HomeΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣΑποσπάσματα ζωής 80 χρόνων του Ορφέα, όπως τα άκουσα, τα έζησα, και τα ζω

Αποσπάσματα ζωής 80 χρόνων του Ορφέα, όπως τα άκουσα, τα έζησα, και τα ζω

Τα χρώματα σταμάτησαν, εκείνη την ώρα που έδυσε ο ήλιος. Την ώρα που κάνουμε όνειρα. Πολύχρωμα όνειρα, γεμάτα μουσική, τραγούδι, χορό. Όνειρα από κείνα, που το άρωμά τους ξεχύνεται στο δωμάτιο, γλιστρά κάτω απ’ τη πόρτα, αστράφτει στον απέναντι καθρέφτη, αγκαλιάζει τη φωτογραφία στο τραπεζάκι και στη συνέχεια φυγαδεύεται και χάνεται κάτω απ’ το φως του φεγγαριού, για να ξαναγίνει μουσική, τραγούδι, χορός!

Όμως απόψε δεν έχει φεγγάρι. Νυχτερινή περιπλάνηση στους δρόμους της πόλης! Ντύθηκα τη μοναξιά μου και περπάτησα στον έρημο δρόμο του κάστρου. Πάνω μου, βαριά σύννεφα, έτοιμα να ξεσπάσουν σε άγρια μπόρα. Δεξιά κι αριστερά θάλασσα. Ένα σύννεφο στέκει από πάνω μου και σημαδεύει κάθε μου κίνηση! Γυρίζω πίσω στη πόλη, περιπλανιέμαι στα καντούνια και μπαίνω στο στούντιο! Ράδιο Ορφέας 95,2 FM STEREO!!! Φωτάκι ΟΝ, πάμε!

Αγαπητοί ακροατές, φίλοι της νύχτας, πάλι μαζί, μιάς και το μυαλό μου βρίσκεται σ’ ένα διαρκές, αδυσώπητο προσκλητήριο του προγράμματός μου. Κάποτε η μάνα μου, επέλεγε να αφιερώνει στο σταθμό, ανήμερα της γιορτής μου, τους «αλιείς μαργαριταριών» του Μπιζέ. Απόψε επιλέγω για σας, αποσπάσματα ζωής 80 χρόνων του Ορφέα μας, όπως τα άκουσα, τα έζησα, και τα ζω. Η εκπομπή αυτή οφείλει να είναι τρυφερή, έστω κι αν δεν υπάρχει αναγνωρίσιμη τρυφερότητα γύρω μας. Οφείλει να είναι ένα χάδι σε ξεχασμένα πρόσωπα, μια ματιά σε ξεχασμένα χρόνια. Οφείλει να απελευθερώσει τα ίχνη της ανθρώπινης συμπεριφοράς σε σχέση με τον πολιτισμό, που μπορεί να υπάρχουν και να τα φωτίσει. Να μην υπάρχουν και να σας τα δημιουργήσει. Προφανής κίνδυνος να γίνει μελό; Ναι. Ας γίνει.

Αδιανόητο τι σκέφτονται οι νέοι, αραχτοί στη λιακάδα της πλατείας. Κι όμως, κάποιοι νέοι, μια Κυριακή του Νοέμβρη του 1937, σκέφτηκαν το προφανές. Πως ένας τόπος δεν μπορεί να πάει μπροστά, δεν μπορεί να μεγαλουργήσει, να ακουστεί, χωρίς τον πολιτισμό του. Την παράδοσή του. Και ίδρυσαν τον Ορφέα.

Παλιό αρχοντικό το κτίριο. Κτίριο με πολλές ιστορίες. Από το κατώφλι του ακόμη διηγείται ιστορίες. Περιδιαβαίνεις τους χώρους του μουσείου, ανοίγεις συρτάρια, αγγίζεις αντικείμενα, υφάσματα, μιλάς μαζί τους, μαθαίνεις για το ταξίδι τους στο χρόνο, μελαγχολείς, νοιώθεις περηφάνια για τον τόπο σου. Μα πάνω απ’ όλα αγαπάς τη λαική μας παράδοση. Εκεί άκουσα το παλιό πιάνο να κλαίει. Χάϊδεψα το ξύλο του, άγγιξα τα πλήκτρα του και άρχισε να μου λέει το παράπονο του. «Από τον άρχοντα Μαχαιρά με απόκτησαν οι άνθρωποι του Ορφέα, τότε στη κατοχή. Έδωσαν λάτες με λάδι, που έφεραν από τα σπίτια τους, να με ανταλλάξουν. Μου κακοφάνηκε λίγο αυτή η αλλαγή, αλλά μετά έζησα μεγάλες στιγμές. Αρκεί να σου πω, πως μαζί μου έκανε τα πρώτα της μαθήματα η Αγνή Μπάλτσα. Το 64 με κουβάλησαν στα χέρια, στη σκηνή του φεστιβάλ, για να παίξει ο Σφέτσας και να τραγουδήσει η Κάλλας. Κι όταν γέρασα, έγινα έκθεμα εδώ, μα…. Κανείς δεν σταματά, κανείς δεν μου δίνει σημασία». Ένα δάκρυ και μια βουβή υπόσχεση ήταν η απάντηση μου. Θα προσπαθήσω να το διορθώσω.

Κουβέντες άκουσα στο διπλανό δωμάτιο!!! Ο Μάρκος, η Ντίνα, η Ειρήνη, ο Γιάννης, πρόβαραν το νέο έργο που ετοίμαζε το θεατρικό εργαστήρι, για μια παράσταση στο ΠΑΝΘΕΟΝ. Απόηχοι μακρινοί. Τώρα ήχοι μαντολίνου, κιθάρας, βιολιού, πιάνου. Παιδικές αγγελικές φωνούλες.

Θυμάμαι έναν ψηλό επιβλητικό κύριο που έμενε στο σπίτι της γιαγιάς μου. Αυτός είναι ο μαέστρος της χορωδίας του Ορφέα. Ο κ Κουρούκλης, μου είπαν. Αυτή ήταν η πρώτη μου γνωριμία με τη χορωδία. Όταν άρχισα να ασχολούμαι ενεργά με τον Ομιλο είχε ήδη αναλάβει ο μαέστρος με τα μαγικά χέρια. Ο Νιόνιος Γράψας. Τότε η χορωδία βούτηξε στα βαθιά. Οι απαιτήσεις μεγάλωναν, οι χορωδοί λιγόστευαν. Γιατί τα εμπνευσμένα τραγούδια, ξεπερνούν το χρόνο, την αφορμή και τη συγκυρία που τα δημιούργησαν και ταξιδεύουν αυτόφωτα στη ψυχή του ακροατή. Γιατί η υψηλή τέχνη θέλει όχι τη δική σου προβολή, αλλά τη προβολή της ίδιας. Με κόπο, με πόνο ψυχής, με στόχο τα δύσκολα. Και έγιναν «τα Αγιομαυρίτικα», «Ιφιγένεια εν Ταύροις»….

Ευτυχώς ο Νιόνιος άφησε άξιο συνεχιστή και η χορωδία συνεχίζει τη δύσκολη και απαιτητική πορεία της με το μαέστρο Κώστα Τσίντζα και τη συμμετοχή της στο Ηρώδειο και συνεργασίες όπως αυτή του Κορκολή.

Όταν η μαύρη κατοχή άπλωσε το σκοτάδι πάνω απ’ το νησί μας, η ψυχή της λευκαδίτικης νεολαίας, που διψούσε πρώτα για λευτεριά και ύστερα για πρόοδο και πολιτιστική ανάπτυξη, δε λύγισε, παρ’ όλη τη πείνα, τη δυστυχία και τους διωγμούς. Ο Ορφέας έπρεπε να φέρει στις θλιμμένες ψυχές τους την ελπίδα για τη λευτεριά. Διοργανώνει συναυλία της χορωδίας και της μαντολινάτας που πραγματοποιήθηκε στις 28 δεκ 1943 στο Πάνθεον. Οι κατακτητές έμειναν κατάπληκτοι και ο γερμανός διοικητής Βέμπερ για να ευχαριστήσει τους λευκαδίτες, άφησε ελεύθερους τρείς άνδρες που κρατούνταν για συμμετοχή στην Εθνική Αντίσταση και γλύτωσαν την εκτέλεση. Έτσι ο Ορφέας έκανε με το δικό του τρόπο την αντίσταση του ενάντια στον ζυγό.

Στη διάρκεια των 80 χρόνων η λειτουργία της μαντολινάτας πέρασε από σαράντα κύματα. Πότε δεν υπήρχε μαέστρος, πότε δεν υπήρχαν όργανα γιατί είχαν καταστραφεί. Με πολλές δυσκολίες το συμβούλιο κατάφερε να αγοράσει όργανα και με κάποιες δωρεές μαντολίνων, φίλων του Ορφέα, σήμερα λειτουργεί η μαντολινάτα με αξιόλογες παραστάσεις και είμαστε υπερήφανοι γι αυτό. Κι ο μεγάλος Νίκος Γούναρης, που υπήρξε μέλος της μαντολινάτας, υπερήφανος θα είναι από κεί ψηλά.

Το 1978 συγκυρίες και φιλίες με έκαναν να ακολουθήσω το χορευτικό σ’ ένα ταξίδι στη Γαλλία. Κόλλησα. Αυτό που ονομάζουμε λαϊκή παράδοση, μου έγινε εμμονή. Διάβασα πολύ, είδα άπειρες παραστάσεις (Δόρα Στράτου, Λύκειο Ελληνίδων, Βασ.Καρφή) και ζήλευα και ονειρευόμουν και πίστευα. Με τη Νέλλη είχαμε τα ίδια όνειρα και προσπαθήσαμε και καταφέραμε να πάμε τις παραστάσεις σε άλλο επίπεδο.

Να τολμήσουμε προγράμματα που παρουσιάζονταν πρώτη φορά, να εντάξουμε το τραγούδι από τους ίδιους τους χορευτές. Με τη βοήθεια του Γιώργου, του Πάνου, του Νίκου, της Ελπίδας, του Κώστα. Και να σας πω κάτι; Σήμερα δεν ζηλεύω πιά. Απλά υπερήφανος νοιώθω. Γιατί οι γνώσεις και ο ζήλος του Σπύρου και της Δήμητρας, η αγάπη, η πίστη και ο επαγγελματισμός όλων των χορευτών, έχουν φτάσει το χορευτικό πολύ ψηλά. Κι αν δεν μας καταδυνάστευαν η φτώχεια της τσέπης, η ματαιοδοξία των ανθρώπων του μικρού μας τόπου και η έλλειψη παιδείας και καθοδήγησης των νέων για τη σημασία συνέχισης της παράδοσής μας, θα είμαστε ακόμη πιο ψηλά.

Ξέρετε, όταν μας κάλεσαν πέρυσι στο θέατρο της Δ. Στράτου, να δείξουμε τη παράδοση μας στους χορευτές του θεάτρου, ο πρόεδρος τους Αλκης Ράφτης μας παρουσίασε έτσι: «αυτά τα παιδιά προέρχονται από τον Ορφέα Λευκάδας. Ένα από τα σημαντικότερα σωματεία – ίσως και μοναδικό – που υπάρχουν στον ελλαδικό χώρο, που παρά τη δυσκολία των καιρών, λειτουργούν τόσα πολλά τμήματα. Που προκαλεί δέος και φόβο συγχρόνως, σε πολλούς.» Για φαντάσου, σκέφτηκα. Να σε επαινούν, να αναγνωρίζουν τη δράση σου οι ξένοι και δω να υπάρχουν κάποιοι να ξεστομίζουν «και ποιός είναι ο Ορφέας;»

Ποιός είναι ο Ορφέας. Ούτε σφραγίδα είναι, ούτε μαγαζάκι. Είναι ένας ζωντανός Οργανισμός, που δεν επαναπαύεται στις δάφνες του. Δραστηριοποιείται όλο το χρόνο με πλήθος εκδηλώσεων. Γιορτές για την Ενωση της Επτανήσου, Festa del Canale, παραστάσεις μουσικών σχημάτων, χορωδίας, χορευτικού, εντός και εκτός του νησιού μας. Ξεκίνησε τη Βαρκαρόλα το 1950. Ήταν ο εμπνευστής των Γιορτών Λόγου και Τέχνης το 1952 και αργότερα το 1962 του Διεθνούς Φεστιβάλ Φολκλόρ μαζί με τον αείμνηστο Αντώνη Τζεβελέκη.

Από τις τάξεις του και τα συμβούλια του, πέρασαν εκατοντάδες συμπολίτες μας. Κάποιοι από αυτούς ασχολήθηκαν, κατά καιρούς, με τη πολιτική ζωή του τόπου. Θα επισημάνω αυτό που γνωρίζω σίγουρα. Πρόσθεσαν πολλά λιθαράκια στο «πολιτιστικό γίγνεσθαι» της Λευκάδας.

Ένα τμήμα μου έμεινε. Κινηματογραφική Λέσχη. Πάει να κλείσει 50 χρόνια ζωής, με ποιότητα στην 7η τέχνη, με τη ποιότητα που η Τούλα ξέρει.

Σε αυτό το σημείο θέλω να αναφερθώ σε τρείς προέδρους που αγάπησα πολύ, που μου έδειξαν τη διαδρομή. Ο μπάρμπα Γεράσιμος Πεδρικάρης. Μου μετέδωσε το άγχος και την αγωνία που τον συνόδευαν για τον Ορφέα, μέχρι το τέλος της ζωής του. Ο Βασίλης Θερμός που με έμαθε ν’ αγαπάω τον πολιτισμό, να ονειρεύομαι και να βάζω τον πήχη πάντα ψηλότερα. Ο Παναγιώτης Σκληρός γιατί ήταν σκληρός. Μα με έμαθε να δουλεύω, κάποιες φορές πέρα από τις δυνάμεις μου. Να τολμώ, γιατί τόλμησε τη διεκδίκηση του σπιτιού μας. Ένα ανέκδοτο ως τότε. Και με την ανοχή του ΔΣ, του Θερμού, του Περδικάρη, του Καββαδά, το πέτυχε. Πέτυχε να φτιάξει μια κυψέλη πολιτισμού, όπως ο ίδιος έλεγε. Τόλμησε πολλά ακόμη και αξιώθηκε σαν πρόεδρος, να παραλάβει το 1993 για τον Ορφέα, το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών.

Όλα έρχονται και παρέρχονται. Εκπομπή μηδέν. Τελευταία λεπτά της παράστασης. Ο εκφωνητής μιλάει για τον εαυτό του και προσπαθεί να εξηγήσει τα ανεξήγητα, ή μάλλον τα προφανή. Γύρω καλώδια, άδεια τραπέζια, κλειστά μικρόφωνα. Όλη η περιουσία του σταθμού, ένα ταμπλό με φωτογραφίες παραγωγών, που κι αυτό χάθηκε. Ένα είναι σίγουρο. Ο Ορφέας μένει και επιμένει.
Τα βλέφαρα βαραίνουν νωχελικά, σαν φτερουγίσματα που οδηγούν στην άβυσσο της ελπίδας. Τι θα είμαστε δίχως τις λίγες, έστω, σταγόνες ελπίδας, να μας γεμίζουν φωτιά; Κι αν βαραίνουν τα βλέφαρα, μην αφήσετε τα μάτια να κλείσουν…. ΠΑΜΕ ΓΙΑ ΤΑ 100

Μάκης Βανδώρος
(Αφήγηση στην εκδήλωση για τα 80 χρόνια του Ορφέα που πραγματοποιήθηκε στις 13 Ιανουαρίου 2018 στο φουαγιέ του Θεάτρου.)

Προηγουμενο αρθρο
Σκέψεις στο κατώφλι του 2018
Επομενο αρθρο
Έφυγε πρόωρα από τη ζωή ο Παναγιώτης Κουτσαύτης (μυτόνας)

3 Σχόλια

  1. Άγνωστος
    14 Ιανουαρίου 2018 at 00:43 — Απάντηση

    Κύριε Μάκη είστε υπέροχος. Νιώθω ευτυχής που είστε ενεργό μέλος του Ορφέα. Και τα δύο μου παιδιά έρχονται στον Ορφέα. Κι ένιωσαν πολύ όμορφα απ’ την αρχή. Όλα είναι καλά αλλά εσείς ξεχωρίζετε. Έχετε ήθος σπάνιο για την εποχή μας. Τιμή μου που σας γνωρισα.

  2. αμελιαζ
    15 Ιανουαρίου 2018 at 08:47 — Απάντηση

    Πολυ συγκινητικα και λογοτεχνικα λογια απο ενα απλο ανθρωπο αναμεσα μας ,χωρις master και τιτλους…
    Και δικαιος και ξοφαλτσα καυστικος και ρεαλιστης μεσα απο ενα απλο αλλα ευφανταστο κειμενο,που αναφερει ολα και για ολους…
    Και στα 100!!!! λοιπον

  3. Μιχάλης
    15 Ιανουαρίου 2018 at 12:43 — Απάντηση

    «Ένας τόπος δεν μπορεί να πάει μπροστά,να μεγαλουργήσει,να ακουστεί,χωρίς τον πολιτισμό του και την παράδοσή του» δικό σας.
    Συμφωνώ και συμπληρώνω:Θα το φωνάξω θα το πω με πίστη και με σθένος,λαός χωρίς παράδοση είναι τελειωμένος.

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *