HomeΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣΑβελάρδος και Ελοΐζα: Από την τραγικότητα της ζωής στη σκηνική μεταγραφή της

Αβελάρδος και Ελοΐζα: Από την τραγικότητα της ζωής στη σκηνική μεταγραφή της

Μια πρόταση του Θεατρικού Εργαστηρίου του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Λευκάδας

Βιβή Κοψιδά-Βρεττού

Αξιοπρόσεκτη στροφή στο θεατρικό της ρεπερτόριο τόλμησε φέτος η σκηνοθέτις του Θεατρικού Εργαστηρίου Ενηλίκων του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Λευκάδας, Λουκία Κατωπόδη, με την επιλογή του έργου Αβελάρδος και Ελοΐζα. Μια συγκλονιστική ερωτική τραγωδία, που διαδραματίζεται στην καρδιά της μεσαιωνικής Ευρώπης, με τραγικούς πρωταγωνιστές τον διακεκριμένο Γάλλο ανατρεπτικό φιλόσοφο και θεολόγο και χαρισματικό δάσκαλο Πέτρο Αβελάρδο (Pierre Abelard, 1079-1142), και τη δεκαεξάχρονη προικισμένη μαθήτριά του Ελοΐζα (Heloise d’Argenteuil,1100-1164), ανεψιά του εκκλησιαστικού αξιωματούχου Φιλμπέρ.

Σημαντικό είναι να σημειωθεί –γεγονός που κάνει δραματικότερη και εξηγεί την ένταση με την οποία ποινικοποιήθηκε τόσο βαριά αυτός ο μεγάλος έρωτας-, ότι ο Αβελάρδος παρεμβαίνει προκλητικά στη μεσαιωνική φιλοσοφική και θεολογική σκέψη της εποχής του. Σχετικά με τα universalia, έκφραση της πάλης ανάμεσα στην ύλη και στο πνεύμα, ο Αβελάρδος τεκμηριώνει τις απόψεις του κονσεπτουαλισμού, απορρίπτει δηλαδή τη διδασκαλία για τον σχολαστικό ρεαλισμό, υποστηρίζοντας ότι το γενικό, ως έννοια, υφίσταται μόνο σε συνάρτηση με τα πράγματα και όχι ανεξάρτητα απ’αυτά. Πίστευε ότι στον ανθρώπινο νου υπάρχουν απλώς προεμπειρικές γενικές έννοιες, που μας υποβοηθούν να κατανοήσουμε την αντικειμενική πραγματικότητα. Με το τολμηρό βιβλίο του «Ναι και Όχι», όπου υποστηρίζει την ιδέα να περιορίζουμε τη θρησκευτική πίστη, με κριτήριο τη λογική μας, γίνεται ο προάγγελος ενός πρόδρομου διαφωτισμού.

Μπορούμε να κατανοήσουμε επομένως τη σκοτεινή στάση της εκκλησίας και μιας θρησκόληπτης κοινωνίας απέναντί του, όπως και την ένταση του έρωτα ανάμεσα σε δύο πραγματικά σημαίνουσες και επαναστατημένες φύσεις.

Ο έρωτας που τους ένωσε ήταν παράφορος και κατέληξε στη γέννηση ενός παιδιού. Η Ελοΐζα ωστόσο δεν δέχεται τις πιεστικές προτάσεις του Αβελάρδου να την παντρευτεί, αρνούμενη να καταστρέψει την υψηλή σταδιοδρομία του σε θέση επισκόπου ή ηγουμένου, ανώτερες θέσεις για μια πνευματική προσωπικότητα.

Πείθεται τελικά, αλλά ο γάμος αποκαλύπτεται στον θείο της, κι αυτός τον διαδίδει με σκοπό να καταστρέψει τον Αβελάρδο. Έτσι, μια νύχτα, πληρωμένοι από τον Φιλμπέρ δολοφόνοι, θα μπουν βίαια στο σπίτι του και θα τον ευνουχίσουν, αιχμαλωτίζοντάς τον στην έσχατη καταισχύνη. Καταφεύγει αφόρητα ταπεινωμένος σε μοναστήρι, αποφασισμένος πια να αφοσιωθεί στην πνευματική του τελείωση. Αποστέλλει και την Ελοΐζα σε μοναστήρι κοντά στο Παρίσι ενώ τον γιο του αποθέτει στα χέρια συγγενών του στη Βρετάνη.

Περνούν χρόνια για να επικοινωνήσουν μέσω επιστολών, αλλά η Ελοΐζα είναι αδύνατον να υποταχτεί απόλυτα στον πνευματικό κόσμο που τώρα υπηρετεί και να αποτάξει την ανάμνηση του μεγάλου της έρωτα.

Υποδειγματικά αφιερωμένη στο Θεό, ορίζει όμως και το παρελθόν της με τους όρους του τότε. Μας το λένε με χίλιες αποχρώσεις ψυχικές οι επιστολές της: «Οι ηδονές που δοκιμάσαμε μαζί ως εραστές ήταν τόσο γλυκές που δεν μπορώ ούτε να καταφερθώ εναντίον τους, ούτε να τις σβήσω από τη θύμησή μου χωρίς να κοπιάσω. Όπου και να στρέψω το βλέμμα μου τις έχω μπροστά στα μάτια μου, μαζί με τους πόθους που τις συνοδεύουν. Η ψευδαίσθησή τους με κυνηγά ακόμη και στον ύπνο μου, ακόμα και κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας…»

Ο Αβελάρδος πεθαίνει το 1142 και είκοσι χρόνια αργότερα-όπως όριζε η δημογραφική τους δικαιοσύνη-πεθαίνει και η Ελοΐζα, με την τελευταία της επιθυμία να ταφούν μαζί, ανεκπλήρωτη. Εφτακόσια χρόνια αργότερα, η Ιωσηφίνα Βοναπάρτη, συγκινημένη από τη συγκλονιστική ερωτική τους ιστορία, θα τους μεταφέρει σε κοινό τάφο στο κοιμητήριο του Pere Lachaise, στο Παρίσι.

Εκεί, σ’ένα ταξίδι του, θα τους συναντήσει, χαμένους μέσα σε «κήπους» λουλουδιών και δώρων, ο σκηνοθέτης Γιάννης Καλαβριανός, ο οποίος ερευνώντας τη σπαρακτική ζωή τους θα γράψει το έργο Αβελάρδος και Ελοΐζα, το οποίο σκηνοθέτησε και παρουσίασε ο ίδιος ως εναρκτήρια παράσταση στο Φεστιβάλ Αθηνών του 2014.

Αυτό το ίδιο έργο, η καθιερωμένη πια στη συνείδηση των ποιοτικών μας πολιτιστικών αιτημάτων, σκηνοθέτις Λουκία Κατωπόδη, επιλέγει να σκηνοθετήσει για το 2018, προσφέροντας μια δική της δραματική πρόταση και ανάγνωση στο δύσκολο, από πολλές απόψεις, έργο. Δύσκολο προπάντων με την έννοια να μπορέσει, μέσ’από ένα απισχνασμένο θεατρικό διάλογο, ν’ανασύρει την υποβόσκουσα θέρμη των ανθρώπινων παθών και παθημάτων των δύο εραστών, χωρίς όμως να τα εκτρέψει σε ηχηρούς μελοδραματισμούς (πάντα καραδοκεί αυτός ο κίνδυνος σε ακραία τραγικά συμβάντα), γεγονός που δεν θα άρμοζε στη γενναία, αντισυμβατική φύση τους-και κυρίως στη γενναιόφρονα, τολμηρή, μεγαλειώδη αγάπη της Ελοΐζας.

Η παρουσία της Λουκίας Κατωπόδη στον πρωταγωνιστικό ρόλο της μοιραίας ηρωίδας, μας έδωσε-για πρώτη φορά νομίζω- κι ένα επιπλέον δείγμα του ταλέντου της: την υποκριτική της τέχνη, που αναδύθηκε μέσ’από τη λιτή σεμνότητα αλλά και την εκφραστική δύναμη του ανθρώπινου πάθους και της κοινωνικής επαναστατικότητας της ηρωίδας.

Ο Γιάννης Ζαφειρόπουλος, στον επίσης πρωταγωνιστικό ρόλο του Αβελάρδου, προσφέρει την αίσθηση μιας αποστασιοποιημένης δραματικότητας, όπως και η φιλοσοφική παιδεία του ήρωα της αληθινής ιστορίας θα του επέβαλε.

Αλλά και τα δέκα πρόσωπα του ιδιότυπου χορού-ανάμεσά τους κάποιοι έμπειροι ερασιτέχνες και με μακρά θεατρική παρουσία και αξιοπρόσεκτες ερμηνείες, όπως η Σοφία Αθάνατου, ο Δημήτρης Βλασσόπουλος, η Ανούς Μποκοσιάν, ο Σπύρος Τυπάλδος…- καταφέρνουν να ζωντανέψουν το ήθος του ομαδικού τους πορτρέτου και ταυτόχρονα να δώσουν το στίγμα της ατομικότητάς τους: μορφοποιώντας το αφηγηματικό –και κοινωνικό-περιβάλλον της καθαυτό σκηνικής δράσης.

Η πρωτότυπη μουσική του Κυριάκου Σφέτσα, ως σημείο αισθητικού και καλλιτεχνικού περιεχομένου, γραμμένη ειδικά για την παράσταση, έρχεται άλλοτε να υπερτονίσει κι άλλοτε να πραϋνει το άχθος των παθών των ηρώων. Προσφέρει την αναγκαία συστοίχιση με τον χρόνο, τον τρόπο και τη διευθέτηση της δραματικής έκφρασης, συνεπικουρεί αποφασιστικά στη συναισθηματική δεξίωση του έργου, παράγοντας ταυτόχρονα νέες μουσικές σημασίες.

Mέσα σε μια σκοτεινή, γοτθική ατμόσφαιρα-ως να αισθητοποιεί το ιστορικό περιβάλλον που διαδραματίζεται η τραγική ιστορία- και χωρίς καμιά ενδυματολογική φλυαρία (Όλγα Σφέτσα) ή σκηνογραφική περιττολογία, μόνο με τους ξύλινους εκφραστικούς πάγκους, που φιλοξενούν τη στοχευμένη δραματουργικά κίνηση του ιδιότυπου «χορού», η Λουκία ανελίσσει λακωνικά την επώδυνη πορεία των ηρώων προς τη μοίρα τους, εμμένοντας στις ελεγχόμενες και πάλι χειρονομίες του φλογερού πάθους που τους διακατέχει. Λόγοι (ανίσχυροι), αλλά προπάντων αποσιωπήσεις σθεναρές και εκφράσεις πειστικής οδύνης, εξέγερσης και αποφασιστικότητας, όπως των ανθρώπων που συγκρούονται με το πάθος της ιστορίας, συναντώνται εν αρμονία με την απέριττη «σημειολογία» της παράστασης. καθώς συναινούν-με τη συνεπή στους στόχους της σκηνοθετική καθοδήγηση- σε ήσυχα πειστικές συνθέσεις: οπτικές, ηχητικές, εικαστικές και αφηγηματικές.

Σ’αυτή την ενορχήστρωση: δραματικού κειμένου, υποκριτικής απόδοσης, μουσικού υπομνηματισμού, σκηνογραφίας, φωτισμού, οι αυτόνομοι και αυτοδύναμοι κώδικες σημείων, λειτουργούν παράλληλα και συμπληρωματικά ο ένας προς τους άλλους. Στο βαθμό που θα συνδέσουν-και σύμφωνα με την προθετικότητα του θεατρικού κειμένου- τη διαχρονικότητα της τρέλας του έρωτα με έγκλημα και τιμωρία, που ο συγγραφέας του έργου εύχεται να συμβαίνει… Ως κάθαρση των τοξικών παθών μιας ανούσιας, άνευρης πραγματικότητας.

Όπως κι αν φιλοσοφήσουμε πάνω στα ανθρώπινα πάθη και στην ιστορικότητά τους, η παράσταση που παρακολουθήσαμε ήταν μια δοκιμή-μια ακόμα θα’λεγα δοκιμή- του Θεατρικού Εργαστηρίου Ενηλίκων του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Λευκάδας, υπό την καθοδήγηση της άξιας και επίμοχθης σκηνοθετικής εργασίας της Λουκίας Κατωπόδη, πάνω σε ποιοτικές προτάσεις και αντίστοιχες δραματουργικές προκλήσεις: που «διδάσκουν», προβληματίζουν, ψυχαγωγούν, αποκαθαίρουν…
Ευχαριστούμε και συγχαίρουμε!

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Θεατρικό Εργαστήρι του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Λευκάδας
Θεατρικό κείμενο: Γιάννης Καλαβριανός
Σκηνοθεσία: Λουκία Κατωπόδη
Μουσική: Κυριάκος Σφέτσας
Κοστούμια: Όλγα Σφέτσα

Παίζουν οι:

Σοφία Αθάνατου
Ελένη Βρυώνη
Πάττυ Καλού
Λουκία Κατωπόδη
Ανούς Μπογοσιάν
Τάνια Νικολαΐδου
Φώτης Βεντούρης
Δημήτρης Βλασσόπουλος
Λάμπρος Γκιουλέκας
Γιάννης Ζαφειρόπουλος
Μάρκος Σφέτσας
Σπύρος Τυπάλδος

Φωτογραφίες άρθρου: Αντώνης Αθανασόπουλος

Προηγουμενο αρθρο
Συγκρότηση του Δ.Σ του συλλόγου εργαζομένων Νοσοκομείου Λευκάδας
Επομενο αρθρο
Ο Δήμος δεν θα κάνει αποκομιδή σε ογκώδη, εύφλεκτα υλικά και κλαδιά

1 Σχόλιο

  1. Σπυριδώνης
    8 Νοεμβρίου 2018 at 21:31 — Απάντηση

    Η παράσταση ήταν εκπληκτική. Ένα μεγάλο μπράβο σε όλους τους συντελεστές!

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *