HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΈνα παλιό παραμύθι των Σφακιωτών: «Η μάγισσα, τα μυρμήγκια και το σταροκρίθαρο»

Ένα παλιό παραμύθι των Σφακιωτών: «Η μάγισσα, τα μυρμήγκια και το σταροκρίθαρο»

Γράφει ο Θοδωρής Γεωργάκης

Φουριόζος ερχόταν ο χειμώνας στα χωριά μας. Στα σπίτια ήταν σχεδόν όλα έτοιμα για τις ανάγκες και τα χρειαζούμενά τους. Είχαν αγοράσει τα μαγειρέματα, φασόλια, φακή και μπίζα απ’ την Χώρα, λαθύρια απ’ την Καρυά, είχαν γεμάτη την Καπάσα με ελιές κολυμπάδες, δυό τενεκέδες με παστές σαρδέλες, στα τεράστια βαένια η «Νιάτσα», το νέο κρασί, είχε ήδη αρχίσει να αδρεύει και απ’ το αρχικό γλυκόπιοτο να γίνεται πιο … αντρίκιο, όπως έλεγαν, το στάρι του καλοκαιριού είχε γίνει αλεύρι στον μύλο του μπάρμπα Τέλη του Τσιμπούφου. Όλα έτοιμα για τον μακρύ χειμώνα, που σαν κίναγε του Αγίου Φιλίππου με τις βροχές, σταματούσε του Ευαγγελισμού!

Τα ατέλειωτα βράδια του χειμώνα όλοι καθισμένοι γύρω απ’ την γωνιά με την αναμμένη φωτιά! Δέκα άτομα μέσα στο σπίτι! Έξι παιδιά, ο πατέρας, η μάνα, ο γέρο παππούλης και η γριά βαβά. Όλοι γύρω απ’ την γωνιά, για το βραδινό φαγητό. Ποτέ δεν καθόμαστε στο μεγάλο βαρύ και χειροποίητο ξύλινο τραπέζι, αυτό ήταν για τις … Καλές Μέρες! Γυρνούσε η μάνα ανάποδα την πινακωτή, έστρωνε επάνω το μεσάλι και ήταν το αυτοσχέδιο τραπέζι μπροστά στην γωνιά, μπροστά στην φωτιά, γιατί στο αβέρτο κατώι του σπιτιού η παγωνιά ήταν δυνατή.

Έξω ο Γραίος να λυσσομανά σφυρίζοντας ανατριχιαστικά! Τα τέσσερα μεγάλα πεύκα στην αυλή της εκκλησίας του Αϊ Γιωργιού, να γονατίζουν μέχρι τη γη και να κάνουν εκείνο το παράξενο βουερό φρίκιασμα των πεύκων, που περόνιαζε την καρδιά! «Κακά μαντάτα για τον καιρό, έλεγε ο παππούλης, βλέπω η γάτα που νίβεται στον Γραίο ακόμα!» Μια εμπειρική οιωνοσκοπική πρόβλεψη για τον καιρό βασισμένη στην στάση που είχε το ζωντανό, εκείνη την ανέμελη στάση, που καθισμένο στα δυό του πισινά πόδια, αμέριμνο με τα μπροστινά πόδια και την ρόδινη γλωσσίτσα του να πλένει το πρόσωπό του, μια στάση που οι γεροντότεροι την ερμήνευαν μετεωρολογικά…

Και σαν τέλειωνε το φαγητό, και μαζί του όλες οι κουβέντες των μεγάλων για τις αγροτικές δουλειές τις επόμενης μέρας, έρχονταν η δικιά μας σειρά…

-Έλα, παππούλη, πες μας κανένα από κείνα τα παραμύθια που ξέρεις! «Κινητή βιβλιοθήκη» ο γέροντας, που είχε γεννηθεί το 1901, θυμόνταν πράγματα και θαύματα! Παραμύθια, ιστορίες, αυτοσχέδια Λευκαδίτικα ποιήματα! Όλα, όπως μας έλεγε, του τα είχε μάθει ο δικός του παππούλης, ο παπά Στάθης ο Παποράκης, που γεννήθηκε το 1800 και ήταν ο «γιερεύς» του χωριού, όπως υπέγραφε με τα κολλυβογράμματα του, σε κάποια χαρτιά που σώζονταν ακόμη μέσα στη μεγάλη μαύρη κασέλα του σπιτιού και τα οποία με μεγάλο ζήλο ανασκαλίζαμε σαν παιδιά. Γυρνούσε αυτός έπειτα στην γριά…

-Φέρε, ορή γριγιά, κανένα ρεβίθι και κανένα πλατοκούκι να φκιάσομε «φακόλια», για να πίνω καμιά βολά και να λέω και κανένα παραμύθι στ’ αγγόνια.

Ράθυμα και νωχελικά σηκώνονταν η γριά βαβά, φορώντας εκείνο το απίθανο κοντέσι με το κόκκινο γαϊτάνι περιμετρικά, πήγαινε πίσω στο κατώι και έβαζε μέσα στην μπροστοποδιά της δυό απλοχέρια ρεβίθια και ξερά πλατιά κουκιά, τα έφερνε στον παππούλη, ο οποίος τα άπλωνε πάνω στην γωνιά, τους έβαζε από πάνω κάρβουνα απ΄ την φωτιά, αυτά ήταν τα περίφημα «φακόλια», που γίνονταν ένα καταπληκτικό φαγητό έτσι ψημένα, ένα κι ένα για τις βολές του κρασιού…

«Μια φορά κι έναν καιρό, άρχιζε παραστατικότατα και με στόμφο ο παππούλης, ήταν μια χήρα μάνα, ό άντρας της είχε σκοτωθεί στο δάσος, σαν προσπαθούσε να κόψει τα μεγάλα δέντρα, για να κάνει ξυλοκάρβουνο, να το πάει στην πόλη, να βγάλει λίγα χρήματα, να ζήσουν. Η χήρα μάνα μεγάλωνε το μονάκριβο γιό της, που τον έλεγαν Ρωμαίο! Ήταν η απαντοχή της, ότι καλύτερο είχε στη ζωή! Τον μάθαινε, πρώτα- πρώτα, να αγαπάει τον κόσμο, τα ζώα, τη φύση και τα δέντρα.

Μεγάλωσε ο Ρωμαίος. Έγινε παλλικαρόπουλο και σαν έβγαινε στο δάσος, που δούλευε και ο πατέρας του παλιά, φρόντιζε με κάθε τρόπο να εκτελεί τις συμβουλές της μάνας του. Σαν προχωρούσε στο δάσος και έβλεπε τα μυρμήγκια να περνάνε σε ατέλειωτες ουρές στην σειρά, τότε τα προσπερνούσε με σάλτο, προσπαθώντας να μην πατήσει ούτε ένα από δαύτα! Έπειτα, τριγυρνώντας στο δάσος, όταν έβλεπε τα μικρά κυπαρισσάκια ανάμεσα σε βάτα και σπαραγγωνιές πνιγμένα, αμέσως έβγαζε το κλαδευτήρι, που είχε στο ζωνάρι του και καθάριζε τα κυπαρισσάκια απ’τα ζιζάνια, που το περικύκλωναν, ώστε να μεγαλώσουν και να γίνουν περήφανα δέντρα. Άλλη φορά, σαν ξαναπήγε στο δάσος ο Ρωμαίος, βρήκε δυο παραπεταμένα λιονταράκια. Με μεγάλη χαρά τα πήρε στην αγκαλιά του και τάφερε στην μάνα του. Εκείνη πάντα ψοχοπονιάρα για τα ζώα, τα πήρε και μαζί με τον Ρωμαίο τα τάιζαν για να μεγαλώσουν!

Πέρασαν τα χρόνια, το παιδί έγινε άντρας και έπρεπε να δουλέψει για να ζήσει ο ίδιος και η μάνα του. Ξεκίνησε, λοιπόν, για τη μεγάλη Χώρα, να βρει δουλειά. Φεύγοντας η μάνα του, του έδωσε ένα μικρό βουλωμένο μπουκάλι, που είχε μέσα μαγικό νεραϊδόνερο.

-Πάρε, Ρωμαίο μου, αυτό το μαγικό μπουκάλι, να τόχεις μαζί σου. Το έδωσε στον μακαρίτη τον πατέρα σου μια καλή νεράιδα του δάσους και τούπε πως, αυτό το μπουκάλι είναι μαγικό! Αν βρεθεί σε κίντυνο και τραβήξει τα καπάκι του μπουκαλιού, τότε θα πεταχτεί με τόση δύναμη το νερό, που με τρόπο μαγικό θα αρχίσουν να χτυπάνε μόνα τους τα πορτοπαράθυρα του σπιτιού μας, για να με ειδοποιήσουν πως κάτι κακό συμβαίνει στον πατέρα σου, να τρέξω να τον βοηθήσω. Αυτό το μπουκάλι, Ρωμαίο μου, θα είναι για μένα παρηγόρια, θα ξέρω αν είσαι καλά στα ξένα που πηγαίνεις…

Προχώρησε, προχώρησε στο δάσος ο Ρωμαίος πηγαίνοντας στη μεγάλη Χώρα και σ’ ένα ξέφωτο του δάσους βλέπει έναν μεγάλο πύργο. Ωραίο μέρος για δουλειά, σκέφτηκε ο Ρωμαίος. Μα σαν πλησίασε στον πύργο, αμέσως έτρεξαν οι φύλακες του πύργου…
-Τι θέλεις εδώ παιδί μου , του λένε. Εδώ κατοικεί μια μάγισσα κακιά, που όποιον πλησιάζει στον πύργο της, με τα μαγικά της, τον κάνει δούλο της για πάντα και ξεχνάει μάνα και πατέρα και πατρίδα. Έτσι μας έκανε και μας. Να, την βλέπεις εκεί ψηλά στο γυάλινο δώμα της; Τώρα που μας είδε πρέπει να σε οδηγήσουμε μπροστά της.

Τρόμαξε ο Ρωμαίος, μα η νεανική του ορμή και αποκοτιά δεν λογάριασε και τόσο πολύ τα λόγια των δούλων του πύργου.
-Σε βλέπω καλό και νέο παλικάρι, του είπε η μάγισσα σαν τον οδήγησαν μπροστά της. Μα δεν μπορώ να κάνω τίποτε άλλο, πρέπει να σε κάνω και σένα δούλο μου, έτσι με πρόσταξε ο θεός μου, που με έκανε μάγισσα, να συμπεριφέρομαι στους ανθρώπους! Μαααα, πριν σε στείλω στην δούλεψή μου, στα χωράφια μου για πάντα, επειδή είσαι όμορφος και δυνατός θα σου δώσω μια ευκαιρία για να γλυτώσεις την αιώνια σκλαβιά. Στην αποθήκη μου έχω έναν τεράστιο σωρό στάρι και κριθάρι ανακατεμένο. Ε, λοιπόν, θέλω να καθίσεις, όσα χρόνια και να σου πάρει, για να ξεχωρίσεις το στάρι απ’ το κριθάρι!

Πάγωσε ο Ρωμαίος σαν άκουσε τι του ζητούσε η μάγισσα. Σκέφτηκε αμέσως τη μάνα του που θα έκανε χρόνια να τη δει, ή και καθόλου μάλιστα αν δεν μπορούσε να χωρίσει το σταροκρίθαρο… Σκέφτηκε προς στιγμήν να ανοίξει το μαγικό του μπουκάλι, να τρέξει η μάνα του σε βοήθεια. Μα ξανασκέφτηκε πως αν έφτανε και αυτή στον πύργο, τότε και η μάνα του θα γίνονταν αιώνια δούλα της μάγισσας.

Κάθισε, λοιπόν, ο Ρωμαίος στην αποθήκη με το σταροκρίθαρο συλλογισμένος και στενοχωρημένος. Από πού να βάλλει αρχή και που σταματήσει. Μια ολόκληρη ζωή χρειάζονταν για να ξεχωρίσει στάρι και κριθάρι σε έναν τόσο μεγάλο σωρό! Εκεί που κάθονταν στενοχωρημένος και απογοητευμένος για την ακατόρθωτη αυτή αποστολή που του άνέθεσε η μάγισσα, παρουσιάζεται δίπλα του ένας στρατός ολόκληρος από μυρμήγκια!

-Γι΄αυτό είσαι στενοχωρημένος, Ρωμαίο, του λένε τα μυρμήγκια.
-Να, το και το, τους απαντά ο Ρωμαίος. Θα μείνω μια ολόκληρη ζωή, χωρίς να δω την μάνα μου σκλάβος σ’ αυτή την μάγισσα, αν δεν μπορέσω να ξεχωρίσω αυτόν τον τεράστιο σωρό το σταροκρίθαρο…
-Μη στενοχωριέσαι καθόλου, του απαντούν τα μυρμήγκια! Θυμάσαι, που όταν μας έβρισκες στο δάσος, αναμερούσες με τρόπο και δεν μας πατούσες σαν μας εύρισκες να δουλεύομε στη γη; E, να λοιπόν, αυτό το μεγάλο καλό που μας έκανες και μας έσωσες την ζωή τόσες φορές, εμείς θα σου το ανταποδώσουμε τώρα. Μην στενοχωριέσαι. Θα φωνάξουμε όλα τα μυρμήγκια της περιοχής και είμαστε, να ξέρεις, χιλιάδες! Μέσα σ’ ένα μήνα θα σου έχομε εμείς ξεχωρίσει το στάρι απ’ το κριθάρι!

Πράγματι. Σε έναν μήνα τα δουλευταράδικα και καλά μυρμήγκια, που τόση ευγνωμοσύνη χρώσταγαν στον Ρωμαίο, ξεχώρισαν το στάρι απ’ το κριθάρι! Είδε η μάγισσα το αποτέλεσμα και τρελάθηκε, μα δεν μπορούσε να παραβεί τον όρκο της…

-Είσαι γενναίος, Ρωμαίο, του λέει. Πρέπει να σου χαρίσω την ελευθερία σου. Και για τη γενναιότητά σου, να, θα σου φορτώσω δυό μουλάρια στάρι να το πας στο σπίτι σου.

Του φόρτωσε η μάγισσα δυό μουλάρια στάρι και το πήγε στην μάνα του, που τον δέχτηκε με μεγάλη χαρά!
Σαν πέρασε ο καιρός και σώθηκε το στάρι, τότε ξανά ο Ρωμαίος ξεκίνησε για δουλειά στην μεγάλη Χώρα, να φέρει ψωμί και για την χήρα μάνα του.

Σα διέσχιζε το γνώριμό του δάσος, για κακή του τύχη, συνάντησε έναν τεράστιο δράκοντα, που άρχισε να κινείται απειλητικά εναντίον του για να τον κατασπαράξει. Πάγωσε ο Ρωμαίος. Κόπηκαν τα πόδια του μπροστά στην απειλή για την ζωή του…
Μα να, η καλή του τύχη και πάλι τον προστάτεψε. Εκεί κοντά ήταν τα δύο κυπαρισσάκια που καθάρισε και περιποιήθηκε σαν ήταν μικρός. Είδαν τα κυπαρίσσια, που στα χρόνια που πέρασαν είχαν γίνει περήφανα δέντρα, είδαν τον δράκοντα, που απειλούσε να κατασπαράξει τον Ρωμαίο και τότε, τα περήφανα κυπαρίσσια βάϊσαν τις κορφές του μέχρι την γη, ανέβηκε πάνω ο Ρωμαίος και σώθηκε απ’ τον δράκοντα!

-Τον ευεργέτη μας δεν θα σώσουμε, μονολόγησαν τα δυό κυπαρίσσια. Εσύ, Ρωμαίε, όταν είμαστε μικρά κα άπλερα δεντράκια, ανάμεσα σε βάτα και σπαραγγωνιές, μας περιποιήθηκες και μας έσωσες. Ε, λοιπόν, ήρθε η σειρά μας για να σου ανταποδώσομε την ευεργεσία σου…

Όμως το τεράστιο φίδι δεν έφευγε , αλλά έμενε κάτω απ’ τα κυπαρίσσια, περιμένοντας πως κάποια στιγμή ο Ρωμαίος, αναγκασμένος απ΄την δίψα και την πείνα θα κατέβαινε και τότε θα τον έκανε μια χαψιά…

Σκέφτηκε, ματασκέφτηκε ο Ρωμαίος με ποιο τρόπο θα ξέφευγε απ’ το μεγάλο θηρίο. Και τότε αποφάσισε να χρησιμοποιήσει το μαγικό μπουκάλι, που του έχε δώσει η μάνα του! Ανοίγει το καπάκι του μπουκαλιού και με ορμή πετιέται έξω το μαγικό νερό… Αμέσως, τότε, στο φτωχικό του σπίτι άρχισαν τα πορτοπαράθυρά του να χτυπάνε με δύναμη. Τρόμαξε η δύστυχη η μάνα του… Κατάλαβε πως ο Ρωμαίος της κινδυνεύει πολύ. Αλλά που να τρέξει και που να πάει, αφού δεν γνώριζε που βρίσκεται ο γιός της. Σκέφτηκε αμέσως τότε τα λιονταράκια της, που στο μεταξύ είχαν γίνει θερία λιοντάρια! Τα αφήνει αμέσως ελεύθερα και αυτά τρέχουν στο δάσος και ψάχνουν παντού τον Ρωμαίο! Κάποια στιγμή τον βλέπουν στα κυπαρίσσια και το τεράστιο θηρία στην ρίζα τους να τον απειλεί. Σαν είδε το θηρίο, τότε τα λιοντάρι, που είναι ο βασιλιάς των ζώων, μέριασε, σύρθηκε στη γη και χάθηκε στο δάσος και ο Ρωμαίος γλύτωσε την ζωή του…

Και γύρισε και πάλι ζωντανός στην μάνα του…
Και ζήσανε αυτοί καλά και μείς καλύτερα…»

-Βλέπ(ε)τε, λοιπόν, παιδιά μου, μας έλεγε ο παππούλης. Στη ζωή μας πρέπει να κάνομε δυό πράματα. Να χρωστάμε χάρη σε όποιον μας βοηθάει και να λογαριάζομε ακόμα και τα μπιρμπύγκια…

Α, ρε παππούλη Κωσταντή, έφυγες το 1981, μα δεν σε ξεχνάω ποτέ… Και σένα, και τα παραμύθια σου και τις ιστορίες σου και όσα ξωμάχικα έμαθα κοντά σου, μα πάνω απ’ όλα και την μεγάλη σου καρδιά… Σου χρωστούσα ένα τέτοιο μνημόσυνο…

Προηγουμενο αρθρο
Στη Σικελία πωλούνται σπίτια αντί 1 ευρώ -Ενα περίεργο πρόγραμμα για να σωθούν τα ιστορικά κέντρα πόλεων
Επομενο αρθρο
Μια Caretta - Caretta - Μια Διάσωση - Μια Κοινωνία!!

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *