HomeΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣΑναμνήσεις από τον θερινό κινηματογράφο «Σινέ Ελένη»

Αναμνήσεις από τον θερινό κινηματογράφο «Σινέ Ελένη»

Το παρακάτω κείμενο γράφτηκε το καλοκαίρι του 2011, ένα χρόνο αφότου έκλεισε ο θερινός κινηματογράφος της πόλης μας, «Σινέ Ελένη».

Σινέ «Ελένη», ο θερινός κινηματογράφος της πόλης μας για δεύτερη χρονιά θα παραμείνει κλειστός.Τα φώτα κάθε βράδυ στην οδό Πεφανερωμένης 51 είναι σβηστά, η πόρτα κλειστή και η μαρκίζα έχει «κατέβει». Ο ιδιοκτήτης, ο καλός μας Νώντας, έφυγε πρόωρα από κοντά μας και μαζί του μια παλιά και γλυκιά συνήθεια όσων λάτρευαν το θερινό σινεμά.

Ήταν το 1983 όταν ο Νώντας αποφάσισε, στο καλύτερο οικόπεδο της Νεάπολης να χτίσει, όχι ένα τριώροφο αλλά ένα θερινό σινεμά! Ένα μικρό όμορφο χώρο, αλλά αρκετά μεγάλο για να στεγάσει την μεγάλη του αγάπη: τον κινηματογράφο.

Συνεπής στο ραντεβού του κάθε χρόνο στα μέσα Ιουνίου, όταν έκλειναν τα σχολεία, εμφανιζόταν από το «πουθενά» και περίμενε να «στρώσει» ο καιρός για να ξεκινήσει και να μας προσφέρει μαγικές βραδιές. Ήταν ένας τύπος «όμορφος», αλέγρος, γνήσιος με πηγαίο και σκωπτικό χιούμορ. Όταν τον συναντούσαμε τις πρώτες μέρες της επιστροφής του, έλαμπε ολόκληρος περιγράφοντας μας τα «καλούδια» που έφερε για το καλοκαίρι. Δεν ήταν επιχείρηση το σινεμά για τον Νώντα, ήταν μεράκι και χαρά. Το εισιτήριο φτηνό, ίσα-ίσα να καλύπτει τα έξοδα των ταινιών. Κι αυτός παρών κάθε βράδυ στην είσοδο, με το καλαμπούρι του και την γλυκιά του σύζυγο πίσω από το ταμείο.

Τα θερινά σινεμά υπήρξαν από τις καλύτερες παρακαταθήκες του πολιτισμού μας. Σε πολλά «χωριατόπαιδα» που βρέθηκαν στην Αθήνα μετά την μεταπολίτευση, έγιναν αιτία να έρθουν σε επαφή για πρώτη φορά με τον κινηματογράφο.

Σε μια Αθήνα, σαν ένα μεγάλο «χωριό», με όμορφα και δροσερά καλοκαιρινά βράδια -όπου σε κάθε συνοικία υπήρχε κι ένα θερινό σινεμά- ήταν απλό και εύκολο να κάνεις… το πρώτο βήμα και στον ακάλυπτο χώρο δυο πολυκατοικιών, κάτω από τον υπέροχο Αττικό ουρανό, να ερωτευτείς τον Άλεν Ντελόν και να ζήσεις τη μαγεία της «άγριας Δύσης».

Και το χειμώνα πια -σε εποχές έντονης αναζήτησης και αμφισβήτησης- είχες έτοιμο το «διαβατήριο» του νου και της ψυχής, να μπεις και να υποκλιθείς στους «ναούς» της έβδομης τέχνης: το «Στούντιο» και την «Αλκυονίδα».

Όσα δάκρυα και αν είχες χύσει για εκείνο το «υπέροχο… τίποτα» -«Ένας άνδρας και μια γυναίκα» – με τιμονιέρη τον αείμνηστο Ραφαηλίδη, διάβαινες την άλλη όχθη του ποταμού: Ινγκμαρ Μπέργκμαν, Σέργκεϊ Αϊζενστάιν, Ιταλικός νεορεαλισμός…

Κάπως έτσι, πολλοί γνώρισαν και αγάπησαν τον κινηματογράφο και ο Νώντας τον έκανε σκοπό ζωής.

Σε αυτά τα είκοσι εφτά χρόνια, η σχέση μας με το σινέ «Ελένη» πέρασε από πολλά σκαμπανεβάσματα και ακολούθησε τη ζωή και τους ρυθμούς αυτού του τόπου. Εμείς είμαστε αυτοί που πότε ξεχνούσαμε και πότε αδιαφορούσαμε για τα καλοκαιρινά καλούδια του Νώντα. Ποιος ψάχνει τη μαγεία του κινηματογράφου σε μια κοινωνία που όλοι επιθυμούσαν και όλοι μπορούσαν. Τώρα και όχι αύριο. Τώρα μεγάλο αμάξι, τώρα εύκολο χρήμα, τώρα τζόγος, χρηματιστήριο, δάνεια και παραοικονομία..

Μόνο κάποιες φορές ξεκλέβαμε από τους ξέφρενους ρυθμούς της ζωής μας, για να ονειρευτούμε μέσα στη σιγαλιά της νύχτας. Τότε μόνο, που είχαμε ανάγκη να «πειστούμε», ότι τα χαστούκια δεν είναι αληθινά, τα αίματα είναι από τοματόζουμο κι οι σφαίρες είναι ψεύτικες.

Κι ο Νώντας ήταν εκεί πιστός κάθε καλοκαίρι.

Μέχρι που τα βλαστάρια μας μεγάλωσαν αρκετά. Ήταν πλέον στο Δημοτικό και η επίσκεψη στον θερινό κινηματογράφο ήταν η πρώτη τους χειραφέτηση. Μόνα τους χωρίς γονείς, με φίλους και συμμαθητές και τη συντροφιά του Νώντα -παιδί κι αυτός- να καταδιασκεδάζει τον «πετροπόλεμο» που γινόταν με τα τσίπς και τα μπουκάλια του νερού που άδειαζαν πάνω σε φρεσκοσιδερωμένα ρουχαλάκια!

«Χάρι Πότερ» και «Λυκόφως» έβλεπαν τα βλαστάρια μας – ταινίες των καιρών μας.

Κι όταν η ταινία τελείωνε, η Πεφανερωνένης έκλεινε από τα σταθμευμένα αυτοκίνητα που περίμεναν να παραλάβουν ολόφωτα και κατευχαριστημένα προσωπάκια.

Τα παιδιά μας δεν είδαν ποτέ την «Μαγική πόλη».
Αλλά τι πειράζει;

Κοιτάμε …μπροστά θέλουμε το καλύτερο για τα βλαστάρια μας, έναν άλλο κόσμο εύκολο… Η «Μαγική πόλη» έγινε μακρινή ανάμνηση ακόμα και για μας τους ίδιους, που είχαμε «εισπράξει» πολλές γροθιές στο στομάχι όταν την είχαμε πρωτοδεί. Ποιος κρατάει αναμνήσεις από μια πατρίδα φτωχή, με παραγκουπόλεις που οι άνδρες φοράνε μπαλωμένα παντελόνια και έχουν διλποσολιασμένα παπούτσια; Ποιος αντέχει τη θέα μιας Ελλάδας με λασπόδρομους και κάρα, ακόμα και στον κινηματογράφο;

Σε όσους είχαν τη τύχη να θυμούνται τους γονιούς τους με ροζιασμένα χέρια, ο χρόνος και ο τρόπος ζωής που ακολούθησαν έπαιξαν το ρόλο του ασβέστη που καλύπτει μια υπέροχη τοιχογραφία. Για πολλούς άλλους υπήρχαν μόνο ασπρόμαυρες κινηματογραφικές εικόνες. Κι όταν ο μύθος μπερδευόταν με την πραγματικότητα, διαλέγαμε το μύθο! Ναι προχωρήσαμε πολύ γρήγορα! Τρέξαμε.

Το καλοκαίρι του 2010 έφυγες καλέ μας Νώντα.

Από τότε, ίσως και λίγο νωρίτερα, η μαγεία άρχισε να χάνεται, ο εφιάλτης έγινε ρουτίνα. Εισπράττουμε αληθινά «χαστούκια», δεχόμαστε απανωτά ηλεκτροσόκ και το χειρότερο έχουμε χάσει την πυξίδα και τις ισορροπίες μας.

Φέτος είμαστε «φτωχότεροι» αλλά δεν είναι αυτό που περισσότερο μας πληγώνει, όσο το ότι αισθανόμαστε «ηλίθιοι» πολίτες μιας ανήθικης χώρας. Δεν είναι μικρό πράγμα να ανακαλύπτουμε, ότι ο χρόνος, ο ιδρώτας, η αγάπη, η ψυχούλα που κατέθεσαν σε αυτή τη χώρα χιλιάδες έντιμοι πολίτες, πετάχτηκαν σε μια αβυσσαλέα μαύρη τρύπα…

Το σινέ «Ελένη» δεν υπάρχει πια.

Το «Σινεμά ο Παράδεισος» είναι τόσο… μακρινό.

Αλλά κι εμείς, «μεγαλώσαμε» τόσο πολύ, που δεν μπορούμε πλέον να ονειρευόμαστε κάτω από τα αστέρια. Όσο και να καταχωνιάσαμε στα κατάβαθα του νου μας την «Μαγική πόλη», είναι πολύ δύσκολο να σβήσουμε το αποτύπωμα που άφησε στην ψυχή μας.

Προηγουμενο αρθρο
Πανηγύρι Αγίου Παντελεήμονα στους Καρυώτες
Επομενο αρθρο
Γιορτή ριγανάδας στην Καρυά [φωτό+βίντεο]

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *