HomeΘΕΜΑΤΑΈρωτας σαν «πορεία σε πάλλευκο χιόνι»

Έρωτας σαν «πορεία σε πάλλευκο χιόνι»

Όλες οι μορφές τέχνης από αρχαιοτάτων χρόνων ύμνησαν τον έρωτα. Μουσική, ζωγραφική, γλυπτική, λογοτεχνία, χορός, κινηματογράφος, ποίηση, όλες οι τέχνες στην υποταγή του.
Διότι ο έρωτας είναι αναμφισβήτητα ΖΩΗ. Παντοδύναμος, θαυματουργός, αδηφάγος, επαναστατικός, καταστροφικός, υποταγμένος, πανίσχυρος, αυτός κινεί τα νήματα της ύπαρξης.
Έρωτας ορμή, λαχτάρα, υπέρβαση, λαίλαπα, διάβρωση, πυρκαγιά, άγγελος, θεριό, όπως και να τον πεις, ο έρωτας είναι αυτός που όταν μας σημαδέψει με τα βέλη του, μεταμορφώνει τη ζωή μας σε κήπο του παραδείσου.

Ο έρωτας
Που ξέρει να προσθέτει
Δυο φτερούγες αγγέλου
Στον άνθρωπο

όπως λέει ο ποιητής Οδ. Ελύτης.
Και επειδή η ποίηση βρίσκει πάντα τρόπο να ξανακαινουργιώνει τις λέξεις και να μας παραδίνει τον έρωτα νιόκοπο κάθε φορά ας διαβάσουμε τρία ποιήματα μεγάλων ποιητών αφιερωμένα στα φτερά του.

Το φιλί Γκούσταφ Κλιμτ, 1907-1908. Ελαιογραφία σε καμβά πινακοθήκη Μπελβεντέρε, Βιέννη
Το φιλί Γκούσταφ Κλιμτ, 1907-1908. Ελαιογραφία σε καμβά πινακοθήκη Μπελβεντέρε, Βιέννη

Από τα «Εκατό ερωτικά σονέτα» – Πάμπλο Νερούδα

Ποθώ το στόμα σου, τη φωνή, τα μαλλιά σου,
Σιωπηλός πεινασμένος ενεδρεύω στους δρόμους,
Το ψωμί δεν με τρέφει, η αυγή με ταράζει,
Αναζητώ τον υγρό ήχο των βημάτων σου όλη μέρα.
Ορέγομαι το λαμπερό σου χαμόγελο
Τα χέρια σου, το χρώμα του αγριοσιταριού,
Ορέγομαι τα χλωμά πετράδια των νυχιών σου,
Θέλω να καταφάω το δέρμα σου σαν ολόκληρο αμύγδαλο.

Θέλω να καταφάω την ηλιαχτίδα που τρεμοπαίζει στην ομορφιά σου,
Τη μύτη, άρχοντα του αλαζονικού σου προσώπου,
Θέλω να καταφάω τη φευγαλέα σκιά απ’ τα ματόκλαδά σου.

Και περπατώ πεινασμένος, οσφραινόμενος το λυκόφως,
Ψάχνοντας για εσένα και τη ζεστή καρδιά σου,
Όπως το πούμα στη χέρσα ερημιά.

Francesco Hayez, To τελευταίο φιλί του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας. 1823. Μουσείο της Villa Carlotta. Κόμο.
Francesco Hayez, To τελευταίο φιλί του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας. 1823. Μουσείο της Villa Carlotta. Κόμο.

 

Σάρκινος λόγος (απόσπασμα) –Γιάννης Ρίτσος

Τι όμορφη που είσαι. Με τρομάζει η ομορφιά σου.
Σε πονάω. Σε διψάω.
Σου δέομαι: κρύψου γίνε αόρατη για όλους όρατή μόνο σ’ εμένα
καλυμένη
απ’ τα μαλλιά ως τα νύχια των ποδιών με σκοτεινό διάφανο πέπλο
διάστικτο απ’ τους ασημένιους στεναγμούς εαρινών φεγγαριών. Οι πόροι σου εκπέμπουν φωνήεντα, σύμφωνα ιμερόεντα αρθρώνονται απόρρητες λέξεις
τριανταφυλλιές εκρήξεις απ ΄την πράξη του έρωτα. Το πέπλο σου ογκώνεται,
λάμπει
πάνω απ΄ τη νυχτωμένη πόλη με τα ημίφωτα μπαρ, τα ναυτικά
οινομαγειρεία
πράσινοι προβολείς φωτίζουνε το διανυκτερεύον φαρμακείο
μια γυάλινη σφαίρα
περιστρέφεται γρήγορα δείχνοντας τοπία της υδρογείου.
Ο μεθυσμένος τρεκλίζει
σε μια τρικυμία φυσημένη απ’ την αναπνοή του σώματός σου.
Μη φεύγεις. Μη φεύγεις.
Τόσο υλική, τόσο άπιαστη. Ένας πέτρινος ταύρος

πηδάει απ ΄το αέτωμα στα ξερά χόρτα. Μια γυμνή γυναίκα ανεβαίνει
την ξύλινη σκάλα
κρατώντας μια λεκάνη με ζεστό νερό. Ο ατμός της κρύβει το πρόσωπο.
Ψηλά στον αέρα
ένα ανιχνευτικό ελικόπτερο βομβίζει σε αόριστα σημεία. Φυλάξου.
Εσένα ζητούν. Κρύψου βαθύτερα στα χέρια μου. Το τρίχωμα
της κόκκινης κουβέρτας που μας σκεπάζει, διαρκώς μεγαλώνει.
Γίνεται μια έγκυος αρκούδα η κουβέρτα. Κάτω από την κόκκινη αρκούδα
Ερωτευόμαστε απέραντα, πέρα απ΄ το χρόνο και το θάνατο πέρα,
σε μια μοναχική παγκόσμιαν ένωση. Τι όμορφη που είσαι.
Η ομορφιά σου με τρομάζει.
Και σε πεινάω. Και σε διψάω. Και σου δέομαι: Κρύψου.

Αθήνα, 18.11.80

Francesco Hayez, Το φιλί. 1879. Πινακοθήκη της Μπρέρα. Μιλάνο
Francesco Hayez, Το φιλί. 1879. Πινακοθήκη της Μπρέρα. Μιλάνο

ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ – ΟΔΥΣΣΈΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
IΙΙ

Έτσι μιλώ για σένα και για μένα

Επειδή σ’ αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Να μπαίνω σαν Πανσέληνος
Από παντού, για το μικρό πόδι σου μεσ’ στ’ αχανή σεντόνια
Να μαδάω γιασεμιά – κι έχω τη δύναμη
Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Μεσ’ από φεγγερά περάσματα και κρυφές θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνς

Ακουστά σ’ έχουν τα κύματα
Πως χαϊδεύεις, πως φιλάς
Πως λες ψιθυριστά το «τι» και το «ε»
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά

Πάντα εσύ τ’ αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Το βρεγμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνει
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Επειδή σ’ αγαπώ και σ’ αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Κάμαρα τ’ ουρανού με τ’ άστρα
Τόσο η ελάχιστή σου αναπνοή

Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μεσ’ στους τέσσερεις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Να μυρίζω από σένα και ν’ αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ’ αλλού φερμένο
Δεν το αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μεσ’ στον κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ για σένα και για μένα.

IV

Είναι νωρίς ακόμη μεσ’ στον κόσμο αυτόν, μ’ ακούς
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ’ ακούς
Το χαμένο μου αίμα και το μυτερό, μ’ ακους
Μαχαίρι
Σαν κριάρι που τρέχει μεσ’ στους ουρανούς
Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ’ ακούς
Είμ’ εγώ, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ, μ’ ακούς
Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ
Το λευκό νυφικά της Οφηλίας, μ’ ακούς

Σου κρατεί το χέρι πάνω απ’ τους κατακλυσμούς

Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες
Θα ‘ρθει μια μέρα , μ’ακούς
Να μας θάψουν κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι, μ’ ακούς
Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ’ ακούς
Των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει, μ’ ακούς
Στα νερά ένα-ένα , μ’ ακούς
Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ’ ακούς
Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησιά, μ’ ακούς
Όπου κάποτε οι φιγούρες, μ’ ακούς
Των Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ’ ακούς
Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ’ ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ’ ακούς
Ή κανείς ή κι οι δυο μαζί, μ’ ακούς

Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και, μ’ ακούς
Της αγάπης
Μια για πάντα το κόψαμε, μ’ ακούς
Και δεν γίνεται ν’ ανθίσει αλλιώς, μ’ ακούς
Σ’ άλλη γη, σ’ άλλο αστέρι, μ’ ακούς
Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας
Που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ’ακούς

Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ’ άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ’ ακούς
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’ ακούς
Μεσ’ στη μέση της θάλασσας
Από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ’ ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ ακούς
Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει – ακούς;
Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει – ακούς;
Είμ’ εγώ που φωνάζω, κι είμ’ εγώ που κλαίω, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, μ’ ακούς.

Επιμέλεια: Ελένη Μ. Ματαράγκα

Προηγουμενο αρθρο
Πήρε το θρίλερ η Δόξα Λευκάδας (76-74 τον Ηρακλή)
Επομενο αρθρο
Έρωτα με λένε

2 Σχόλια

  1. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΕΡΕΣ
    14 Φεβρουαρίου 2016 at 15:31 — Απάντηση

    Επιτρέψτε μου να προσθέσω το παρακάτω μικρό απόσπασμα από το αριστουργηματικό ποίημα του Ελύτη «Ακίνδυνου, ελπιδοφόρου, ανεμπόδιστου», που περιέχεται στη συλλογή τα Ελεγεία της Οξώπετρας (Ίκαρος, 1991, πέντε χρόνια πριν τον θάνατό του). Αφιερωμένο στον Έρωτα-Ομορφιά, που τον αντικρύζει ο Ποιητής από την όχθη της αναμονής του Θανάτου, όταν η βάρκα είναι έτοιμη να αποπλεύσει από την Αχερουσία- και έχει την αίσθηση (ίσως τη βεβαιότητα) ο Ποιητής, και την μεταδίδει και σε μας, ότι ο Έρωτας-Ομορφιά θα κατισχύσει του κραταιού αντιπάλου:

    Αχ ομορφιά κι αν δεν μου παραδόθηκες ολόκληρη ποτέ

    Κάτι κατάφερα να σου υποκλέψω. Λέω: κείνο το πράσινο κόρης

    οφθαλμού που πρωτο-
    Εισέρχεται στον έρωτα και τ’ άλλο το χρυσό, που όπου κι αν το

    τοποθετείς ιουλίζει.
    Τραβάτε τα κουπιά οι στα σκληρά εθισμένοι. Να με πάτε κει που
    οι άλλοι παν
    Δε γίνεται. Δεν εγεννήθηκα ν’ ανήκω πουθενά
    Τιμαριώτης τ’ ουρανού κει πάλι ζητώ ν’ αποκατασταθώ
    Στα δίκαιά μου. Το λέει κι ο αέρας
    Από μικρό το θαύμα είναι λουλούδι και άμα μεγαλώσει θάνατος

  2. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΕΡΕΣ
    14 Φεβρουαρίου 2016 at 19:14 — Απάντηση

    Ξαναγράφω το απόσπασμα του Ελύτη, επειδή ο δαίμων… του πληκτρολογίου μού έφαγε κάποιες γραμμές:

    Τώρα, στη βάρκα όπου κι αν μπεις άδεια θα φτάσει

    Εγώ αποβλέπω· σ’ έναν μακρύ θαλασσινό Κεραμεικό

    Με Κόρες πέτρινες και που κρατούν λουλούδια. Θα ‘ναι νύχτα και

    Αύγουστος

    Τότε που αλλάζουν των αστερισμών οι βάρδιες.
    ……………………………………………………………………….

    Αχ ομορφιά κι αν δεν μου παραδόθηκες ολόκληρη ποτέ

    Κάτι κατάφερα να σου υποκλέψω. Λέω: κείνο το πράσινο κόρης

    οφθαλμού που πρωτο-
    Εισέρχεται στον έρωτα και τ’ άλλο το χρυσό, που όπου κι αν το

    τοποθετείς ιουλίζει.

    Τραβάτε τα κουπιά οι στα σκληρά εθισμένοι. Να με πάτε κει που

    οι άλλοι παν

    Δε γίνεται. Δεν εγεννήθηκα ν’ ανήκω πουθενά

    Τιμαριώτης τ’ ουρανού κει πάλι ζητώ ν’ αποκατασταθώ

    Στα δίκαιά μου. Το λέει κι ο αέρας

    Από μικρό το θαύμα είναι λουλούδι και άμα μεγαλώσει θάνατος

    Αχ ομορφιά συ θα με παραδώσεις καθώς ο Ιούδας

    Θα ‘ναι νύχτα και Αύγουστος………………………………………………

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *