HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΔήμος Μαλακάσης (1923-1997): Ένας «Δομικός» Τοπικός Λόγιος

Δήμος Μαλακάσης (1923-1997): Ένας «Δομικός» Τοπικός Λόγιος

Του Δημήτρη Σπ. Τσερέ

100Ας αρχίσουμε από τα realia. Το συγγραφικό έργο του Δ. Μ. αποτελείται σχεδόν εξ ολοκλήρου από την αρθρογραφία του. Την έκδοση των Λευκαδίτικων Σελίδων την είχε αναλάβει σχεδόν εργολαβικά: Στα (60) φύλλα της εφημερίδος δημοσίευσε (68) ενυπόγραφα κείμενα μέσα σε (5) χρόνια, κυρίως στην ορμητική διετία 1962-63. Ο αριθμός μεγαλώνει πολύ, αν συνυπολογίσουμε τις ανυπόγραφες τακτικές στήλες «Σίφυφος», «Εκπολιτιστικά» και «Λευκαδίτικοι Αντίλαλοι», που τις γράφει ο ίδιος ή με συνεργασία και οι οποίες αποτελούν μικρά αρθρωτά σημειώματα με επίκαιρες ειδήσεις, κρίσεις, υποδείξεις. Στην Ηχώ της Λευκάδας δημοσιεύει 39 δημοσιεύματα σε 21 χρόνια (αρχίζοντας από το 1971), κυρίως λαογραφικά και βιβλιοπαρουσιάσεις.

Παραγωγική είναι η συνεργασία του και με τη Δημοκρατική Λευκάδα: 29 κείμενα στο διάστημα 1979-1983. Η ευρύτητα αντιλήψεων, που χαρακτηρίζει την εφημερίδα, το ιδεολογικό-πολιτικό στίγμα της στον ευρύτερο αριστερό χώρο και η συγκυρία εξηγούν γιατί στη Δ. Λ. ο Μαλακάσης δημοσιεύει σε πολλές συνέχειες, εκτός από τα «λαογραφικά» του άρθρα, και μεγαλύτερα κείμενα που φιλοδοξούν να ερμηνεύσουν κοινωνικά και πολιτικά φαινόμενα, όπως την «Οικονομική και κοινωνική παρακμή στην Αγία Μαύρα(1900-1950)» και την «Μικρή εισαγωγή στις απομυθοποιήσεις».

Πολύ παραγωγική είναι και η συνεργασία του με τον Λευκαδίτικο Παλμό του Σπύρου Κόγκα,: 71 κείμενα σε 9 χρόνια κατά τη δεκαετία του ‘80. Τα κείμενα του Δ. Μ. στο Λευκαδίτικο Παλμό ανήκουν κυριότατα στην «αστική λαογραφία» – και εδώ δηλαδή η θεματογραφία βρίσκει αντιστοιχίες με τη καταστατικά διακηρυγμένη γραμμή της εφημερίδας(1) .

Για λόγους που δεν μπορώ να εξηγήσω στην εφημερίδα του Τάκη Μαμαλούκα Λευκάς, την αρχαιότερη και μακροβιότερη όλων, δημοσίευσε μόνο (12) κείμενα. (11) κείμενα έχει δημοσιεύσει στα Λευκαδίτικα του Τζεβελέκη (1958-1963), (10) στην Άποψη του Κώστα Μαμαλούκα (1995-97) και (2) στο Σπαβέντο.
Τελειώσαμε με τα realia. Ας επιχειρήσουμε τώρα μια γενική σκιαγράφηση των πνευματικών ενδιαφερόντων του Δ. Μ.

Ο Δ. Μ. έχει έντονα ιστορικά ενδιαφέροντα αλλά δεν είναι ο ιστορικός, που σχεδιάζει μεθοδικά να εντάξει σε παραδεδεγμένα ιστορικά ερμηνευτικά σχήματα όλα τα «γεγονότα» του τόπου του. Δεν τον ενδιαφέρει η πολιτική και στρατιωτική ιστορία. Και τα χρονικά πλαίσια, μέσα στα οποία κινείται, πάνε το πολύ μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα, γιατί, προφανώς, μέχρι εκεί φτάνουν τα ενδιαφέροντά του και ο μεγάλος όγκος των αρχειακών διαθεσιμοτήτων ή αυτό το χρονικό βάθος είναι αρκετό για να δώσει το κατάλληλο φόντο στα μεταγενέστερα και τα συγκαιρινά του γεγονότα, που τον ελκύουν. Αυτή τη διάθεση ιστορικής προσέγγισης τη μαρτυράει η τεκμηρίωση των γραφομένων του με τεκμήρια της διαχρονίας, που τα αντλεί από τα συμβολαιογραφικά αρχεία. Όμως μέχρι εκεί.

Βέβαια από το 1980 περίπου εκδηλώνεται η από χρόνια υφέρπουσα επιθυμία του να επιδοθεί σε ευρύτερες ιστορικές συνθέσεις. Η επιθυμία αυτή επικεντρώνεται στο πεδίο της θεματικής ιστορίας: Επιλέγει πρώτα ένα προσφιλές του λευκαδικό θέμα και ύστερα αποπειράται να του δώσει την ιστορική του διάσταση. Αυτή τη φιλοδοξία υποδηλώνουν σαφώς οι τίτλοι ορισμένων εργασιών του, δημοσιευμένων στις τοπικές εφημερίδες, που δηλώνουν ρητά ότι ανήκουν σε μεγαλύτερες συνθέσεις τις οποίες σχεδιάζει. Οι τίτλοι των προαναγγελλόμενων συνθέσεων δεν είναι πάντα ταυτόσημοι αλλά ο στόχος τους είναι σαφής: «Η Λευκάδα-Απομυθοποιήσεις-Μαγαζιά-Επαγγέλματα στα 1850-1950)», «Τέχνες και επαγγέλματα-Τέχνες και εργαλεία 1830-1950», «Οικονομική και κοινωνική παρακμή στην Αγία Μαύρα 1900-1950», «Τσαγκαράδικα-Υποδηματοποιεία», «Εργαλεία Τσαγκαρωσύνης-είδη παπουτσιών», «Συντροφίες Τσαγκάρηδων», «Τα φαγητά και τα ξορέξα των μπουρανέλλων (1840-1940)». Το ίδιο υποδηλώνει και το αυτοτελές πόνημα του Το χρονικό των εμποροκτηματιών της Αγίας Μαύρας 1820-1920 (2)

Αυτά δείχνουν ότι κυκλοφορεί μόνιμα στη σκέψη του η επιθυμία να αποτυπώσει σε ένα ενιαίο έργο αυτό που θα λέγαμε «κοινωνική ιστορία της πόλης Λευκάδος» των ετών 1820-1950 περίπου. Οι λέξεις «εργαλεία», «τέχνες», «μαγαζιά» και «απομυθοποιήσεις» είναι οι ευδιάκριτοι πυρήνες αυτής της σχεδιαζόμενης σύνθεσης. Οι βασικοί άξονες της θα ήταν: Πρώτον, οι «κινήσεις» στη μεγάλη διάρκεια των κοινωνικών υποκειμένων και, ιδιαίτερα των χειρωνακτικά εργαζομένων και των ποικίλων επαγγελματιών χωρίς να αμελεί και για την πορεία των «αρχόντων», για τους οποίους σχεδιάζει την συγγραφή των «Απομυθοποιήσεων», μια σειρά κειμένων, που θα αποκαλύπτουν κάτω από το λαμπρό προσωπείο τη βαθιά ηθική τους διάβρωση• δεύτερον, η συνθετική καταγραφή των επαγγελμάτων, των μεθόδων και των εργαλείων τους• και τρίτον η συναγωγή των συλλογικών νοοτροπιών των μπουρανέλων: από την ψυχογραφία ως τις πεζότερες συνήθειες του καθημερινού βίου. Ο αποκλεισμός της πολιτικής και στρατιωτικής ιστορίας, του κορμού δηλαδή αυτού που ήταν στην Ελλάδα του τότε η επίσημη εκδοχή της ιστορίας, αποκαλύπτει ένα πολύ ενδιαφέρον στοιχείο της πνευματικής του συγκρότησης.

Για πολλούς υποκειμενικούς και αντικειμενικούς λόγους η σύνθεση αυτή δεν πραγματώθηκε. Αλλά από την κοίτη, στην οποία σωρεύτηκαν οι πρώτες ύλες της, τροφοδοτήθηκε η αρθρογραφία του στις εφημερίδες. Και έτσι το τελικό εξαγόμενο είναι η συνύπαρξη πολλών και πλούσιων ψηφίδων ενός ιδεατού παζλ που δεν αρθρώθηκε τελικά σε ολοκληρωμένη σύνθεση: αστική λαογραφία (που αγκαλιάζει όλες τις πλευρές της ζωής των ανθρώπων της πόλης), τοπική πολιτιστική ζωή, έμμεση κοινωνική-πολιτική κριτική.

Ο Δήμος Μαλακάσης όμως είναι και άνθρωπος της δράσης, η αρθρογραφία του αποτελεί ένα από τα μέσα, με τα οποία επιδιώκει να επηρεάσει, προς την επιθυμητή κατεύθυνση, αυτά που συμβαίνουν στο ευρύτερο «πολιτιστικό» πεδίο. Για τριάντα περίπου χρόνια μετέχει έντονα στη ζωή των πολιτιστικών φορέων της Λευκάδος μ’ ένα τρόπο ολιστικό: άνθρωπος για πολλές δουλειές. Παραφράζοντας έναν πολιτικό όρο θα τον χαρακτηρίζαμε «δομικό τοπικό λόγιο»: Μετέχει ενεργητικά στα Δ. Σ. της Φιλαρμονικής και του Ορφέα και αργότερα στον βραχύβιο αλλά δραστήριο ΣΜΑΛΕΠ (=Σύλλογος Μελέτης Λευκαδικών Προβλημάτων). Τις Λευκαδίτικες Σελίδες τις έχει αναλάβει σχεδόν εργολαβικά για έξι χρόνια. Γράφει, τρέχει, οργανώνει, ζωγραφίζει σκηνικά για τους χορούς στο Πάνθεο ή για τις θεατρικές παραστάσεις του Ορφέα ή για τις Γιορτές Λόγου και Τέχνης -το σκηνικό με το περιστέρι τη χρονιά που τραγούδησε η Κάλλας στην πλατεία ήταν δικό του. Δικές του ιδέες και πραγματώσεις είναι η διακόσμηση της παραλίας του Σκορπιού για την «ψυχαγωγική εκδήλωση»(3) του Ορφέα τον Αύγουστο του 1956 και η δημιουργία ενός ολόκληρου Λευκαδίτικου χωριού (και η οργάνωση του λευκαδίτικου πανηγυριού που έγινε μέσα σ’ αυτό τον χώρο) στο καφενείο του Αποστόλη Βερύκιου τον Αύγουστο του 1962 – πάντα στα πλαίσια των Γιορτών Λόγου και Τέχνης. Ο ίδιος από τα νεανικά του χρόνια ζωγραφίζει ακουαρέλλες και εκθέτει τα έργα του – επί πλέον διδάσκει ζωγραφική δωρεάν σε νεαρά παιδιά στη «Σχολή Ζωγραφικής» που ίδρυσε ο Ορφέας το 1960.

Ο «τόπος», στον οποίο αφοσιώνεται ο Δ. Μ., είναι η πόλη της Λευκάδος. Στα σοκάκια του «Πουλιού» μεγάλωσε και έπαιξε, τις εικόνες της κουβαλάει στη ψυχή του, μεγάλο μέρος της αρθρογραφίας του στηρίζεται μόνο σ’ αυτές τις μνήμες. Κατά τούτο ο Δ. Μ. κινείται σε διαφορετικό μήκος κύματος από τον Κοντομίχη, που το λαογραφικό του έργο κινείται αποκλειστικά στον αγροτικό χώρο. Είναι όμως εξαιρετικά ενδιαφέρον ότι παρόλα αυτά ο Δ. Μ. δεν εμφορείται από τα γνωστά περιφρονητικά αισθήματα, που έτρεφαν οι μπουρανέλοι για τους χωριάτες: στον επίλογο της μελέτης του Η εκατονταετία 1850-1950 απερίφραστα υποστηρίζει ότι η μεταπολεμική «κάθοδος των χωρικών» στην πόλη της Λευκάδος και η οικονομική κυριαρχία τους όχι μόνο δεν είναι «εισβολή κάφρων», όπως οι γηγενείς της πόλης την ονοματίζουν, αλλά είναι μια Νέμεση της ιστορίας, η επανόρθωση όλων των απάνθρωπων αδικιών, που υπέστη στο παρελθόν ο αγροτικός κόσμος της Λευκάδος διαδοχικά από τους φεουδάρχες, τους εμποροκτηματίες και τους εμπόρους της πόλης. Και αυτή η διαφοροποίηση του πηγάζει από την ιδεολογική του υποδομή: Ένας άνθρωπος που ασπάζεται κοσμοθεωρίες που καταφάσκουν τον «λαό», θα ήταν παράδοξο να υποστηρίζει απόψεις που ακυρώνουν αυτή την κατάφαση.

Ας ανιχνεύσουμε τώρα να βρούμε ποιοι είναι οι αρμοί που συνδέουν την ατομική περίπτωση του Δήμου Μαλακάση με το τοπικό και γενικό πλαίσιο.

Και πρώτα το τοπικό πλαίσιο: Το γενικότερο κλίμα στη Λευκάδα τη δεκαετία του 1950 δεν διαφέρει ουσιωδώς από το αντίστοιχο στην άλλη Ελλάδα: Βρισκόμαστε στα δύσκολα μετεμφυλιακά χρόνια, οι άνθρωποι προσπαθούν να επουλώσουν τις πληγές τους και να επιβιώσουν. Σκληρή δουλειά από τη μια. Μετανάστευση εσωτερική ή εξωτερική από την άλλη. Παράλληλα με τον αγώνα της επιβίωσης πορεύεται και η πίστη στη χρησιμότητα των πολιτισμικών αξιών. Οι πνευματικοί άνθρωποι αγωνίζονται να χαράξουν δρόμους συλλογικής δράσης και παράλληλα να πραγματώσουν τις πνευματικές τους αναζητήσεις. Η επτανησιακή παράδοση της Λευκάδος είναι ένα κίνητρο, οι αρχειακές διαθεσιμότητες της ένα πολιτισμικό κεκτημένο, η ευρηματικότητα των ανθρώπων και η ομορφιά του τοπίου της εγγενή πλεονεκτήματα και τα δυνατά οράματα της προηγούμενης κοσμογονικής δεκαετίας ιδανικός καταλύτης.

Σε επίπεδο ατόμων ο Μαχαιράς, ο Ροντογιάννης, ο Κοντομίχης, καθένας στο δικό του μονοπάτι και στο δικό του σκαλοπάτι, πορεύονται στον δρόμο των προσωπικών τους αναζητήσεων. Σε επίπεδο φορέων, δίπλα στη βασική πολιτισμική σταθερά της γηραιάς Φιλαρμονικής, ο «Ορφέας», συσπειρώνοντας τις πιο αξιόλογες πνευματικές εγχώριες δυνάμεις, ενσαρκώνει αυτή την επιθυμία για πνευματική και πολιτιστική άνθιση: έκδοση φιλόδοξης εφημερίδας (=Λευκαδίτικες Σελίδες) το 1961, μουσική, τμήμα παραδοσιακών χορών, διαλέξεις, οι οποίες φιλοδοξούν να ενταχθούν σε μια προγραμματισμένη σειρά, «Γιορτές Λόγου και Τέχνης», ίδρυση ραδιοφωνικού σταθμού το 1962, εγχώριες θεατρικές παραστάσεις. Το 1954 εκδίδει το γνωστό λεύκωμα του(4) που παρά τα πενιχρά οικονομικά και τεχνικά μέσα της εποχής αποτελεί αξεπέραστο πρότυπο παρόμοιων εκδόσεων στο χώρο της Λευκάδος. Με κόπους και ιδρώτα, πρωτίστως του Πάνου Ροντογιάννη αλλά όχι μόνο, στήνεται η Δημόσια Βιβλιοθήκη και το Μουσείο Μεταβυζαντινών Εικόνων -οριστικά κεκτημένα πλέον του λευκαδικού πολιτισμικού τοπίου.

Οι «Γιορτές Λόγου και Τέχνης» που οργάνωσαν για πρώτη φορά το 1955 ο «Ορφέας» και «Σύλλογος Λευκαδίων Αττικής», είναι η απαρχή μιας συλλογικής ενθουσιώδους δράσης, που στοχεύει, εκτός από την προβολή του νησιού και τουριστικά και οικονομικά οφέλη απ’ αυτή, και σε επιτεύγματα υψηλότερα όπως ο τίτλος τους με σαφήνεια αποκαλύπτει και όπως βεβαιώνουν οι προσπάθειες που επιχειρήθηκαν. Το 1962 με πρωτεργάτες τον «Ορφέα» και το «Σύλλογο Λευκαδίων Αττικής» μέσα σε κλίμα ανάτασης και υψηλών προσδοκιών εγκαινιάζεται το «Διεθνές Φεστιβάλ Φολκλόρ», που συνεχίζεται ανελλιπώς μέχρι σήμερα. Ο Δ. Μ. είναι όχι απλώς παρών στα περισσότερα απ’ αυτά αλλά στυλοβάτης.

Την ορμή των δύο πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών αναστέλλει η επιβολή της δικτατορίας. Κλείνει το ραδιοφωνικό σταθμό του Ορφέα γεγονός που απειλεί με οικονομική κατάρρευση τον Όμιλο και οδηγεί στο κλείσιμο των Λευκαδίτικων Σελίδων. Η οργάνωση του Φεστιβάλ ανατίθεται στον Ε.Ο.Τ. Η Λευκάδα πορεύεται κι αυτή μέσα στο δεδομένο πλαίσιο, τα γούστα του καθεστώτος δίνουν τον τόνο, οι δημιουργικοί άνθρωποι προσπαθούν να συντηρήσουν τη συνέχεια των εκδηλώσεων παράλληλα με την αξιοπρέπεια τους.

Η Μεταπολίτευση φέρνει νέο αέρα και στη Λευκάδα. Τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια (1974-1981) αναζωπυρώνονται και πάλι οι ελπίδες, πανελλαδικά και τοπικά, για ριζικές πολιτικές εξελίξεις που θα συνεπιφέρουν κραδασμούς σε όλα τα πεδία της κοινωνίας και από το 1981 η ένταση του ρεύματος αυτού μεγαλώνει. Εξ αιτίας αυτού κινητοποιούνται με ένταση πολλές κοινωνικές δυνάμεις και η ενασχόληση με το πεδίο του πολιτισμού ανάγεται σε σημαντική προτεραιότητα. Στη Λευκάδα συνυπάρχουν στο χώρο του Τύπου, εκτός από την «παλαιές» Ηχώ της Λευκάδας και Λευκάς, οι νεοεκδιδόμενες Δημοκρατική Λευκάδα και Λευκαδίτικος Παλμός – αναφέρομαι στις σημαντικότερες. Ο ΣΜΑΛΕΠ (=Σύλλογος Μελέτης Λευκαδικών Προβλημάτων), η Λαϊκή Επιμόρφωση (από την ριζική αναδιοργάνωσή της το 1983), οι δύο Σύλλογοι Γυναικών, παραρτήματα της Οργάνωσης Γυναικών Ελλάδας και της Ένωσης Γυναικών Ελλάδας, το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Λευκάδος (ιδρύεται το 1978) και το Ελεύθερο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο του Δήμου Λευκάδος (που «ανοίγει» το 1983), η Κινηματογραφική Λέσχη του Ορφέα, «ανοίγουν» το παιγνίδι των πνευματικών προβληματισμών και αναζητήσεων με μια ένταση άγνωστη ως τότε. Άνισα, άναρχα, βολανταριστικά ίσως, στα μέτρα των δυνατοτήτων του ο καθένας, ενίοτε με καπελώματα κομματικά και ιδιοτελείς προσωπικές στρατηγικές – αλλά το «ανοίγουν». Παράλληλα νέα σωματεία ξεφυτρώνουν σε όλο το νησί με ανάμικτα στις αποσκευές τους αφενός τον ενθουσιασμό και τις φιλοδοξίες, και αφετέρου το βολονταρισμό, την άγνοια των δυσκολιών και την αναπόφευκτη προχειρότητα. Οι Γιορτές Λόγου και Τέχνης στη δεκαετία του 1980 και στη συνέχεια, παρά τις όποιες ενστάσεις και τη κούραση που προκαλεί ο εθισμός, ανεβάζουν το επίπεδο τους.

Μέσα στην πολυφωνική αυτή περίοδο της Μεταπολίτευσης η αρθρογραφία του Δήμου Μαλακάση διανύει μια πολύ παραγωγική φάση με σημείο αιχμής τα έτη 1980-81: το άτομο κινείται στη τροχιά του γενικού ρεύματος.

Το γενικό πλαίσιο:

α)H γενιά των ηττημένων: Ο Δ. Μ. δραστηριοποιείται συγγραφικά από το 1955. Βρισκόμαστε στη καρδιά του μετεμφυλιακού κράτους: στο περιθώριο οι ηττημένοι του Εμφυλίου και θαμπωμένα τα οράματα μια νέας κοινωνίας, στην οποία θα θριάμβευαν οι αρχές της ισότητας και της δικαιοσύνης και τα οποία αποτέλεσαν τα φλάμπουρα της γενιάς του. Πάνω σ’ αυτό στηρίχτηκε και μακροημέρευσε μια συγκεκριμένη ιδεολογία ή, μάλλον, μια συναισθηματική στάση της Αριστεράς: η πίκρα για την αποτυχία της επανάστασης και η αόριστη ελπίδα για μια μελλοντική δικαίωση των παραμερισμένων και καταφρονεμένων. Αυτή, φιλτραρισμένη, μέσα σε κείμενα που δεν είναι πολιτικά, εμφανίζεται στην αρθρογραφία του Δ. Μ διακριτική αλλά και ευδιάκριτη στο υποψιασμένο μάτι, κυρίως στη μόνιμη στήλη Γύρω από τη ζωή μας των «Λευκαδίτικων σελίδων». Και είναι πιο ευδιάκριτη η στάση αυτή στις Λευκαδίτικες Σελίδες γιατί την ευνοούν το πρόσφατο των τραυματικών γεγονότων, η θέρμη της ηλικίας και η περιρρέουσα ατμόσφαιρα: δυσανάλογα δυνατές ελπίδες σε σχέση με τις αντικειμενικές αντίξοες συνθήκες.

Στα χρόνια της δικτατορίας ο Μαλακάσης σιωπά και, όταν αρχίζει να αρθρογραφεί πάλι από το 1971 στην Ηχώ της Λευκάδος, οδηγείται πλέον σε δρόμους νοσταλγικής αναδίφησης του παρελθόντος του γενέθλιου τόπου. Αιτία η πολιτική κατάσταση και ο χαρακτήρας της εφημερίδας: το έντυπο ενός συλλόγου επαρχιωτών της Αθήνας που απαιτεί λογικές εξισορροπητικές και βασικός του στόχος είναι η διαφύλαξη της ενοποιού-και συναισθηματικά λυτρωτικής- μνήμης της μακρινής πατρίδας μέσα στο επίφοβο περιβάλλον του απρόσωπου, και διαλυτικού των παραδοσιακών σχέσεων, άστεως.

Μετά την Μεταπολίτευση ο ώριμος πλέον Μαλακάσης «εκτονώνει» αυτή την εσωτερική του παρόρμηση με μέσα λιγότερο συναισθηματικά στρεφόμενος σε πιο φιλόδοξες μελέτες. H μεταβολή των κοινωνικών και πολιτικών δεδομένων -αισθητή από το 1974 και ραγδαία από το 1981 – σε συνδυασμό με την αλλαγή των προσωπικών δεδομένων, βιολογικών και διανοητικών, έχει μετριάσει την δριμύτητα των παλιότερων συναισθημάτων του, κάτι που βέβαια απαντά και ως μεταβολή γενικότερη στις συλλογικές νοοτροπίες.

β) Ο λαός: Εξ ίσου διακριτική αλλά πιο ευδιάκριτη παρουσιάζεται στα κείμενα του μια άλλη καίρια πτυχή της αριστερής ιδεολογίας, ευρύτατα διαδεδομένη (και όχι μόνο στα λαϊκά στρώματα) που αποτελεί τη βασικότερη, ίσως, διαφορά των διανοουμένων της από τους εκφραστές της επίσημης ιδεολογίας: Η κατάφαση του «λαού» (δηλαδή των φτωχότερων κοινωνικών στρωμάτων) ως φορέα αυθεντικών αξιών και παραδειγματικού ήθους και ex contrario η απαξιωτική ή επιφυλακτική στάση έναντι της λεγόμενης «ανώτερης κοινωνίας» – που είναι φορέας μη αυθεντικών αξιών και ήθους επίμεμπτου. Η θεώρηση αυτή των πραγμάτων επιδρά καίρια στη θεματολογία του.

Ιδωμένη στη διαχρονία η θέση αυτή παρουσιάζει ομοιότητες με την προηγούμενη: εμφανίζεται συχνότερα στην ενθουσιώδη και ελπιδοφόρα εποχή των Λευκαδίτικων Σελίδων, που είναι και εποχή της δικής του βιολογικής και διανοητικής ακμής. Αλλά και στα επόμενα χρόνια είναι σαφής, μόνο που αλλού εμφανίζεται απροκάλυπτη και ad hoc, ενώ αλλού -και είναι τις περισσότερες φορές- περιπτωσιακά και έμμεσα.

Να προσθέσουμε ότι αυτή η στάση απέναντι στον «λαό» είναι έκδηλη και στους δύο βασικούς εκπρόσωπους της μεταπολεμικής εγχώριας λευκαδιακής λογιοσύνης, τον Κοντομίχη και τον Ροντογιάννη, πράγμα που σημαίνει ότι είναι κοινός της τόπος .

γ) Η ανάπτυξη της περιφέρειας: Μια τρίτη παράμετρος της περιρρέουσας ιδεολογίας, που απαντά στην αρθρογραφία του Δ. Μ., είναι η πεποίθηση ότι ο δρόμος προς ένα καλύτερο αύριο περνάει μέσα από την περιφερειακή ανάπτυξη και την καταπολέμηση του υδροκεφαλισμού της πρωτεύουσας: Εδώ η απαίτηση της ιδεολογίας ανταμώνει με τη φωνή του αίματος, την αγάπη για τη γενέθλια γη. Όλη η ορμή της πρώτης μεταπολεμικής εικοσαετίας, όπως εκφράζεται μέσα από τις Γιορτές Λόγου και Τέχνης, τον Ορφέα και τις Λευκαδίτικες σελίδες, έχει αυτή την πεποίθηση ως σταθερή παράμετρο. Εξ αιτίας αυτής της πεποίθησης το αίτημα του για την τόνωση της οικονομικής και πνευματικής ανάπτυξης της ιδιαίτερης πατρίδας του είναι διάχυτο στην αρθρογραφία του: Τα κείμενα του για τον τουρισμό (για την ανάγκη βελτίωσης των κακών δρόμων, για να ξεβρωμίσει η πόλη, να κατασκευαστούν ξενοδοχεία κ. λ. π.), εξ ολοκλήρου, και τα κείμενα του για την εγχώρια πολιτιστική ζωή, εν μέρει, αυτό το αίτημα υπηρετούν-και είναι πολλά.

δ) Οι πολιτισμικές αξίες: Παρούσα στα κείμενά του, είτε άμεσα είτε έμμεσα, είναι και η, επίσης ευρέως διαδεδομένη, στην πλειοψηφία των σοβαρών διανοουμένων, πίστη ότι οι πολιτισμικές αξίες οδηγούν σε ένα καλύτερο αύριο. Αυτό σε τοπικό επίπεδο σημαίνει ότι απαιτείται η παραγωγή εγχώριων πολιτισμικών προϊόντων – ένα είδος τοπικής πολιτισμικής αυτάρκειας. Ο Μαλακάσης εκφράζει αυτή την πίστη ευρύτερων ομάδων του τόπου του. Στο 1ο φύλλο των Λευκαδίτικων Σελίδων αυτή η πίστη διατυπώνεται ως προγραμματικός λόγος στο ανυπόγραφο κείμενο «Η έκδοση μας», το οποίο ή το έγραψε ο ίδιος ή το συν-έγραψε με άλλον.

Η έννοια του «πολιτισμικού προϊόντος», όπως την αντιλαμβάνεται ο Μαλακάσης, δεν εξαντλείται στη συνηθισμένη στενή της σημασία, που την περιορίζει στο πεδίο των γραμμάτων και των τεχνών, αλλά απλώνεται και σε άλλα πεδία των δράσεων μιας κοινωνίας: από την εγχώρια αρχιτεκτονική ως την καθαριότητα των δημόσιων και των ιδιωτικών χώρων. Στους «αστερίσκους» της ανυπόγραφης τακτικής στήλης «ΕΚΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ» των Λευκαδίτικων Σελίδων, που σίγουρα τους γράφει ο ίδιος, θέματα όπως η καθαριότητα των πλατειών και των δρόμων, οι (ανύπαρκτες) πινακίδες και οι σπασμένοι λαμπτήρες των δρόμων, η κατάσταση των ακτών κ.λπ. εμφανίζονται ανελλιπώς. Αυτή η διασταλτική σύλληψη της έννοιας του πολιτισμού είναι ένα δείγμα νεωτερικότητας της σκέψης του, που μας ξαφνιάζει και μας αποκαλύπτει την ένταση και την έκταση της ή και την αντιφατικότητα της, καθώς συνυπάρχει με δείγματα αντίρροπης κατεύθυνσης.

Δείγμα νεωτερικότητας συνιστά και η αντίληψη του για την αυτονομία του πολιτισμικού πεδίου έναντι της πολιτικής, παρόλο ότι και ο ίδιος, είναι άνθρωπος με ιδεολογική συγκρότηση και με έντονη πολιτική δράση τα προηγούμενα χρόνια. Δεν πρέπει να είναι συμπτωματικό ότι την ίδια εποχή σε πανελλαδικό επίπεδο η αντίληψη αυτή οδηγεί στην έκδοση περιοδικών όπως η Επιθεώρηση Τέχνης και συγκρούεται με αντιλήψεις που ή θεωρούν τον πολιτισμό ως δραστηριότητα άσχετη με την πολιτική ή, αντίθετα, ως θεραπαινίδα της πολιτικής.

ε)Η Νέμεση της Ιστορίας: Μια βασική σταθερά της σκέψης του είναι η ντετερμινιστική ανάγνωση της Ιστορίας, η οποία αποτελεί τον πυρήνα του φιλόδοξου Χρονικού των εμποροκτηματιών της Αγίας Μαύρας 1820-1920) στην αυτοτελή του έκδοση το 1982 και σαφέστερα στην Η εκατονταετία του 1850-1950 (που αποτελεί μια δραστική διασκευή του Χρονικού των εμποροκτηματιών, και το επεκτείνει στα χρόνια 1920-1950): Κατασκευάζει ένα κλειστό και ευλογοφανές τοπικό-λευκαδικό ιστορικό σχήμα, σύμφωνα με το οποίο η ακμή και η παρακμή των ιθυνουσών τάξεων (των αρχόντων-κτηματιών αρχικά, των εμποροκτηματιών ύστερα και των προπολεμικών εμπόρων στο τέλος) εντάσσεται σε μια αναπόδραστη τελολογική κίνηση του ιστορικού γίγνεσθαι, που λειτουργεί τελικά και ως ιστορικό δικαστήριο που απονέμει δικαιοσύνη, έστω και όψιμα, στις στρατιές των βασανισμένων χωρικών για όσα υπόφεραν από την σκληρή καταπίεση των οικονομικά και κοινωνικά ισχυρών του τόπου και τιμωρεί αυτούς που ήταν οι αίτιοι της εις βάρος τους αδικίας (την «εκδίκηση» αυτή ο Μαλακάσης την ονομάζει Νέμεση). Αυτή η μανιχαϊκή ανάγνωση της ιστορίας έχει μαρξιστικές καταβολές και την ασπάζεται με ζέση στη μεγάλη της πλειοψηφία η ομογάλακτη ιδεολογικά γενιά του Δ. Μ. πανελλαδικά και τοπικά.

στ)Η γυναίκα: Η στάση τους απέναντι στα δικαιώματα της γυναίκας είναι μια βασική παράμετρος, που διαφοροποιεί τους διανοούμενους σε προοδευτικούς και συντηρητικούς. Οι πρώτοι γενικώς είναι υπέρ, οι δεύτεροι είναι φιλύποπτοι σε τέτοια ανοίγματα. Βέβαια για το «υπέρ» υπάρχει αμφιβολία πότε είναι σαφές και συνειδητό και πότε απλό σύνθημα, υποχρέωση ιδεολογική που συνυπάρχει με άκρως αντίθετες συμπεριφορές. Χωρίς να ξεχνάμε αυτή την επιφύλαξη, επισημαίνω ότι τo φ. 54 της 10 Δεκεβρίου 1962 της εφημερίδας Τα Λευκαδίτικα είναι όλο αφιερωμένο στη γυναίκα της Λευκάδος με τίτλο «Η Λευκαδίτισσα στις αλυκές» και το έχει γράψει ο ίδιος. Μπορεί να είναι το μοναδικό δείγμα, μπορεί να ασχολείται μόνο με μια πτυχή του θέματος και μάλιστα τοπική (δηλαδή με τις σκληρές συνθήκες κάτω από τις οποίες εργάζεται η λευκαδίτισσα γυναίκα στις αλυκές και ως εκ τούτου να θεωρηθεί ότι αποτελεί απλώς συνέχεια της γνωστής ήδη διάθεσης του συγγραφέα προς το συλλογικό υποκείμενο «λαός» ) αλλά νομίζω ότι και έτσι εκπέμπει ευανάγνωστους συμβολισμούς.

ζ)Η γλώσσα: Είναι γνωστή η «γελοιογραφική λειτουργία» της καθαρεύουσας για την επίτευξη μιας διαλυτικής ειρωνείας όταν «ο χειριστή της την «αναγκάζει» να σημάνει τελικά στο επίπεδο των συνδηλώσεων τα αντίθετα ή διαφορετικά από αυτά που σημαίνει στο επίπεδο της κυριολεξίας. Ο Μπόστ είναι το ακραίο παράδειγμα μιας τέτοιας χρήσης της καθαρεύουσας (το ιδιότυπο χιούμορ του οποίου σημειωτέον ότι ο Μαλακάσης το γνωρίζει σίγουρα, όπως φαίνεται από ορισμένα σκίτσα του, που φέρουν σαφή την επίδραση του). Ο Δ. Μ. υιοθετεί αυτή τη χρήση διαμορφώνοντας και το προσωπικό του ύφος: Σταθερά, καμιά φορά και «εκβιαστικά», παρεμβάλλει στα κείμενα του μια καρικατούρα της καθαρεύουσας, δηλαδή την καθαρεύουσα της άξεστης εξουσίας, των συμβατικών τυπικοτήτων, της ηθικολογικής υποκρισίας, της «ελληνικούρας», των επιδεικτικών ξενισμών και της σοβαροφάνειας- όταν θέλει το γλωσσικό του όργανο να εμβαπτισθεί στο σαρκασμό που του χρειάζεται για να γελοιοποιήσει πρόσωπα ή καταστάσεις. Από την άλλη αυτή η χρήση της γλώσσας βρίσκει γόνιμο έδαφος στην λευκαδίτικη ρίζα του Δήμου Μαλακάση, που αρέσκεται να «αλλεγράρει» και να σατιρίζει.

Τελειώνοντας, θα ήμουν ευτυχής αν με τα παραπάνω μπόρεσα να δείξω ότι η περίπτωση του Δ. Μ. είναι ενδιαφέρουσα και ως παραδειγματική εφαρμογή των σχέσεων του τοπικού και του γενικού αλλά και καθ’ εαυτήν.


1) Βλέπε Πανταζή Κοντομίχη, ο. π. σ. 242: …Δεν είναι κομματικό όργανο αλλά έχει δεξιά απόκλιση στα πολιτικά πράγματα του τόπου.
2) Δήμος Μαλακάσης, Το χρονικό των εμποροκτηματιών της Αγίας Μαύρας (Μέρος απ’ την εργασία «επαγγέλματα-Μαγαζιά-Τέχνες-Εργαλεία, 1840-1940», Αθήνα 1982
3) Είναι αξιοπρόσεκτος ο σκοπός για τον οποίο σχεδιάστηκαν αυτές οι ψυχαγωγικές εκδηλώσεις. Βλέπε Γεράσιμου Φιλ. Περδικάρη, ο. π, σ. 76: Το συμβούλιο του Ορφέα, έχοντας τη γνώμη ότι, κατά την περίοδο των γιορτών, θα πρέπει να γίνονται εκδηλώσεις συνδυασμένες με ψυχαγωγικό πρόγραμμα σε χώρους που πίστευε ότι θα πρέπει να αξιοποιηθούν για να βοηθήσουν στην τουριστική ανάπτυξη του νησιού…
4) Μουσικοφιλολογικός Όμιλος Όμιλος Ορφεύς Λευκάδος, Λευκάδα, Σύντομο φωτογραφικό και ιστορικό διάγραμμα της φυσιογνωμίας του νησιού, Αθήνα 1954.

Προηγουμενο αρθρο
Μεγάλο μάθημα ανθρωπιάς από οδηγό του ΚΤΕΛ Αιτωλοακαρνανίας
Επομενο αρθρο
«Αντιστοιχίζοντας» το χτες με το σήμερα της Λευκάδας

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *