HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΑπομνημονεύματα ιερέως Κωνσταντίνου Κακαβούλη – Στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο – Μέρος Ζ΄

Απομνημονεύματα ιερέως Κωνσταντίνου Κακαβούλη – Στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο – Μέρος Ζ΄

Μέρος Ζ΄

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑ

Εκεί μου συνέβηκε ένα σοβαρόν και επικίνδυνο γεγονός.Εκανα βόλτες στην παραλία και παρακολουθούσαμε την φόρτωσιν των εφοδίων μαζί με ένα λοχία Σπυρόπουλον ονομαζόμενον και ο οποίος πέθανε ο καημένος στην Ρωσία,ο θεός να τον συγχωρέσει.Στις βόλτες που κάναμε εγώ πήγαινα κατά το μέρος της θαλάσσης και αυτός δεξιά μου. Οπως περπατούσαμε αίφνης βρέθηκα στην θάλασσα (στον ποταμό) μπάνιο δεν ήξευρα, άρχισα να παλεύω με την θάλασσα. Ευτυχώς και μέσα στα δύο μου γόνατα βρέθηκε ένας πάσαλος.Τους είχαν βάλει εκεί για να μην κτυπάνε τα πλοία στο μουράγιο. Επιασα τον πάσαλο με τα δυό μου γόνατα, έβαλα και τα δυό μου χέρια στο πλοίο, το οποίον δεν είχε κανένα μέρος να πιαστώ μόνον πως ακούμπησα τα χέρια μου εκεί και κρατιόμουνα και δεν πήγαινα κάτου. Ο δε λοχίας, παρ’ότι βραχνιασμένος φώναζε, τρεχάτε, βοήθεια, πνίγεται ένας. Ετρεξαν εκεί πολλοί συνάδελφοι και ένας εξ αυτών μου έριξε ένα ζωνάρι.Επιασα το ζωνάρι από τα κλώσια και άφησα τον πάσαλο από τα γόνατα μου,αλλά άρχισα να καταποντίζομαι. Του είπα μη με τραβάτε γιατί αν μου φύγει το ζωνάρι δεν με ξαναβγάνητε, αλλά την τελευταία στιγμή που κόντευε να μου φύγη το ζωνάρι, έφερε ένας στρατιώτης ένα χονδρό σχοινί, μου το έριξε πίσω στις πλάτες μου, με σήκωσε λιγάκι και έτσι πήρα μια βόλτα με το χέρι μου το ζωνάρι και με έβγαλαν τελείως μούσκεμα. Αμέσως ανέβηκα στο πλοίο, με έβαλαν εκεί που είχαν τα καζάνια, φόρεσα στεγνά εσώρουχα που είχα στον γυλιό μου, τα μουσκεμένα εσώρουχα και εξώρουχα έβαλα στους φούρνους του καραβιού και ως το πρωί ήτο στεγνά και τα φόρεσα. Ολην την νύκτα ήμουνα μόνον με τα εσώρουχα, αλλά εκεί που είμουνα δεν κρύωνα. Εγνώρισα και κάτι πατριώτες από τον Ρουπακιά Αχειμαστέους, οι οποίοι ήτο προ ετών εγκατεστημένοι εκεί. Μήναμε 3 ημέρες εως ότου φορτώσαμε όλον τον εφοδιασμό.

ΣΤΗΝ ΟΔΥΣΣΟ

48-2
Εκεί στο Νικολάιεφ ήτο πολύς Γερμανικός στρατός ο οποίος μετά την συνθηκολόγησην της Γερμανίας η οποία είχε χάσει πλέον τον πόλεμον με την Ανταντ παρέμεινε εκεί, τον κράτησε η Ρωσία λόγω της επαναστάσεως δια την τάξιν,και ο οποίος στρατός πολύ μας βοήθησε για να σωθούμε.

Επειτα από 3 ημέρες παραμονής εις τα πλοία αναχωρήσαμε και πάλιν για την Οδυσσό.Φθάσαμε στην Οδυσσό, βγήκαμε από τα πλοία και πήγαμε μια ώρα περίπου έξω από την πόλιν. Εκεί καθήσαμε και φκιάναμε χαρακώματα, σχεδόν καλά περνούσαμε.

Παρέλειψα να σας πω ότι προτού φύγουμε από την Οδυσσό μας, πήγαν πρώτα εις την Επαυλην Μαρασλή, ένα μεγάλο κτίριο με πολλάς εγκαταστάσεις αλλά όλα κατεστραμένα. Εκεί μας μίλησε ένας λοχαγός Πετρόπουλος, πολύ καλός άνθρωπος, ο οποίος μας είπε την καθαράν αλήθειαν, ότι η θέσις μας είναι επικίνδυνος να χαθούμε όλοι,το μόνον που ημπορεί να μας σώση, είναι το ότι ο ταγματάρχης μας κ. Κοτούλας είναι συνετός άνθρωπος και δεν θυσιάζει τους στρατιώτες του για να πάρη γαλόνια και έτσι ημπορεί να σωθούμε.

Οι στρατιώται ήρχισαν να φωνάζουν, γιατί δεν μας σκότωναν στην Ελλάδα να πιεί το χώμα το Ελληνικό το αίμα μας παρά μας έφεραν στην Ρωσία να την ποτίσουμε με το αίμα μας.

Καθήσαμε εκεί τρείς ημέρες και κατόπιν βγήκαμε έξω από την πόλη όπως σας είπα παραπάνω. Εκεί έξω από την Οδυσσό καθήσαμε επί ένα μήνα περίπου και κατόπιν ήλθε διαταγή να εγκαταλείψουμε την Ουκρανία,αλλά η οπισθοχώρησίς μας ήτο επικίνδυνος. Μέσα στην Οδυσσό ήτο επαναστάται οι οποίοι μας απειλούσαν ότι θα μας καταστρέψουν. Ευτυχώς στο λιμάνι της Οδυσσού ήτο ο συμμαχικός στόλος, μεταξύ των ήτο και το θωρηκτόν μας ο Αβέρωφ και απείλησε ο ναύαρχος ότι εάν σκοτώσουν ένα στρατιώτη θα καταστρέψη την πόλιν της Οδυσσού.

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΟΠΙΣΘΟΧΩΡΗΣΗ

 Ουκρανία
Ουκρανία

Ξεκίνησαμε λοιπόν να φύγουμε από την Οδυσσό. Μέσα στην πόλη χάλαγε ο κόσμος από τα πολυβόλα,ήτο οι σύμμαχοί μας Σενεγαλέζοι που έβαλαν με τα πολυβόλα στα παράθυρα για να μην ημπορούν να βγούν οι κομμουνισταί να πυροβολήσουν. Επί μίαν ώραν βαδίζαμε εις τας παρυφάς της πόλεως έως ότου βγήκαμε έξω από την πόλιν και ακόμη τα πολυβόλα έβαλον ακαταπαύστως.

Προχωρούσαμε χωρίς κανένα επεισόδιον, αλλά μόλις είχαμε βαδίσει περίπου μίαν ώραν έξω της πόλεως, αίφνης φθάνει εκεί μία αμαξοστοιχία με Μπολσεβίκους οι οποίοι μας επετέθησαν. Σταμάτησε ο στρατός την πορείαν, κατέβασαν οι Σενεγαλέζοι τα πολυβόλα, διότι υποχωρούσαμε μαζί μ’αυτούς, κατέβασαν οι Ελληνες τα κανόνια και σε μισή ώρα ετράπησαν εις φυγήν. Είχαμε ένα νεκρόν και δύο τραυματίες.

Μετά αρχίσαμε την πορίαν μας. Κοντά το βράδυ φθάσαμε σ’ενα χωριό, πήραμε το εσπερινό σισσίτιο και ξαπλώσαμε να αναπαυθούμε. Εκεί μας βάλανε σε σπίτια, αλλά μόλις ξαπλώσαμε, ήλθε διαταγή να φύγουμε και αμέσως μαζέψαμε τα πράγματά μας και φύγαμε. Βαδίζαμε όλην την νύκτα και όλην την άλλην ημέραν. Το βράδυ φθάσαμε σ’ένα Γερμανικό χωριό μεγάλο και ωραίο. Οι κάτοικοι ήτο όλοι Γερμανοί, μας περιποιήθηκαν πολύ, μας έδωσαν ψωμί, γάλα και άλλα τρόφιμα, μας παρεχώρησαν και σπίτια και μείναμε 3 ημέρες εκεί και περάσαμε πολύ ωραία.

Κατόπιν ήλθε διαταγή να φύγουμε. Φύγαμε λοιπόν και βαδίζαμε επί 4 ημέρες και νύκτες συνεχώς, μόνον καμιά φορά κάναμε ωριαίαν στάσιν, είχε καταλάβει φόβος τους αξιωματικούς μας, και επανειλημένως μας διέταξαν να βαδίζουμε έρποντες, διότι εφαντάσθηκαν ότι ενεφανίσθη εχθρός, αλλά ήτο ο φόβος που τους δημιουργούσε αυτήν την φαντασίαν. Τέλος μετά από 4 ημερονύχτια πορείαν, φθάσαμε στα σύνορα Ουκρανίας και Βεσαραβίας, εις την Βόρειαν όχθην του Δνύσπερου ποταμού που χωρίζει την Ουκρανίαν από την Βεσαραβίαν.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΡΒΕΛΙ ΨΩΜΙ

Εδώ θα αναφέρω ένα γεγονός που συνέβει μεταξύ εμού και ενός Λοχίου. Διερχόμεθα μέσα από ένα άλλο από το πρώτο που ανέφερα Γερμανικό χωριό, καλό και μεγάλο όπως το πρώτο. Μας διέταξαν να βαδίζουμε κατά τετράδας, αλλά πολλοί στρατιώται, μεταξύ των οποίων και ένας λοχίας, έφευγαν από την γραμμήν και πήγαιναν στα σπίτια για ψωμί. Εγώ παρέμενα στην γραμμην μου, αλλά μόλις είδα τον Λοχία να βγαίνη από ένα σπίτι με ένα μεγάλο και ωραίο ψωμί, έχασα κι’εγώ την υπομονήν και βγήκα από την γραμμή και πήγα για ψωμί. Τότε ο Λοχίας, ο οποίος είχε το καρβέλι το ψωμί κάτω από την μασχάλη, μου είπε, μην φεύγεις από την γραμμήν σου στρατιώτη, τότε του απήντησα, φέρε το καρβέλι να το μοιράσουμε για να μην φύγω. Από πίσω μας εβάδιζε έφιππος ένας αξιωματικός, ο οποίος παρακολούθησε την σκηνήν αυτήν και λέγει στον Λοχία, έχει δίκιο Λοχία ο στρατιώτης. Συ έδειξες το κακό παράδειγμα, και μου είπε, πήγαινε κι’εσύ στρατιώτη να ζητήσης ψωμί. Πήγα κι’εγώ και μου έδωσαν ένα μεγάλο και ωραίο ψωμί το οποίον μοίρασα με άλλους φίλους στρατιώτες που μέναμε μαζί σε ένα αντίσκοινο.

Θάλαμος στρατιωτικού Νοσοκομείου στην Ουκρανία 1919
Θάλαμος στρατιωτικού Νοσοκομείου στην Ουκρανία 1919

ΣΤΗ ΒΕΣΑΡΑΒΙΑ

Φθάσαμε έπειτα από 4 ημερονύχτια εις την βόρειαν όχθην του Δνήσπερου ποταμού που χωρίζει την Ουκρανίαν από την Βεσαραβίαν. Την Βεσαραβίαν κατείχον τότε οι σύμμαχοί μας Ρωμάνοι. Εκεί στην όχθην αυτήν ήτο πολλά εργοστάσια κατεστραμένα από τον πόλεμο. Γέφυρα δεν υπήρχε εκεί και έδεσαν μαούνες την μίαν με την άλλην και σχημάτισαν μίαν πρόχειρον γέφυραν και περάσαμε στην απέναντι όχθην του ποταμού Δνίσπερου. Ητο κατά την δύσιν του ηλίου που περάσαμε τον ποταμόν. Εκεί μας διέταξαν να στήσουμε τα αντίσκοινα μας και ο ίδιος ο Ταγματάρχης με το σπαθί του ζύγιζε τα αντίσκοινα για να είναι ευθυγραμισμένα. Στήσαμε τα αντίσκοινα και αμέσως εγώ, όπως πάντοτε συνήθιζα, πήρα το ξίφος να πάω να κόψω κλαριά να στρώσουμε από κάτω στο αντίσκοινο γιατί είχε υγρασία. Ο κουμπάρος μου Θεμιστοκλής Φουρλάνος από το χωριό Βουρνικά, κάθησε επάνω στο γυλιό του και κάπνιζε το τσιγάρο του. Του είπα να πάμε για τα κλαριά κι’αυτός μου είπε, ότι εγώ θα καπνίσω πρώτα το τσιγάρο μου. Αυτό με νευρίασε και ενθυμούμαι του μίλησα θυμωμένος, τον είπα τεμπέλη κ.λ.π., αλλά δεν πρόφθασα να πάω για τα κλαριά και έρχεται ένας έφιππος αγγελιοφόρος και κάτι είπε στον Ταγματάρχη μας. Μόλις έφυγε ο αγγελιοφόρος, διέταξε να χαλάσουμε τα αντίσκοινα, και μας μήλησε. Μας είπε ότι ο αγγελιοφόρος που ήτο Πολωνός σύμμαχος του είπε να φύγουμε το ταχύτερον διότι θα πλημμυρίση ο ποταμός και θα πνιγούμε. Μας είπε ότι θα συναντήσουμε λίγα νερά και λάσπες αλλά πρέπει να φύγουμε.

ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΣΤΙΣ ΛΑΣΠΕΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΓΩΝΙΑ

Η απόστασις για να περάσουμε στην ξηρά ήτο 4 ώρες διαδρομή. Το πρώτον μέρος της διαδρομής βάσταξε μίαν ώραν. Εκεί ήτο ένα δασύλιον από ιτιές. Μέχρι εκεί βαδίζαμε μέσα σε λάσπες και νερά, το ανώτερον μας έφθανε μέχρι το γόνα. Μόλις φθάσαμε στο δασύλιον, μας είπαν να καθήσουμε να ανάψουμε φωτιές, να στεγνώσουμε και μετά από μίαν ώραν θα φύγουμε να συνεχίσουμε την πορείαν μας. Εγώ είχα κάλτσες στεγνές στον γυλιόν μου και άλλαξα κάλτσες. Οταν όμως κτύπησε η σάλπιγκα για να φύγουμε προσπάθησα να φορέσω τα παπούτσια μου, αλλά δεν ημπόρεσα να τα φορέσω. Είχαν μαζέψει από το νερό, τα δε πόδια είχαν πρησθή από την πορείαν και ήτο αδύνατον να χορέσουν στα παπούτσα. Τότε, αφού οι άλλοι έφυγαν, εξαναγκάστηκα και έφυγα χωρίς παπούτσα, τα πήρα στα χέρια μου. Στο ένα χέρι τον γυλιό και τα παπούτσα και στο άλλο χέρι το όπλο και βαδίζαμε χέρι με χέρι πιασμένοι με τον κουμπάρο μου Θεμιστοκλή Φουρλάνο μέσα σε λάσπες και νερά. Αυτό ήτο κάπως υποφερτόν. Εκείνο που ήτο οδυνηρόν, ήτο όταν βρίσκαμε ξηρά από την οποίαν είχον περάσει στρατός και ζώα, τα οποία είχον αφήσει τα πατήματά τους, και τα πατήματα αυτά είχαν παγώση από την πάγρη και έγιναν σα μαχαίρια κοφτερά. Εκεί όταν πατούσα ξυπόλητος και χωρίς κάλτσες, διότι οι κάλτσες έμειναν μέσα στις λάσπες, άνοιγαν τα πόδια μου και έκαναν πληγάς και έτρεχαν αίματα. Οι δε στρατιώται εφώναζαν υβρίζοντες τον Βενιζέλο, πυροβολούσαν δε ασκόπως και χάλαγε ο κόσμος από τους πυροβολισμούς και τις φωνές.

pap4

Είχαμε και μερικά θύματα από τους άσκοπους πυροβολισμούς, διότι η πορία αυτή εγένετο κατά την νύκτα της 19ης προς την 20ην Μαρτίου 1919. Τέλος μετά από 3 ώρες πορείαν ανυπόδητος, φθάσαμε στην Βεσαραβία εις ένα χωριό που ελέγετο Παλάγκα ώρα 4 πρωινή. Εκεί δεν μας έφθανε αυτή η οδεινηρά πορία των 4 ωρών μας παρουσιάσθηκε και ένα άλλο τυχερό. Η στρατοπεδία που πήγε μπροστά να εύρη τους στρατώνες, για όλους τους λόχους βρήκε, για τον δικόν μας 6ον λόχον δεν κατόρθωσε να εύρη τον στρατώνα και αφού μείναμε πλέον από ώραν όρθιοι και περιμέναμε τότε ο λοχαγός μας λέει, βγάλητε φράκτες, ανάψητε φωτιές και πέστε γύρα γύρα να ζεσταθήτε λιγάκι. Κάναμε όπως μας είπε ο λοχαγός. Φαντασθήτε τώρα εις ποίαν κατάστασιν ευρισκόμεθα τότε, έπειτα από τόσες ημέρες πορείαν και προ παντός την πορείαν εκείνης της νύκτας, 20 Μαρτίου να κοιμηθούμε στο ύπαιθρον που ήτο όλος ο τόπος παγωμένος. Ευρισκόμεθα εις αθλίαν κατάστασιν. Μεταξύ των άλλων είχαμε και την πείνα. Εν τέλει το πρωί μας ειδοποίησαν ότι βρέθηκε ο στρατώνας μας, ο οποίος ήτο ένας σταύλος που έμεναν μέσα βόδια. Εβγαλαν τα βόδια και μείναμε οι στρατιώτες. Εκεί εγώ έπιασα θέσιν μέσα σε ένα παχνί. Είχε και μερικές καλαμιές από καλαμπόκι. Είχα ζέστη και περνούσα θαυμάσια. Τον γυλιό μου έβανα προσκέφαλο, την κουβέρτα μου στρώμα και την μανδύαν μου σκέπασμα. Για φαγητό δεν μας είχε μείνει τίποτε.

Συνεχίζεται

Διαβάστε το Α΄ μέρος [ΕΔΩ].
Διαβάστε το Β΄ μέρος [ΕΔΩ].
Διαβάστε το Γ΄ μέρος΄[ΕΔΩ].
Διαβάστε το Δ΄ μέρος [ΕΔΩ].
Διαβάστε το Ε΄ μέρος [ΕΔΩ]

Προηγουμενο αρθρο
Οι χήνες βγήκαν στον επαρχιακό!
Επομενο αρθρο
Οι εκλογές του Τεχνικού Επιμελητηρίου στη Λευκάδα

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *