HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΔεκαετία του 1960: Η Λευκάδα ξενητεύεται…

Δεκαετία του 1960: Η Λευκάδα ξενητεύεται…

«ΤΑ ΜΟΥΤΖΟΥΡΩΜΕΝΑ ΧΕΡΙΑ», Η ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΜΕΣΠΟΛΕΣ!

Γράφει ο Θοδωρής Γεωργάκης

Όταν η νοσταλγία τροχιοδρομεί πάνω στις ράγες της ασάλευτης μνήμης, τότε σίγουρα φτάνει θριαμβευτικά σε αναφορές που υμνούν και δοξάζουν την ζωή, όχι απλά σαν μια πορεία, αλλά σαν αμάγαλμα ιερών συναισθημάτων και παρθένων συγκινήσεων, διανθισμένη, μάλιστα, με ότι πιο βαθύτερο και αγαπησιάρικο και ερωτικότερο εκφράζει η ψυχοσωματική υπόσταση του ανθρώπου! Δεν είναι διαδρομή που να μην σημάδεψε ανεξίτηλα τους ταξιδιώτες της, δεν είναι σταθμός, που να μην σφύριξαν τα τραίνα της μεγάλης εγρήγορσης στο θαύμα της ζήσης! Και όταν αυτά τα συστατικά ανθρώπινα πρωτοϋλικά παντρευτούν με το αμόλευτο, με το αγνισμένο θωρηκτό της νοσταλγίας, τότε άσφαλτα προκύπτει αυτό που ονομάζομε Αμάραντη Ζωή, σαν ένα μπουκέτο παραστάσεων, αντιλήψεων και βιωματικών μελίγευστων πιομάτων!

Δεκαετία του 1960! Η Λευκάδα ξενητεύεται… Το νησί αδειάζει απ’ το δυναμικότερο κομμάτι του, τη νέα γενιά, που αναζητά, είτε κυνηγημένο απ’ την ανέχεια, είτε κυνηγημένο απ’ την κρατική αβελτηρία, είτε διωγμένο απ’ το επαίσχυντο μετεμφυλιακό κλίμα, αυτό το δυναμικό κομμάτι της νέας γενιάς, αναζητά διέξοδο στη μακρινή Αυστραλία, τον εξ ίσου μακρινό Καναδά και στις φάμπρικες της Γερμανία και του Βελγίου τις στοές! ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ… Αυτή η λέξη αντηχεί στα χωριά της Λευκάδος, εκείνα τα χρόνια της αποψίλωσης των χωριών, μια λέξη μαγική για τον κοσμάκη, που όποιον αφορούσε αυτή η πρόσκληση, αυτόματα θεωρούνταν ευλογημένος, γιατί έφευγε απ’ την τυραγνισμένη ζωή της φτώχειας και της ανέχειας. Η πρόσκληση όταν έρχονταν από συγγενή, που βρίσκονταν ήδη στον Καναδά ή στην Αυστραλία, αυτόματα λειτουργούσε θριαμβευτικά στις μικρές κοινωνίες των Λευκαδίτικων χωριών, γιατί, θεωρούσαν σίγουρο πως, ο αποδέκτης της πρόσκλησης, με τον ίδιο ζήλο και με το ίδιο πάθος, σαν έφτανε στην χώρα προορισμού του, θα έστελνε και αυτός νέα πρόσκληση σε άλλες και άλλους προσκαρτερούντες το μαγικό χαρτί…

«Σώθηκε, ο τάδε, αναφωνούσε όλο το χωριό, σαν έφτανε η πρόσκληση, τώρα όλες οι κοπέλες του θα πάνε στην Αυστραλία, η μία θα πάρει την άλλη…» Η συνηθισμένη επωδός, τα συνηθισμένα σχόλια στις μικρές μας κοινωνίες. Και έφευγαν, έφευγαν, έφευγαν… Και ο πρώτος πόνος του αποχωρισμού, ο πρώτος σπαραγμός του ζωντανού χωρισμού, απαλύνθηκε με τον χρόνο και έγινε ανάμνηση και μετατράπηκε σε νοσταλγία, για όλα τα μέρη και για τους ξενητεμένους και γι αυτούς που έμειναν ξωπίσω. Αναμνήσεις, που σήμερα, με την τεχνολογία και τα τάχιστα μέσα συγκοινωνίας και επικοινωνίας της νέας εποχής, φαντάζουν κατορθώματα μιας περασμένης εποχής, που ο τρόμος και η λύπη του αποχωρισμού φώλιαζε στις καρδιές…

Αρχές καλοκαιριού του 1966. Μια τέτοια λυτρωτική πρόσκληση έφτασε και για την πρώτη ξαδέρφη του πατέρα μου, σταλμένη επίσης απ’ τον Καρυωτά, απ’ το χωριό του Καρυώτη, πρωτοξάδερφό τους, όλοι τους παιδιά αδερφών! Βλέπετε εκείνα τα χρόνια, η οικογένεια δεν αφορούσε μόνο όσους κλείνει μέσα η πόρτα, αλλά επεκτείνονταν, όχι μόνο στα πρωτοξάδερφα, που ήταν σαν αδέρφια σχεδόν, αλλά προχωρούσε παραπέρα και σε δεύτερα και σε τρίτα, όπου όλοι μαζί αποκαλούνταν Σόϊ, Συγγένειο, και όχι μόνο αποκαλούνταν αλλά είχαν και δεσμούς αίματος, μαζί στις χαρές και στις λύπες, μαζί σε κάθε πτυχή και έκφανση της ζωής, πόσο μάλλον δεμένοι στον κοινό στόχο του ξενητεμού για καλύτερη ζωή, με αποτέλεσμα την αλυσίδα, ο ένας να κάνει πρόσκληση στον άλλο. Φανταστείτε την χαρά της δέκτριας της πρόσκλησης! Δεν την τρόμαζε το άγνωστο… Θάφευγε για μια καλύτερη ζωή! φανταστείτε πόσο καρτερούσε τον ευλογημένο Αύγουστο που το υπερωκεάνειο «ΠΑΤΡΙΣ» θα την πήγαινε, μετά από ένα μήνα σχεδόν ταξίδι, στην μακρινή Αυστραλία.

Μόλις είχε φέρει στο χωριό, τότε, ο μπάρμπα Τάκης με το μαγαζί το πρώτο Τζούκ μπόξ, ηλεκτρόφωνο το μάθαμε και έτσι το θυμόμαστε μέχρι σήμερα. Γεγονός για το χωριό ολόκληρο, που γνώριζε μόνο το γραμμόφωνο, μα για μας τους πιτσιρικάδες ήταν απόλαυση και μαγεία και απορία! Βάζεις μια δραχμή, πατάς ένα κουμπί και ξαφνικά γυρίζει το σαρανταπεντάρι δισκάκι και αρχίζει το τραγούδι! Εκλπηκτικό μπροστά στα παιδιάστικά μας μάτια, που σαν οικονομούσαμε κάποιο φραγκάκι τρέχαμε ν’ ακούσομε τον Καζατζίδη, τον Γαβαλά με τη Ρία Κούρτη, τον Ρεπάνη, τον Ζαγοραίο, τον Τσιτσάνη, τον Αγγελόπουλο μα και τα δημοτικά για τους μεγάλους, με τον Παπασιδέρη, τον Καψοκέφαλο, τον Ζάχο, με τα οποία πολλά βράδια, μετά τις μάχες στη Δηλωτή και στον Τζογολί έστηναν και αυτοσχέδιο γλεντάκι με χορό και ούζο ξεροσφύρι, αφού το συνοδευτικό για μεζέ ήταν τα στραγάλια και οι ξεροσαρδέλες απ’ τη λάτα, που αλάτιζε ο ίδιος ο
μαγαζάτορας…

«Έλα δω ανιψιέ, με βρίσκει εκεί στις σκαμνιές από κάτω, που ήταν το βασίλειο του παιγνιδιού μας, η θειά μου, η πρωτοξαδέρφη του πατέρα μου, που θάφευγε στην Αυστραλία. Πάρε ένα δίφραγκο και τράβα στο ηλεκτρόφωνο. Θέλω να μου βάλεις δυο τραγούδια, θα σταθώ εδώ να τ’ ακούσω, «Τα μουτζουρωμένα χέρια» και το «Θα φύγω Μανούλα μην κλάψεις για μένα»! Συμβολικά και τα δύο για την ίδια, τόσο για το τι θα συναντούσε στα εργοστάσια εκεί κάτω στη νέα χώρα, όσο και για το αποχαιρετιστήριο τραγούδι στη μάνα… Η ίδια δεν μπορούσε να πάει στο μαγαζί… Μιλάμε για μια εποχή που ήταν απαγορευτικό για γυναίκα να πάει στο μαγαζί και να βάλει, μάλιστα και τραγούδια, όποιο και αν ήταν το περιεχόμενό τους… Που να εγκαταλείψω το παιγνίδι, η άρνησή μου ήταν δεδομένη… «Έλα, μωρέ βλοημένο μου, κ’ εγώ θα σ’ δώκω μέσπολες, μου λέει…». Λες και μου έταξε τον ουρανό με τ’ άστρα… Μέσπολες! Μαγεία! Πως τις κυνηγούσαμε σαν πιτσιρικάδες! Είχε η θειά μου μια τεράστια μεσπολιά στην Ακόνη, που μολόγαγε όλο το χωριό για δαύτη πως σόδιαζε κάθε χρόνο, και τις μάζευαν για να κάνουν «φιλιά», να φιλεύουν όποιους ήθελαν! Που ν’ αντισταθώ στην προοπτική για τις μέσπολες! Ήταν η μοναδική οικογένεια που είχε αυτό το μέλι φρούτο στο χωριό και την ανάγκη φιλοτιμία ποιούμενοι κάναμε και τα θελήματά τους, αφού μας περίμενε το αντίδωρο..…

Έτρεξα αμέσως… Πήγα στο ηλεκτρόφωνο. Έβαλα τα τραγούδια. Γυρνάω και βρίσκω την θειά μου να κλαίει… Όλη η Ελλάδα, συλλογιέμαι σήμερα, ανάγλυφη σ’ εκείνο το κλάμα, όλη η Ελλάδα ν’ αποχαιρετά τα παιδιά της, που ρίζωσαν και έμειναν για πάντα στην Αυστραλία… Και όταν πέρυσι το καλοκαίρι επισκέφθηκε την Λευκάδα, ηλικιωμένη πια, και της θύμισα το περιστατικό, δάκρυσε και πάλι…
Μόνο που τούτο το δάκρυ ήταν δάκρυ νοσταλγίας…

Προηγουμενο αρθρο
ΤΑΟΛ: Εκλογική Γενική Συνέλευση στις 24-6-2018
Επομενο αρθρο
Ιλιγγιώδες το ποσό που προσφέρθηκε για ομπρελοξαπλώστρες στο Αγιοφύλλι

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *