HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣ«Αν δεν ξανάρθω στη μονάδα, κράτησε την καμπαρντίνα»

«Αν δεν ξανάρθω στη μονάδα, κράτησε την καμπαρντίνα»

Μια άγνωστη μαρτυρία ενός «άγνωστου» λευκαδίτη για την γνωριμία του με τον Ελύτη στο αλβανικό μέτωπο

Παρουσίαση-σχολιασμός

Του Δημήτρη Σπ. Τσερέ

IMG_0396Α. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ

Πριν λίγο καιρό έπεσε στα χέρια μου(1) ένα περιοδικό που έφερε στο εξώφυλλο τον τίτλο «ΕΚΦΡΑΣΗ» και υπέρτιτλο «ΜΗΝΙΑΙΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ». Ήταν το έβδομο τεύχος του περιοδικού και μήνας κυκλοφορίας του ο Οκτώβριος του 1998. Στην 3η σελίδα (ΦΩΤΟ 2) τα πράγματα ξεκαθαρίζουν: Η Έκφραση μάς συστήνεται ως «μηνιαίο περιοδικό του ΠΑΣΟΚ» με εκδότη τον Κώστα Σκανδαλίδη, Διευθυντή τον Τηλέμαχο Χυτήρη και Διευθυντή σύνταξης τον Ανδρέα Παπά.

Στις σελίδες 50-51 του περιοδικού και εντός της θεματικής ενότητας «Πολιτισμός» διαβάζουμε κατά λέξη τα εξής:

IMG_0398Με τον Οδυσσέα Ελύτη το 1940 στην Μπολένα (στον τίτλο).
Ο μπάρμπα-Στάθης από τη Λευκάδα ανιστορεί τη γνωριμία του στο Αλβανικό μέτωπο με τον ανθυπολοχαγό Οδυσσέα Αλεπουδέλη (στον υπέρτιτλο).
Επιμέλεια: Σπύρος Βερύκιος.
Και ακολουθεί το κείμενο που αναδημοσιεύουμε:

Θυμάται πολλά ο μπάρμπα- Στάθης από τον πόλεμο στην Αλβανία, πολλά και πολύ ενδιαφέροντα.

Ανήμερα του Αγίου Νικολάου, ο λόχος μας (7ος λόχος του 24 ου Συντάγματος) μπήκε πρώτος στο Δέλβινο. Λίγη ανάπαυλα εκεί, κι ύστερα προέλαση προς το βορρά. Δώσαμε μάχες, πολλές μάχες, ώσπου φτάσαμε στην περιοχή της Μπολένας, όπου οι Ιταλοί μας καθήλωσαν για πολύν καιρό.

Ένα αρβανιτοχώρι είναι η Μπολένα, ανάμεσα στη Χειμάρρα και το Τεπελένι. Η προωθημένη μονάδα μας, στην ανατολική πλευρά του χωριού, αποτελούσε σφήνα στην πολυάριθμη ιταλική παράταξη, που δεν μπορούσε να ανεχτεί την παρουσία μας εκεί.

IMG_0405

Το επιτελείο του λόχου εγκαταστάθηκε σ’ ένα πέτρινο καλύβι, σκεπασμένο με πλάκες. Για πόρτες και παράθυρα, ούτε λόγος. Φροντίσαμε να φράξουμε τ’ ανοίγματα με κλαριά, ή με σάπια σανίδια που βρίσκαμε στις παρατημένες στάνες των Αρβανιτάδων.

Βάλαμε μέσα δυο κρεβάτια εκστρατείας, για να δίνει ο γιατρός τις πρώτες βοήθειες σε αρρώστους ή τραυματίες, πριν τους μεταφέρουμε νοτιότερα. Τις λιγοστές φορές που τα κρεβάτια ήταν άδεια, κοιμόνταν με βάρδιες οι τρεις βαθμοφόροι. Ο διοικητής Επαμεινώνδας Χόρτης, ο ανθυπολοχαγός Μαραγκός και ο γιατρός Μιχάλης Κουκάκης. Όταν σκοτώθηκε ο Χόρτης, τη θέση του την πήρε ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης (Ελύτης), που ήρθε με απόσπαση από την 3 η Μεραρχία.

Πότε ακριβώς έφτασε στο λόχο ο Αλεπουδέλης;

Παρουσιάστηκε τις πρώτες μέρες του Φλεβάρη. Μπήκε στην υπηρεσία, επιβλέποντας τη διάνοιξη χαρακωμάτων, και συχνά ο ίδιος με τον κασμά βοηθούσε τους στρατιώτες. Εκείνες τις μέρες μιλούσαν για την εαρινή επίθεση του Μουσολίνι. Προετοιμαζόμασταν. Δεν έλειπαν, βέβαια, και οι καθημερινές αψιμαχίες με τους Ιταλούς.

Χιονιάς, κρυοπαγήματα, ψείρες, γαλέτα σκέτη. Ο Μαραγκός θέλησε να πειράξει τον συνάδελφό του μια μέρα.

— Αλεπουδέλη, κρίμα τ’ όνομά σου. Ούτε μια τρύπα δεν μπορείς ν’ ανακαλύψεις, να βάλουμε μέσα το σαρκίο μας, να μη μας φάει τ’ αγιάζι και η παγωνιά.

Ο ανθυπολοχαγός σιώπησε. Κατάλαβε ο Μαραγκός πως τέτοιο αστείο δεν πήγαινε στον ιδιοσυγκρασία του νεοφερμένου αξιωματικού. Διόρθωσε αμέσως.

— Τι λέω; Εγώ, ο Μαραγκός, που ούτε μια σανίδα δεν έχω, ν’ ακουμπήσω τα πόδια μου, που τα ρημάζουν τα κρυοπαγήματα.

Πες μας λίγα λόγια για τη ζωή του στην προκάλυψη, για τη συμπεριφορά του προς τους στρατιώτες, για τη φιλία που αναπτύχθηκε μεταξύ σας εκείνους τους δύσκολους καιρούς;

IMG_0401Μου μίλησες πριν για τον ποιητή Οδυσσέα Ελύτη. Πενήντα χρόνια άκουγα γι’αυτόν. Πού να φανταστώ πως πίσω απ’ το ψευδώνυμο αυτό βρισκόταν ένας πολύτιμος φίλος. Νιώθω έκπληξη, αλλά και περηφάνια.

Θα μου μιλήσεις εσύ με το σειρά σου για το καμάρι της πατρίδας μας . Εγώ με απλά λόγια θα σου τον περιγράψω όπως τον έζησα στο χαράκωμα, στην καλύβα μέσα, στις αγρύπνιες των επιφυλακών, στις ώρες της στέρησης, στη μανία των ανέμων. Με τους φαντάρους συναναστρεφόταν όλη μέρα, φιλικός, πρόσχαρος. Τους ρωτούσε για τις μάχες που είχαν δώσει. Για τις ανδραγαθίες των τολμηρών. Ζητούσε λεπτομέρειες από τις αναμετρήσεις με τους Ιταλούς, επαινούσε όλους για τη συμπεριφορά τους απέναντι στους αιχμαλώτους. Στο πρόσωπο του διακρίναμε όλοι μια γλυκύτητα, μια πραότητα, μια αντοχή ή και αδιαφορία στις κακουχίες, έστω κι αν έδειχνε καλομαθημένος.

Τον ξεχωρίζαμε από μια αδιάβροχη καμπαρντίνα, που φορούσε συνέχεια. Μου την έδινε κι εμένα να τη φορώ τα βράδια, όταν είχα υπηρεσία κι έξω τ’ αγριοκαίρι πάγωνε το αίμα.

Λίγο πριν τον κατάρρευση του μετώπου, κατέβηκε στα Γιάννενα, να επισκεφθεί τους γιατρούς. Τον βασάνιζαν τα δέκατα και συχνά οι πυρετοί. «Αν δεν ξανάρθω στο μονάδα», μου είπε, «κράτησε τον καμπαρντίνα». Δεν γύρισε στο λόχο ξανά.

Κάποιες λεπτομέρειες από την προσωπική του ζωή, που αξίζει να τις αναφέρω, δυσκολευόμουν να τις καταλάβω. Γλυκίσματα, που αραιά λάβαινε, δεν τα δοκίμαζε. «Μοίρασε τα, Στάθη, στους στρατιώτες», μου έλεγε.

Δέματα που έφταναν κάποτε στο λόχο γι’ αυτόν, ούτε τ’ άνοιγε. Εγώ τ’ άνοιγα με την άδειά του, κι αυτός μου έδινε εντολή σε ποιον να δώσω κάτι από το περιεχόμενό του. Μισθό δεν περίμενε ποτέ. Ήρθε ο ταχυδρόμος στο λόχο και τον κάλεσε να υπογράψει την κατάσταση, για να πληρωθεί. Είχε τρεις μήνες να πάρει τους μισθούς του. «Άφησε με ήσυχο», του είπε. «Εγώ τι να τα κάμω ξένα χρήματα», παραπονέθηκε ο ταχυδρόμος. «Κάντα ό,τι Θέλεις», ήταν η απάντηση.

Είχαμε δυο περιπτώσεις αυτοτραυματισμού στρατιωτών. Του έδωσαν εντολή να κάμει τις ανακρίσεις. Συνοφρυωμένος, σχεδόν άρρωστος, παράτησε απ’ την πρώτη στιγμή την προσπάθεια να προχωρήσει στη σχετική διαδικασία. Με είχε πάρει μαζί του για γραμματέα. Με παράτησε μονάχο. «Γράψε ό,τι σου πουν», μου είπε, «και φέρτα στην καλύβα, να ιδούμε τι θα κάνουμε».

IMG_0408

Αλλά εκείνο που τον κρατούσε σε διαρκή αγωνία ήταν η επιμονή του να μάθει με κάθε λεπτομέρεια για την τελευταία μάχη με τους Ιταλούς, που στοίχισε τη ζωή στον διοικητή μας και σ’ άλλους συμπολεμιστές μας. Ρωτούσε τον κάθε στρατιώτη, επισκεπτόταν συχνά το ύψωμα όπου έγινε η φονική μάχη, ρωτούσε για τον προσωπικότητα του Χόρτη, κρατούσε συνεχώς σημειώσεις -ή δεν ξέρω τι άλλο έγραφε στα σημειωματάριό του. Περισσότερο όμως ρωτούσε εμένα, που είχα τον τύχη να τα ξέρω όλα απ’ την αρχή και στην εντέλεια. Αυτά που θα σου πω, λοιπόν, συχνά τα επαναλάμβανα στον Ελύτη, που δεν χόρταινε ν’ ακούει για τη μάχη.

……………………………………

[Ακολουθεί περιγραφή της μάχης στην οποία σκοτώθηκε ο ανθυπολοχαγός Επαμεινώνδας Χάρτης]. *

Μετά την απελευθέρωση κατέβηκα στην Αθήνα. Βρήκα τον Κουκάκη, τον γιατρό. Μιλήσαμε πολύ για κείνες τις αλησμόνητες μέρες. Πήγαινε, μου λέει, τώρα να βρεις και τον Αλεπουδέλη. Θα σε κατατοπίσουν στα «πρατήριο».

Πήγα στο πρατήριο. Θέλω να δω τον κ. Οδυσσέα, τους είπα. Είμαι φίλος και συμπολεμιστής του στην Αλβανία. Ένας μού απάντησε: Δύσκολο. Είναι κλεισμένος στο σπίτι.Ο διπλανός συμπλήρωσε: Και γράφει… ποιήματα.
Έφυγα.

Η χλαίνη; Τι απέγινε η χλαίνη;

Μ’ αυτή γύρισα στο χωριό. Την πήρε η γυναίκα μου και την έπλυνε. Πού να καθαρίσει απ’ τις κάπνες. Πού να βρει άκρη με τις τρύπες. Την έβαζα το χειμώνα και πήγαινα να μαζέψω τις ελιές στο «αλωνάκι». Κατοχή ήταν. Είχαμε τόση ανάγκη. Τις Κυριακές και τις γιορτές, καθώς ήμουν και νιόπαντρος, φορούσα την καμπαρντίνα του παλιού μου φίλου Οδυσσέα, του Οδυσσέα Ελύτη, του ποιητή μας.

*Στην Μπολένα στις 26/1/1941, στην αγκαλιά του μπάρμπα Στάθη. Είναι προφανές ότι πρόκειται γιο τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας του γνωστού ποιήματος του Ελύτη.

+ε+Χ +ν+θ+ζ +Χ+δ+ξ+ν+Ω +μ+ν+Ω+ζ +Σ+δ+Τ+Σ+ζ+β+Σ -2--page5+ε+Χ +ν+θ+ζ +Χ+δ+ξ+ν+Ω +μ+ν+Ω+ζ +Σ+δ+Τ+Σ+ζ+β+Σ -2--page6

Β. ΣΧΟΛΙΑ

Από την ανάγνωση και τη μελέτη αυτού του κειμένου, μας δημιουργούνται μερικά ερωτηματικά. Πρώτον, δεν γνωρίζουμε ποιος είναι ο Σπύρος Βερύκιος, ο οποίος επιμελήθηκε «δημοσιογραφικά» το σχετικό κομμάτι. Ο επιμελητής δεν μας εξηγεί επίσης τη μεθοδολογία που ακολούθησε για να πάρει τη «συνέντευξη του μπάρμπα Στάθη» και πως τη δούλεψε δημοσιογραφικά. Έτσι, δεν ξέρουμε αν στο κείμενο, που διαβάζουμε, ο λόγος του μπάρμπα Στάθη αποδίδεται sic, δηλαδή όπως ακριβώς διατυπώθηκε, ή αν ο επιμελητής παρενέβη στη διαμόρφωσή του. Η εντύπωση, που αποκομίζει κανείς από την προσεκτική μελέτη του, πείθει πως πιθανότατα ισχύει το δεύτερο.

Δεύτερον, και κυριότερο, δεν γνωρίζουμε ποιος είναι ο «μπάρμπα Στάθης». Πουθενά ο επιμελητής δεν μας δίνει κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο της ταυτότητας αυτού του ανθρώπου. Ούτε καν το επώνυμό του! Επομένως, η ταυτοποίηση του «μπάρμπα Στάθη» είναι αδύνατη με βάση τα ανύπαρκτα στοιχεία του δημοσιεύματος. Εκτός κι αν κάποιος αναγνώστης, που γνωρίζει κάτι γι’ αυτόν, όταν διαβάσει το κείμενό αυτό, έχει την καλοσύνη να μας ενημερώσει, για να πράξουμε τα δέοντα.

Τρίτον, ο επιμελητής παραθέτει στοιχεία, τα οποία μάλλον εξ όσων γνωρίζουμε δεν είναι ακριβή. Αναφέρει π.χ. ότι, κατά τη μαρτυρία του μπάρμπα Στάθη, ο πρώην διοικητής του λόχου Επαμεινώνδας Χόρτης, που σκοτώθηκε πριν φτάσει ο Ελύτης στον λόχο, κατά τη μάχη της Μπολένας την 26.01.1941, άφησε την τελευταία του πνοή «στην αγκαλιά του μπάρμπα Στάθη» και εκτιμά ότι «είναι προφανές ότι πρόκειται για τον “χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας”, του γνωστού ποιήματος του Ελύτη».

Για το ποιος ήταν ο «χαμένος ανθυπολοχαγός» έχουν γραφεί πολλά και διάφορα, σοβαρά και ασόβαρα. Κάποιοι μελετητές υποστήριξαν πως έγραψε το ποίημα αυτό για τον φίλο του ποιητή Γιώργο Σαραντάρη, ο οποίος επίσης πολέμησε στην Αλβανία και πέθανε, αφού μεταφέρθηκε στην Αθήνα βαριά άρρωστος.(2) Ο Ελύτης πάντως στην Αυτοπροσωπογραφία (3) του σημειώνει: Λίγοι ξέρουνε ότι το κύριο βάρος του πολέμου το σήκωναν οι ανθυπολοχαγοί. Και συμβολικά αυτό θέλησα να δείξω ηρωοποιώντας έναν ανθυπολοχαγό, με το Άσμα που έγραψα. (4)

Παρά τις εντοπισμένες ελλείψεις και αδυναμίες του, κρίναμε ότι άξιζε να παρουσιάσουμε αυτό το δημοσίευμα.

Όχι μόνο γιατί μας αφηγείται κάποιες προσωπικές καθημερινές στιγμές του ποιητή, που αντιστοιχούν σε στοιχεία του χαρακτήρα του (φιλικός και πρόσχαρος με όλους, τα γλυκίσματα τα μοίραζε, δεν έπαιρνε τον μισθό του, αδιάφορος για τη γραφειοκρατία των ανακρίσεων).

Ούτε μόνο για την αμφιλεγόμενη μαρτυρία του επιμελητή για το πρόσωπο και το γεγονός που ενέπνευσαν στον ποιητή το Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας.

Αλλά κυρίως για τη χλαίνη που «κληρονόμησε» ο μπάρμπα Στάθης από τον Ελύτη. Είναι μια πολύ ανθρώπινη, συγκινητική θα έλεγε κανείς, ιστορία. Και αποτελεί και το τμήμα του κειμένου που ακουμπά πιο πολύ στην πραγματικότητα. Και, στο κάτω κάτω, τον λευκαδίτη η ιστορία αυτή τον ενδιαφέρει κατά τι περισσότερο, μια και «πρωταγωνιστής» είναι ένας συντοπίτης του!

Σημείωση: Στην κεντρική φωτογραφία του άρθρου στο κέντρο εικονίζεται ο Οδυσσέας Ελύτης στην Αλβανία. Οι υπόλοιπες φωτογραφίες είναι από το περιοδικό.


(1)Ακριβέστερα: μου το έδωσε ο παιδιόθεν φίλος μου Τριαντάφυλλος Σκλαβενίτης. «Πάρτο» μου είπε «και ψάξε να δεις ποιος είναι ο «μπάρμπα Στάθης».
(2) Ο Αντρέας Καραντώνης (Για τον Οδυσσέα Ελύτη, Αθήνα, Παπαδήμας, 1992, σ. 222-223) και ο Μario Vitti, (Οδυσσέας Ελύτης-Κριτική Μελέτη, Αθήνα, Ερμής, 2003, σ. 226).
(3) Οδυσσέας Ελύτης, Αυτοπροσωπογραφία σε λόγο προφορικό, Αθήνα, Ύψιλον, 2000. σ.19.
(4) Για το θέμα αυτό βλέπε εκτενέστερα στο: Άννα Ρόζενμπεργκ, Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας και Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας: Μια παράλληλη ανάγνωση (στην ηλεκτρονική διεύθυνση: www.eens.org.gr), όπου συγκεντρωμένη και βιβλιογραφία για το συγκεκριμένο ποίημα.

Προηγουμενο αρθρο
Καρυά, το Κεφαλοχώρι της Λευκάδας
Επομενο αρθρο
Μικρός περίπατος στην παλιά πόλη της Λευκάδας

2 Σχόλια

  1. Πηνελόπη Κοψιδά
    28 Οκτωβρίου 2018 at 09:07 — Απάντηση

    O Στάθης Φίλιππας ήταν από το Δρυμώνα και όχι από τον Άγιο Νικήτα. Διετέλεσε πρόεδρος της κοινότητας Δρυμώνα από το 1978 έως το 1992.

  2. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΕΡΕΣ
    28 Οκτωβρίου 2015 at 18:07 — Απάντηση

    Περαιτέρω έρευνα έδειξε ότι ο «μπάρπα Στάθης» είναι ο Στάθης Φίλιππας από τον Άγιο Νικήτα. Προέκυψαν και άλλα στοιχεία. Ως εκ τούτου, έπεται συνέχεια και ξαναγράψιμο του κειμένου με την προσθήκη και την επικουρία των νέων δεδομένων.

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *