HomeΕΠΙ ΠΑΝΤΟΣ ΕΠΙΣΤΗΤΟΥΈνα χρόνο μετά: στη μνήμη του Νίκου Θ. Βλάχου

Ένα χρόνο μετά: στη μνήμη του Νίκου Θ. Βλάχου

Tης Κατερίνας Λιβιτσάνου – Ντάνου

Το διήγημα που ακολουθεί δημοσιεύεται για πρώτη φορά, με αφορμή το ετήσιο μνημόσυνο, που θα γίνει στην Εξάνθεια Λευκάδας, στις 22 Ιουλίου 2018 ημέρα Κυριακή, στη μνήμη του δασκάλου μου Νίκου Βλάχου, που υπηρέτησε αρκετά χρόνια στο Δημοτικό Σχολείο Ασπρογερακάτων Λευκάδας.

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

«Η εκδήλωση έχει αρχίσει, κάντε γρήγορα να προλάβουμε πρέπει να παραστούμε, να δουν και τα παιδιά». « Όπου να ‘ναι φεύγουμε, μην ανησυχείς, σε όλα πανταχού παρούσα, ζαλιστήκαμε με τα καλοκαιρινά». «Δεν καταλαβαίνω πάντα την τελευταία στιγμή , αφού κάνουμε κάτι, γιατί να μην είμαστε στο χρόνο μας». Διάλογος συνηθισμένος μεταξύ μας και σε λίγο φτάνουμε στην πλατεία. Ο κόσμος πολύς, όχι μόνο ντόπιοι, αλλά και τουρίστες, που βρέθηκαν στην περιοχή. Έχουμε μαζί μας την Ντένια και το Νικόλα, τα δυο μας εγγόνια από την κόρη μας την Κλαίρη, που όλο το Καλοκαίρι εργάζεται. Ο γιος μας ο Μίμης δεν έχει κάνει ακόμη οικογένεια, ας είναι μεγαλύτερος. Από την υπηρεσία μας έχουμε συνταξιοδοτηθεί, ερχόμαστε στο νησί τα Καλοκαίρια, μια και στην πόλη η ζέστη δεν αντέχεται . Πηγαίνουμε με τα μικρά στη θάλασσα, δεν ξεκολλάνε από το νερό, μας βγάζουν την πίστη, έλα όμως που μας αρέσει. Ο Νίκος βαριέται τις εκδηλώσεις, κουράζεται να τα κυνηγά, εγώ όμως πεθαίνω γι’ αυτές, ειδικά όταν μου θυμίζουν το παρελθόν.

Η μεγάλη πλατεία είναι γεμάτη, προσέχουμε τα παιδιά, προσπαθούμε να βρούμε κάπου να καθίσουμε. Με δυσκολία αριστερά στη γωνία μας βάζουν ένα τραπεζάκι. Δε γνωρίζω και πολλούς, γιατί κάθε χρόνο οι αλλαγές είναι σημαντικές. Το λαϊκό δρώμενο έχει αρχίσει, ο Νίκος πηγαίνει τα παιδιά μπροστά να βλέπουν και μένω καθηλωμένη στην ψάθινη καρέκλα μου. Ο ήλιος έχει δύσει, η φασαρία πολλή, προσπαθώ να χαλαρώσω και το βλέμμα μου καρφώνεται σε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι, που κάθεται στο παραδίπλα τραπέζι. Ο κύριος, ασπρομάλλης, αδύνατος και πολύ ταλαιπωρημένος, στηρίζεται στο μπαστούνι του και παρακολουθεί τον κόσμο.

H κυρία δίπλα του καλοστεκούμενη, νεότερη και σε πολύ καλύτερη κατάσταση από αυτόν. Κάποια στιγμή εκείνος ρίχνει το γερασμένο του βλέμμα πάνω μου και μένει χαμένος στον κόσμο του. Μου κάνει νόημα να πάω προς το μέρος τους. Αδιαφορώ, μα επιμένει. Σηκώνομαι και πλησιάζω. Μου πιάνει το χέρι «δεν μπορεί να κάνω λάθος, είσαι η Φωτεινή, έτσι δεν είναι;» παγώνω, προφανώς έχουμε να συναντηθούμε πάρα πολλά χρόνια, μα το ταλαίπωρο βλέμμα του κάτι μου λέει. Κάθομαι και τον κοιτάζω, δίχως να απαντήσω κι έπειτα «έχετε δίκιο, αλλά εσείς;» «αν σου πω μια φράση, θα καταλάβεις ίσως» «σας ακούω» «έλα εδώ καλό μου παιδί και πες ευθαρσώς την άποψίν σου» «είστε ο κύριος Αντώνης, ο δάσκαλός μου στο Δημοτικό;». Βλέπω ένα του δάκρυ να κατεβαίνει στο μάγουλό του, σκύβω, τον αγκαλιάζω και χάνομαι στον κόσμο των παιδικών μου χρόνων. Ο Νίκος με τα παιδιά με ψάχνουν στο τραπέζι, τον παρακαλώ να μείνει λίγο μαζί τους και κάθομαι δίπλα στον αγαπημένο μου δάσκαλο, αυτόν τον άνθρωπο που μου τόνιζε να έχω θάρρος και να μην ντρέπομαι να λέω « την άποψίν μου». Είναι συγκινημένος και χαρούμενος.

Πέρασαν χρόνια πολλά, από τότε που έφυγε με την οικογένειά του για την Αθήνα. Η σύζυγός του μου διηγείται τη ζωή τους, μου επισημαίνει ότι έχει σοβαρά προβλήματα υγείας και αγωνίζεται, εκείνος θυμάται τα όμορφα χρόνια της καριέρας του στο χωριό μου. «Το ήξερα πως θα σε βρω, κυρίως ήρθα για το τελευταίο ίσως ταξίδι στο παρελθόν αυτού του τόπου», «μη λέτε έτσι σας παρακαλώ», «έτσι αισθάνομαι, έχω να σου δώσω κάτι που έχω κρατήσει, κάτι που βρήκα τελευταία ψάχνοντας, απόδειξη των ικανοτήτων σου», δε μιλώ τον κοιτάζω και βγάζει ένα κιτρινισμένο χαρτί. «είναι κάτι από τότε;», «ακριβώς, από την Τετάρτη Δημοτικού, με είχε εντυπωσιάσει η ικανότητά σου στο λόγο, στην περιγραφή και την αφήγηση». Το παίρνω και το κρατώ διακριτικά, του υπόσχομαι να το διαβάσω με προσοχή «και να το κρατήσεις να με θυμάσαι». Έχει άλλα δύο τέτοια χαρτιά, με ρωτάει για δύο συμμαθητές μου, δεν ξέρω να του απαντήσω, όμως ελπίζει να τους βρει κι εκείνους. Ζητάω να πληρώσω το λογαριασμό τους, δε δέχεται φυσικά, η βραδιά προχωράει, τα παιδιά με φωνάζουν «ευτυχισμένη που είσαι γιαγιά Φωτεινούλα, εμείς δεν κάναμε παιδιά».

Σηκώνεται να φύγει, γιατί οι αντοχές του έχουν εξαντληθεί. Τους αγκαλιάζω «σας ευχαριστώ για την όμορφη στιγμή», «εμείς ευχαριστούμε για την παρέα και που σε βρήκαμε, γιατί δεν μπορεί να ησυχάσει, αν δεν παραδώσει τα γραπτά σας. Να δούμε πού θα βρούμε τους άλλους. Τώρα όμως είναι ώρα να φύγουμε», λέει η σύζυγός του. Σηκώνεται με δυσκολία ο κύριος Αντώνης και στηρίζεται στη γυναίκα του και στο μπαστούνι του. Ένα ταξί τους παραλαμβάνει για το σπίτι. Με κοιτάζει, σα να χαιρετά τη ζωή. Επιστρέφω στο τραπέζι με αλλαγμένη διάθεση , τα μικρά παραπονούνται πως δεν τα αγαπώ, ο Νίκος κουράστηκε κι αυτός μαζί τους, η εκδήλωση έχει σχεδόν τελειώσει. «η συνάντηση αυτή ίσως είναι η μοναδική μετά από χρόνια και η τελευταία», «τι λες, τι έγινε και δε μου εξηγείς». Του τα εξηγώ όλα, όσο μπορώ, του λέω για την έκθεση της τετάρτης Δημοτικού και με παρακαλάει να τη διαβάσω αργότερα, που τα μικρά θα κοιμηθούν. Συμφωνώ κι επιστρέφουμε σπίτι.

Ο Νικόλας και η Ντένια στήνονται στο skype με τους γονείς τους, τα λένε όλα, χαρτί και καλαμάρι, η επικοινωνία τελειώνει, πλησιάζουν άλλωστε οι μέρες που θα έρθουν κι εκείνοι με άδεια κι έτσι κι εγώ θα ξεκουραστώ. Και σαν τα παιδιά έχουν κοιμηθεί ξερά από την κούραση και τις βόλτες, παίρνω το κιτρινισμένο χαρτί και κάθομαι στον καναπέ της βεράντας. Δίπλα μου ο Νίκος, περίεργος για τις «παιδικές μου σοφίες». Αρχικά διαβάζει ο καθένας μόνος του, μα επειδή δεν υπάρχει συγχρονισμός διαβάζει μόνο εκείνος δυνατά «Ένα ταξίδι εις τας Αθήνας (Ιούνιος 1967)

Είχαμε αποφασίσει να ταξιδέψουμε εγώ με τον παππού μου για λίγες μέρες στην Αθήνα. Το ταξίδι αυτό δε μπορεί να το κάνει κανείς κάθε μέρα. Δια τούτο κι εγώ πρώτη φορά το πραγματοποίησα. Αφού προετοιμαστήκαμε, κατεβήκαμε στην Χώρα. Αποχαιρετήσαμε τους δικούς μας και ξεκινήσαμε. Κι ενώ αφήσαμε πίσω μας την ωραία μας πόλη, φτάσαμε στο πέραμα. Στον μικρό δηλαδή πορθμό, ο οποίος χωρίζει το νησί από την Αιτωλοακαρνανία.

Για μια στιγμή ήμεθα απέναντι. Ο κρότος του λεωφορείου ηκούσθη και πάλι και βάδιζε τώρα σε χωματένιους δρόμους. Απόκρημνοι ήσαν οι λόφοι της Αιτωλίας . Μεγάλες εκτάσεις ήσαν σκεπασμένες από καπνά και βαμβάκια. Σε μακρινή, μα πολύ μακρινή απόσταση, βρίσκονταν τα λίγα της χωριά, άλλα μικρά, κρυμμένα στους θάμνους κι άλλα μεγάλα, κάτασπρα με λίγη πρασινάδα γύρω. Κι ο ποταμός Αχελώος με τα γάργαρα νερά του! Αφού περάσαμε πολλές πόλεις, αντικρίσαμε για λίγο τη γαλανή θάλασσα που φιλούσε τα πόδια των βουνών και καθρέφτιζε στα νερά της τις κορυφές τους. Θαυμάσια, όμορφα, ήσαν τώρα τα βουνά, καταπράσινα, σκεπασμένα, από δάση αποτελούμενα από πεύκα κι έλατα. Μα σε λίγο φθάσαμε στο Αντίρριον.

Μπήκαμε στο καράβι. Τώρα βρισκόμαστε για λίγα λεπτά στη Νεράϊδα θάλασσα. Ήταν ήρεμη, γαλανή, σαν δελφίνι τη διέσχιζε το φεριμπόουτ. Βρεθήκαμε σε λίγο απέναντι στην όμορφη Πελοπόννησο. Σταθμεύσαμε, για να γευματίσουμε σ’ ένα εστιατόριο και να ξεκουραστούμε από την ταξιδιωτική περιπλάνηση. Φύγαμε και σε λίγες ώρες είχαμε περάσει την Πελοπόννησον. Ταξιδεύαμε τώρα στην Κόρινθο. Για μια στιγμή περάσαμε πάνω από μια μεγάλη γέφυρα. Κάτω ήταν «ποτάμι βαθύ» σα μεγάλο χάος, και μέσα σ’ αυτό διακρίναμε τα φώτα από τα πλοία. Ήταν ο ισθμός της Κορίνθου.

Ήταν σούρουπο όταν μπήκαμε στα προάστεια των Αθηνών. Άρχισαν τα μεγάλα σπίτια, τα πολυτελή καταστήματα. Σε λίγο αντικρίζαμε τις μεγάλες πολυκατοικίες με τα χρωματιστά φώτα. Την μεγάλην κίνησιν των ανθρώπων και των αυτοκινήτων που σαν μυρμήγκια έτρεχαν στους δρόμους άλλα πάνω, άλλα κάτω, άλλα δεξιά κι άλλα αριστερά. Ήμαστε στην Αθήνα.

Ενώ κατεβήκαμε από το λεωφορείο, πήραμε ένα ταξί και σε λίγο μπήκαμε στην οδό Μενεκράτους. Μα σ’ ένα απ’ τα ψηλά εκείνα σπίτια διακρίνω τώρα την θεία μου που χαρούμενη περιμένει. Κατεβήκαμε. Με χαρά μάς υποδέχτηκαν όλοι, διότι εγώ πρώτη φορά έκανα επίσκεψη στην Αθήνα. Το πρώτο βράδυ ζαλισμένοι από το ταξίδι φάγαμε και κοιμηθήκαμε. Από την άλλη μέρα αρχίσαμε να κάνωμε επισκέψεις σε μερικά μέρη, για να γνωρίσω κι εγώ λίγο το «κλεινόν άστυ». Επισκεφθήκαμε την Ακρόπολη. Ήτο κτισμένη σ’ ένα μικρό λόφο. Ανεβήκαμε τα πολλά και μεγάλα σκαλιά που αρχίζουν από τους πρόποδες του λόφου και τελειώνουν στην κορυφή του. Και τώρα βλέπω από κοντά το παράξενο σχήμα της. Οι ξένοι ήσαν πάρα πολλοί, επεσκέπτοντο κι αυτοί το αρχαίον αυτό Ελληνικόν αριστούργημα. Κάτω απ’ αυτήν είναι το μεγάλον θέατρον. Πολλά ταξίδια κάναμε στο Γουδί, στο μαγαζί του θείου μου. Εκεί είδα το Λαϊκό νοσοκομείο και το νοσοκομείο των Παίδων παραπάνω. Κτίρια μεγάλα, πολυόροφα με ωραία μορφή εξωτερικώς. Μα και το πανηγύρι του Αγίου Ιωάννου κοντά στο σπίτι της θείας μου ήταν θαυμάσιο. Μεγάλη ήταν η εκκλησία, θολωτή, με κολυμβητήριο απ’ έξω. Περάσαμε από τις στήλες του Ολυμπίου Διός, το Σύνταγμα, την πλατεία Συντάγματος, το Πανεπιστήμιο και το ένδοξον ιερόν μνημείον του «αγνώστου στρατιώτου». Πήγαμε στην Ομόνοια στην Κεντρική Αγορά, η οποία είχε πολύν κόσμο που ο καθένας ψώνιζε ό,τι χρειαζόταν. Επισκεφθήκαμε την παιδική χαρά με τις ηλεκτρικές σκάλες, τις κούνιες, τα γήπεδα κι άλλα ωραία παιχνίδια χρήσιμα για τα παιδιά. Μια όμως επίσκεψη θα μου μείνη αξέχαστη. Αποφασίσαμε μιαν ημέρα να επισκεφθούμε το Βασιλικό Κήπο, και την έκθεσιν της πολεμικής Ιστορίας των Ελλήνων εις το Ζάππειον Μέγαρον. Ενώ κατεβήκαμε από το λεωφορείο, κάναμε ένα περίπατο στο Βασιλικό Κήπο. Στενά δρομάκια μας οδηγούσαν σε μεγάλα δέντρα άγνωστα σε μας, και μετά στα πτηνά και τα μεγάλα ζώα. Οι πάπιες, οι χήνες, τα περιστέρια σε μια μεριά. Πιο πέρα τα ζαρκάδια, τα ελάφια, τα αγριογούρουνα, κι άλλα ζώα, μας κοίταζαν με συμπάθεια και ζητούσαν να βρουν φαγητό. Κι η μαϊμού σε μια μεριά και τα παγώνια πιο πέρα. Οι παπαγάλοι, ο αϊτός, η κουκουβάγια, ο μπούφος κι άλλα πουλιά που πρώτη φορά τα βλέπαμε. Πήγαμε μετά στο Ζάππειον. Ήταν ψηλό, με ωραία όψη απ’ έξω. Στο προαύλιο βρήκαμε τα παλιά αεροπλάνα και τανκς. Μπήκαμε μέσα κι αρχίσαμε να βλέπουμε την έκθεση. Εδώ η θρυλική μας Ιστορία: η Τροία, η μάχη στο Μαραθώνα, οι θεοί των αρχαίων, το κράτος του Μ. Αλεξάνδρου και οι μάχες. Ο Περικλής κι άλλοι σοφοί, η Βυζαντινή Ιστορία, οι βυζαντινές εικόνες, οι φορεσιές των αρχαίων, οι ήρωες του 1821, το σπαθί του Καραϊσκάκη, το γιλέκο της Μπουμπουλίνας, οι πόλεμοι του ’40 κι όλες οι σκηνές της ενδόξου ημών Ιστορίας. Μετά βγήκαμε έξω κι ακούσαμε μερικούς τραγουδιστές. Οι προβολείς είχαν ανάψει. Το μεγάλο συντριβάνι σχημάτιζε στη δροσερή νύχτα μύρια, ωραία χρώματα.

Είχαν περάσει όμως οι μέρες κι έπρεπε ν’ αφήσουμε την Αθήνα. Ετοιμαστήκαμε λοιπόν κι αφού αποχαιρετίσαμε τους θείους μου, ξεκινήσαμε για το νησί νύχτα, εγώ κατενθουσιασμένη απ’ όσα είδα στην Αθήνα. Τώρα μόνον λίγα φώτα διακρίναμε, στον ορίζοντα. Σε μερικές ώρες ήμαστε στον προορισμό μας. Όταν ήρθαμε στο χωριό διηγήθηκα τις εντυπώσεις μου. Πολύ μου άρεσε το ταξίδι αυτό, που ποτέ δε θα το ξεχάσω».

«Τρόμαξα να το διαβάσω από την κιτρινίλα», «αυτό μόνο έχεις να πεις;», «φυσικά και όχι για ένα παιδάκι του χωριού, στην Τετάρτη μόλις Δημοτικού, που πρώτη φορά ταξιδεύει έξω από το χωριό του κι έχει τόσο συγκροτημένη σκέψη και ικανότητες στο λόγο, που χειρίζεται σωστά τύπους καθαρεύουσας, μόνο που τελειώνει απότομα», «ο δάσκαλος μου είπε πως αυτό γράφτηκε σε μια διδακτική ώρα στο σχολείο και τέλειωσα έτσι, γιατί δεν είχα άλλο χρόνο στη διάθεσή μου», «όπως και να ‘χει πρέπει να ήσουν φυσιογνωμία και δε σου φαίνεται. Κράτησέ το, γιατί η συνάντηση με το δάσκαλο δε νομίζω να επαναληφθεί», «με τρομάζεις με τις προφητείες σου», «ρεαλισμός χρειάζεται και όχι τρόμος». Πέφτουμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Το ήρεμο καλοκαιρινό βράδυ συνεχίζεται, τρέχω κοντά στην Ντένια που με φωνάζει, γιατί κάτι θέλει. Όταν επιστρέφω, ο Νίκος έχει κοιμηθεί, μένω δίπλα του αγκαλιά με τις σκέψεις , το παρελθόν και τη ζωή μου…

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΛΙΒΙΤΣΑΝΟΥ – ΝΤΑΝΟΥ

Προηγουμενο αρθρο
Η τοποθέτησή του Θανάση Καββαδά στη Βουλή στο νομοσχέδιο για την Τοπική Αυτοδιοίκηση
Επομενο αρθρο
«Εκ Λευκάδας»

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *