιμοποιεῖται στήν ὑφαντική τέχνη ὡς χρωστική οὐσία, ἐνῶ ἡ βελανιδιά δημιουργεῖ καί ἄλλες βαφικές οὐσίες χάρη στά παράσιτα ἔντομα πού ἐπωάζουν τά αὐγά τους στόν κορμό καί στά φύλλα της. Τά αὐγά ἀποτελοῦν ἀξιόλογες χρωστικές οὐσίες, ἐνῶ καί ἡ ἴδια ἡ δρῦς ἀντιδρᾶ δημιουργώντας παθολογικά οἰδήματα γύρω ἀπό τά τραυματισμένα ἀπό τά ἔντομα σημεῖα καί παράγοντας ἐπιπλέον χρωστικές. Τά ἀποστήματα αὐτά ἀποκαλοῦνται κηκίδια.(33) Ὁ Θεό-φραστος ἀναφέρει πώς ὅλα τά εἴδη δρυῶν παράγουν κηκῖδες, οἱ ὁποῖες χρησιμοποιοῦνται στήν ἐπεξεργασία δερμάτων καί στή βαφή μαλλιῶν.(34)

Τό ἐκχύλισμα τοῦ βαλανιδιοῦ ἀποτελεῖ ἄριστο φυσικό δεψικό ὑλικό κατάλληλο γιά τή βυρσοδεψία. Συνήθως ἐξαγόταν ὡς πρώτη ὕλη στό ἐξωτερικό, ἐνῶ στήν ἐγχώριο βυρσοδεψία χρησιμοποιοῦνταν ὑπό μορφή ἀλεύρου (βαλανιδάλευρον).(35)

Τέλος, ἡ φλούδα τῆς βελανιδιᾶς, φρέσκια ἤ ξερή, ἀφοῦ βραστεῖ πίνεται ὡς ρόφημα, ἰδανικό κατά τῆς δυσεντερίας καί τῆς αἱμορραγίας, ἐνῶ ἐμφανίζει καί φαρμακευτικές φαρμακευτικές χρήσεις.(36) Τό λάδι τῆς βελανιδιᾶς καθαρίζει τό δέρμα τοῦ προσώπου, ἰδιαίτερα τίς φακίδες, ἐνῶ ἔχει καί τήν ἰδιότητα νά προσδίδει στά μαλλιά καστανό χρῶμα.(37) Στό λῆμμα βαλάνιον στό λεξικό τῶν Liddell & Scott ἐπισημαίνεται ἡ χρήση τοῦ ἀφεψήματος βελανιδιᾶς γιά ἀνάνηψη ἀπό μεθύσι.

Στά φύλλα τῆς ἀείφυλλης σκληρόφυλλης δρυός Quercus coccifera, ἐκκολάπτει τά κόκκινα αὐγά του καί ἕνα ἄλλο ὑμενόπτερο, ὁ κέρμης ὁ βαφικός (Cocus ilicis). Τά θηλυκά τοῦ κέρμητος σχηματίζουν μετά τήν ἀνοιξιάτικη γονιμοποίησή τους μικρό ἐξοίδημα στό φύλλο ὅπου ἐναποθέτουν 2.000 περίπου αὐγά καί μία χρωστική οὐσία. Αὐτή εἶναι ἡ προέλευση τοῦ πρινοκοκκίου ἤ κερμέζι, κόκκινου κόκκου περιζήτητου ὡς κόκκινη βαφή σέ σκόνη, ἰδιαίτερα τήν ἐποχή τῆς Τουρκοκρατίας, γιά τό βάψιμο τῶν κόκκινων φεσιῶν τῶν Ὀθωμανῶν.

Ὁ βαφικός κόκκος ἦταν γνωστός ἀπό τήν ἀρχαιότητα. Ὁ Θεόφραστος, με τή μεγάλη παρατηρητικότητά του, δέν παρέλειψε νά ἀναφέρει τά κόκκινα αὐτά σώματα (ἐξογκώματα ἤ κηκίδια) πάνω στά πουρνάρια. Θεωροῦσε ὅμως ὅτι ἦταν εἶδος καρποῦ καί ὄχι τό ἔργο ἑνός ἐντόμου. Ὁ Διοσκορίδης μιλᾶ καί αὐτός περί κόκκου βαφικῆς στήν περιγραφή τοῦ πουρναριοῦ, ἐνῶ ὁ Παυσανίας συνδέει τή βαφή μαλλιοῦ μέ τό αἷμα τοῦ ἐντόμου ποῦ ζεῖ πάνω στά πουρνάρια. Τό ἔντομο, πού ἀποξηραμένο δίνει αὐτό τό χρῶμα, εἶναι γνωστό ὡς κόκκος ὁ βαφικός. Ἀπό τόν κόκκο αὐτό προέρχεται ἡ ὀνομασία τοῦ χρώματος κόκκινο.(38)

Οἱ χωρικοί συγκέντρωναν τούς κόκκους προτοῦ ἐκκολαφθοῦν τά αὐγά, τούς ἔβρεχαν μέ ξίδι καί κρασί καί τούς στέγνωναν στόν ἥλιο. Ἔτσι οἱ κόκκοι ἔχαναν τό ἐπικονίαμά τους καί ἀποκτοῦσαν ἐρυθρόφαιον χρῶμα. Ἔχουν μέγεθος πιπεριοῦ ἤ μπιζελιοῦ, εἶναι σταυροειδεῖς καί περιέχουν μία κόκκινη κονιώδη μᾶζα ἡ ὁποία προσέδιδε βαθύ κόκκινο χρῶμα στά μαλλιά καί στά μετάξια.(39)

Συνεχίζεται:

* Η Αναστασία Β. Γαζή, είναι Λευκαδίτισσα  από το χωριό Βαυκερή, με ειδικές σπουδές στο περιβάλλον και την ιστορία του περιβάλλοντος.

line1

12) Νέο Ὑπερλεξικό τῆς νεοελληνικῆς γλώσσας, Ἀφοί Παγουλάτοι, Ἀθήνα 2005.
13) Henry G. Liddell, Robert Scott, Λεξικόν τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης, τ. 7, Πελεκάνος, Ἀθήνα 22006, σελ. 184. Τό ρῆμα ἀπαντᾶ πρώτη φορά στό: Ὁμήρου, Ὀδύσσεια, κ 412.
14_) Σπύρος Σούνδιας, Ἄνθρωποι καί τόποι τῆς πατρίδας μου, Ἀθήνα 1999, σελ. 69.
15) Χάρτης Δασῶν Ἑλλάδος ἐκ τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας (Διεύθυνση Χαρτογραφήσεως), κλίμακος 1:500.000, γιά τόν ὁποῖο χρησιμοποιή¬θηκαν χάρτες κλίμακος 1:200.000 πού συνέταξαν τό 1976 οἱ Τοπικές Δασικές Ἀρχές.
16)Σπύρος Σούνδιας, ὅ.π., σελ. 68.
17) Βαρβάρα Τρίγκου, Σημαντικοί βιότοποι καί φυτά τῆς νήσου Λευκά¬δας: Προτάσεις γιά τήν προστασία τῶν βιοτόπων καί τῆς αὐτοφυοῦς χλωρίδας (μεταπτυχιακή ἐργασία), Τμῆμα Βοτανικῆς Πανεπιστημίου Πατρῶν, 2006.
18) C. Sprenger, “Dendrologische Mitteilungen aus Leukas”, Mitteilun¬gen der Deutschen Dendrologischen Gesellschaft, vol. 24-26, 1915-1917, p. 1-33.
19) J. Partsch, “Die insel Leukas, eine geographische Monographie”, Petmanns Mitteilungen, Erganzungsheft 95, 1889, p. 1-29.
20) Βαρβάρα Τρίγκου, ὅ.π.
21) Πάνος Γ. Ροντογιάννης, Ἱστορία τῆς Νήσου Λευκάδος, τ. Α΄, Ἑται-ρεία Λευκαδικῶν Μελετῶν, Ἀθήνα 1980 (ἀνατύπωση 2005), σελ. 8.
22) Robert Walpole, Travels in various countries of the East: Being a continuation of memoirs relating to European and Asiatic Turkey, Longman, Hurst, Rees, Orme, and Brown, London 1820.
23) W. Strasser, Zur Flora der griechischen Insel Lefkas, Steffisburg 2001.
24) F. Osetermeyer, Beitrag zur Flora der jonischen Inseln Corfu, Sta. Maura, Zanta und Cerigo. Verhandl. – Zool. Bot. Ges. 1887, Wien 37: 651-672.
25) Σπύρος Ντάφης, Ἐφηρμοσμένη Δασοκομική, Γιαχούδη, Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 18: Ὁ ὅρος δηλώνει τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο παρατίθενται οἱ κόμες τῶν δέντρων μιᾶς συστάδας σέ κατακόρυφη προβολή ἐπί τοῦ ἐδάφους, καθώς καί τό βαθμό σκίασης τοῦ ἐδάφους. Ὁ ὅρος «βαθμός συγκόμωσης» ἤ «πυκνότητα κόμης» ἀντιστοιχεῖ στό λόγο τοῦ ἀθροίσματος τῶν προβολῶν ἀπό τίς κόμες τῶν δέντρων μιᾶς συστάδας πρός τή συνολική ἐπιφάνειά της.
26) V. P. Papanastasis, Silvopastoral systems and range management in the Mediterranean region, INRA, Paris 1996, p. 143-156.
27) Κώστας Δαμιανίδης, Ἑλληνική Παραδοσιακή Ναυπηγική, Πολιτιστικό Ἵδρυμα Ὁμίλου Πειραιῶς 1998, σελ. 170• καί Ἑλένη Γιαννακοπού¬λου, Γαλλοελληνική ἐκμετάλλευση δασῶν στή Δυτική Ἑλλάδα (1710-1792) (διδακτορική διατριβή), ΕΚΠΑ-Φιλοσοφική Σχολή, Βιβλιο¬θήκη Σοφίας Ν. Σαριπόλου 56, Ἀθήνα 1987, σελ. 18 καί 23.
28) Κυριάκος Σιμόπουλος, «Γιά νά καταλάβεις τό Ξύλο», Ἐκδόσεις «Ξύλο-Ἔπιπλο», Ἀθήνα 1985.
29) Frederic Chapin Lane, Venetian Ships and Shipbuilders of the Re-naissance, The Johns Hopkins Press, Baltimore 1934, p. 217.
30) Κώστας Δαμιανίδης, ὅ.π.
31) Ἕνα στοιχεῖο πού δέν τεκμηριώνεται καί ἀφορᾶ τή χρήση τοῦ δά¬σους τῶν Σκάρων γιά τήν παραγωγή οἰκοδομικῆς ξυλείας, ἀναφέρει ἡ ἀρχιτέκτων Λαμπρινοῦ στό: Μαρία Λαμπρινοῦ, «Παράκτιος ἔλεγχος καί προστασία τῆς Λευκάδας κατά τό διάστημα 1800-1807», Ἀρχαιολογία & Τέχνες, τχ. 108, σελ. 82-87. Σέ σχόλιό της (σελ. 83) ἐπί χάρτου, ὅπου ἀπεικονίζονται τά σημαντικότερα μνημεῖα πλησίον τοῦ πορθμοῦ τῆς Λευκάδος, καί στόν ἀριθμό 22 ἀναφέρει: «Ὑπώ-ρειες τοῦ κατάφυτου μέ ὀξιές καί βελανιδιές ὄρους Σκάροι, ἀπό ὅπου προερχόταν ἡ μεγαλύτερη ποσότητα ἐγχώριας οἰκοδομικῆς ξυλείας».
32) Ὁμήρου, Ὀδύσσεια, ν 409-410.
33) Ἑλένη Γιαννακοπούλου, «Δάση βελανιδιᾶς (17ος-19ος αἰώνας): Πα¬ράγοντας Οἰκονομίας – Πρόκληση Ἀνταγωνισμοῦ», Δάση βαλανιδιᾶς, παρελθόν, παρόν καί μέλλον, Πρακτικά Ἡμερίδας, ἐπιμ. Ἀ. Παντέρα, Ἀ. Παπαδόπουλος, Θ. Βελτσίστας, Μεσολόγγι 2002, σελ. 60-80.
34) Θεόφραστος, Ἅπαντα 1: Περί φυτῶν ἱστορίας A, B, Γ, Κάκτος 1998, σελ. 205.
35)Παναγιώτης Γρίσπος, «Ἡ δασική βιομηχανία ἐκχυλίσματος βαλα-νιδιοῦ», Δασική Ζωή, τχ. 44-45, 1936, σελ. 157-160.
36)Στή σύγχρονη κοσμετολογία πού ἀπευθύνεται σέ καταναλωτές πού προτιμοῦν τά φυσικά προϊόντα, τό φλαβονοειδές (πολυφαινολική ἕνωση) κερσετίνη ἀπό βελανιδιά ἐμφανίζεται νά ἔχει ἰσχυρή ἀντιοξειδωτική ἀντιγηραντική δράση.
37) Σεραφείμ Τσιτσάς, Τ’ Ἀγριόδεντρα τοῦ βουνοῦ καί τοῦ λόγγου: Ἱστορία-Μυθολογία-Λαογραφία-Ποίηση-Φυσιολατρεία, Ἀθήνα 41978, σελ. 72.
38) Ἕλμουτ Μπάουμαν, Ἡ ἑλληνική χλωρίδα στό μῦθο, στήν τέχνη, στή λογοτεχνία, Ἑλληνική Ἑταιρία Προστασίας τῆς Φύσεως, Ἀθήνα 1999• καί Σεραφείμ Τσιτσάς, ὅ.π., σελ. 81.
39) Κυρ. Σιμόπουλος, Ξένοι ταξιδιῶτες στήν Ἑλλάδα, τ. Α΄, Ἀθήνα 1976, σελ. 340.

Προηγουμενο αρθρο
Οι πέντε βρύσες του Παζαριού της Λευκάδας
Επομενο αρθρο
Οι γάτες του Αγίου Νικήτα, τα έργα στο δρόμο και οι διαφημιστικές πινακίδες στο Καλαμίτσι

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *