HomeΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣΔημήτρης Τσερές: αυτό που λέμε «πολιτισμός» ή «γράμματα» καταλήγει να είναι ατομική υπόθεση μεμονωμένων ανθρώπων

Δημήτρης Τσερές: αυτό που λέμε «πολιτισμός» ή «γράμματα» καταλήγει να είναι ατομική υπόθεση μεμονωμένων ανθρώπων

(Από την παρουσίαση του βιβλίου του Δημήτρη Τσερέ: «Το οθωμανικό υδραγωγείο της Αγίας Μαύρας», που πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 7 Απρίλιου στην αίθουσα εκδηλώσεων του Πνευματικού κέντρου.Το βιβλίο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Fagottobooks.)

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΠ. ΤΣΕΡΕΣ
Ο απόλογος του συγγραφέα

ΚΥΡΙΕΣ ΚΑΙ ΚΥΡΙΟΙ

Θα μου επιτρέψετε να πω κατ’ αρχάς ελάχιστα προκαταρκτικά με αφορμή το βιβλίο.

Σε εκδηλώσεις σαν τη σημερινή μάς πιάνει ο ενθουσιασμός και λέμε μεγάλα λόγια για τα γράμματα, για τον πολιτισμό κλπ. Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ διαφορετική – το ξέρουμε όλοι, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς. Οι δυνάμεις της κοινωνίας μας είναι λίγες και αδύναμες (και επειδή σήμερα μιλάμε για βιβλία, ας το εξειδικεύσω: το ελληνικό αναγνωστικό κοινό πολύ απέχει από το να είναι πολυάριθμο). Το ίδιο αδύναμη είναι και η ικανότητα παρέμβασης των θεσμών. Και έτσι τελικά αυτό που λέμε «πολιτισμός» ή «γράμματα» καταλήγει να είναι ατομική υπόθεση μεμονωμένων ανθρώπων σε βαθμό πολύ μεγαλύτερο από ότι είναι θεμιτό και αναμενόμενο. Η σημερινή περίπτωση είναι ένα παράδειγμα. Πιο εντυπωσιακή η περίπτωση του Κάστρου της Αγίας Μαύρας, που τη διαχρονική πορεία του ανέλαβε να τη διαφωτίσει ένας άλλος πολύ πιο ελεύθερος σκοπευτής, ο παριστάμενος και συμμετέχων Νίκος Βαγενάς. Τώρα, γιατί οι ελεύθεροι σκοπευτές κάνουν αυτό που κάνουν, μια άλλη ιστορία που θα μας πάει μακριά και δεν είναι της ώρας.

Πάμε τώρα στο βιβλίο – αν και ό,τι είχα να πω το έχω πει στο εισαγωγικό σημείωμα.

Ας απαντήσω πρώτα στο βασικό ερώτημα: Τι ήταν εκείνο που με ώθησε να ασχοληθώ με το Οθωμανικό Υδραγωγείο της Αγίας Μαύρας; Μια ωραία ποιητική απάντηση θα μας έδιναν οι στίχοι του Σεφέρη «Αυτές οι πέτρες που βουλιάζουν μέσα στα χρόνια ως που θα με παρασύρουν;». Εγώ θα το πω πιο πεζά. Νομίζω ότι ήταν αυτό που λέμε αίσθηση του ιστορικού χρόνου (που συνοδεύει, πιστεύω, όλους τους ομοτέχνους μου). Αυτό δηλαδή που ένιωθα όταν έβλεπα μέσα στη laguna αυτές τις τεράστιες βυθισμένες πέτρες – πότε να τις κρύβει η μπασιά και πότε να αναδύονται με τη ρήχη- με τους γλάρους να κάθονται πάνω τους σε παράταξη. Αίσθηση που γινόταν οξύτερη, γιατί το μνημείο ανήκει στον χώρο της τοπικής ιστορίας και φορτίζεται από τη βιωματικότητα του οικείου, που τελικά σημαίνει μια νοσταλγία επιστροφής στη μήτρα του γενέθλιου τόπου, μέσα στην οποία έχει εγγραφεί ως προνομιακός σύνοικος και ο χρόνος της παιδικής σου ελευθερίας. Στο σημείο αυτό η τοπική ιστορία ακουμπάει τα μεγάλα αιτούμενα της ποίησης: η νοσταλγία της επιστροφής στον τόπο και τον χρόνο της παιδικής σου ελευθερίας, πηγάζει από τη βαθιά επιθυμία να επανατοποθετήσεις τον εαυτό σου μέσα στην αιωνιότητα του περιβάλλοντος χώρου και να κολυμπήσεις στο αέναο ποτάμι της μεγάλης διάρκειας, διαστέλλοντας έτσι μέχρις εσχάτων τα ασήμαντα όρια της ατομικής σου ύπαρξης.

Για το μνημείο αυτό όμως δεν μου είχε πει κανείς τίποτα. Στο γυμνάσιο ούτε λέξη! Κι αυτή η πλήρης άγνοια ερέθιζε περισσότερο την περιέργειά μου. Μόνο όταν εκδόθηκε η δίτομη Ιστορία της νήσου Λευκάδος του Πάνου Ροντογιάννη (Α΄ τόμος 1980) και η μελέτη του «Οι πρωτεύουσες της Λευκάδας» (ΕΕΛΜ τ. Ζ΄, Αθήνα 1988), μπόρεσα να αποκτήσω ορισμένες πληροφορίες, να σχηματίσω μια συνεκτική εικόνα και να το «ψάχνω καλύτερα», όπως λέμε. Κάθε φορά πλέον, που έβλεπα τις βυθισμένες πέτρες, το μυαλό μου όλο και φτερούγιζε και, εκτός των άλλων, φανταζόμουνα την κατασκευή ενός σύγχρονου δρόμου περιπάτου κατά προσομοίωση του αρχικού έργου. Το ενδιαφέρον μου ήταν εύλογο: μπροστά μου έβλεπα τα υπολείμματα όχι απλώς ενός μεγάλου έργου, που μας ταξιδεύει βαθιά στο παρελθόν, αλλά τα απομεινάρια του πιο παλιού, μετά το Κάστρο, εγχώριου έργου που μας έχει αφήσει τόσο απτά, τόσο εκτεταμένα και τόσο εκτεθειμένα στην κοινή θέα ίχνη.

Όταν διάβασα και τη μελέτη του Σπύρου Ασδραχά «Το οθωμανικό υδραγωγείο της Αγίας Μαύρας» (Πατριδογραφήματα 2002), ήμουν πια έτοιμος να περάσω στη φάση της δράσης. Να γράψω δηλαδή κάτι, για να γίνει γνωστό το υδραγωγείο σε ένα ευρύτερο κοινό, ανεξαρτήτως του ποια υποδοχή θα είχε το γραπτό μου αυτό από το κοινό. Η δική μου δουλειά – συνειδητά δεν λέω «χρέος»- αυτή ήταν. Ήμουνα βέβαια έτοιμος αλλά προτεραιότητες άλλες με πήγαν πίσω τουλάχιστον μία δεκαετία.

Ο πρώτος μου στόχος ήταν να γράψω μια εκλαϊκευμένη μελέτη, στην οποία θα συγκέντρωνα κατά «δασκαλίστικο» τρόπο όλες τις γνωστές σε μένα μαρτυρίες, ώστε να προκύψει ένα κείμενο, που δεν θα ήταν δύσκολο να το διαβάσει ένα πλατύτερο κοινό. Στη συνέχεια όμως οι φιλοδοξίες μου ψήλωσαν. Έπρεπε να πάμε ένα βήμα παραπέρα. Για να γίνει αυτό, χρειαζόταν και μια αυτοψία. Την κάναμε τον Μάρτιο με τον παριστάμενο Νίκο Βαγενά. Όλα αυτά κατέληξαν στη μελέτη μου «Το οθωμανικό υδραγωγείο της Αγίας Μαύρας», που δημοσιεύτηκε πρώτα στον ιστότοπο «ΛΕΥΚΑΔΙΤΙΚΑ ΝΕΑ» τον Μάρτιο του 2013 σε δύο συνέχειες και ύστερα στον ιστότοπο «ΑΡΩΜΑ ΛΕΥΚΑΔΑΣ» πάλι σε δύο συνέχειες τον Μάϊο- Ιούνιο του 2014. Σημειώνω το ότι μετά τη δημοσίευση, δεν γράφτηκε κανένα σχόλιο, θετικό ή αρνητικό ή συμπληρωματικό, στον προορισμένο επί τούτω χώρο των προαναφερθέντων ιστότοπων. Αυτό κάτι λέει. Αμηχανία γνωστικού τύπου, πιθανότατα. Επισημαίνω και τη μεγάλη απορία, με την οποία με ρωτούσαν κάποιοι, που την είχαν μισοδιαβάσει, να τους εξηγήσω «τι είναι αυτό το πράμα;».

Παράλληλα, όμως με τη δημοσίευση αυτή ετοίμαζα και μια «επιστημονικότερη» και πιο φιλόδοξη vesrsion της μελέτης μου, που υπολόγιζα ότι θα την δημοσίευα σε έναν μελλοντικό τόμο με όλα τα μελετήματά μου για την τοπική ιστορία. Τότε ήρθε η παρέμβαση του πάντα πρόθυμου Νίκου Θερμού, που μου ζήτησε να δημοσιεύσει το «Οθωμανικό υδραγωγείο» μόνο του. Από τη στιγμή που δέχτηκα, άρχισα να ψάχνω με μεγαλύτερη ένταση: Το στάδιο της συγκέντρωσης και ταξινόμησης των ήδη γνωστών γραπτών μαρτυριών το είχα ήδη κατακτήσει. Τώρα έπρεπε να προχωρήσω πιο πέρα, να επιβεβαιώσω ή να τροποποιήσω στοιχεία και απόψεις, που είχαν παρουσιαστεί ήδη και, κυρίως, να επιθέσω κάποια ψήγματα νέας γνώσης στην ήδη υπάρχουσα. Τα ως τότε διαβάσματά μου, οι επί τόπου μετρήσεις, που είχαμε κάνει με τον Νίκο Βαγενά τον Μάρτιο του 2013 και οι σχεδιαστικές αποτυπώσεις του ίδιου αποτελούσαν μια πολύ καλή βάση.

Αλλά από ένα σημείο και πέρα η έρευνα με ωθούσε έξω από τα οικεία πεδία ενός ιστορικού και των δικών μου επιστημονικών γνώσεων. Έπρεπε να απαντήσω σε προβλήματα, που άπτονται της Φυσικής και της Τεχνολογίας: Ξεπεράστηκαν και, αν ναι, πώς οι δυσκολίες της ροής του νερού από τη Μεγάλη Βρύση στο Κάστρο; Τι ήταν αυτό το περίφημο «υδροζύγιο», για το οποίο μας μιλάνε οι πηγές. Πως έγινε η θεμελίωσή του υδραγωγείου; Πόσο ήταν το ύψος και πόσο το πλάτος του; Πώς κατασκευάστηκαν οι καμάρες του, πόσες ήταν, πόσο άνοιγμα και πόσο ύψος είχαν; Πόσο ήταν το πλάτος του υπερκείμενου δρόμου; Πού ήταν τοποθετημένοι οι υδραγωγοί του;

Δεν απέφυγα την πρόκληση. Προσπάθησα να δώσω απαντήσεις ψάχνοντας συνδυαστικά τις πηγές και αξιοποιώντας τα ευρήματα της αυτοψίας μας με τον Βαγενά. Το αν είναι οι απαντήσεις μου σωστές θα δείξει. Ούτως ή άλλως έχω συνείδηση των ορίων της εργασίας μου και της ανάγκης να συμπληρωθεί και να τροποποιηθεί από μια συνδυασμένη έρευνα αρχαιολόγων και τεχνικών, βασικά σε ζητήματα «τεχνικής» φύσης, που δεν είναι εύκολο να τα διεκπεραιώσει η φιλοτιμία και η επιμονή ενός φιλολόγου. Και σε τελική ανάλυση πιστεύω ότι θα μου πιστωθεί ότι άνοιξα τα βασικά ερωτήματα, από τα οποία θα ξεκινήσουν οι μελλοντικοί ερευνητές.

Κι ένα τελευταίο: προσπάθησα να κάνω το βιβλίο μου ευκολοδιάβαστο. Γι’ αυτό το χώρισα κατ’ ουσίαν σε δύο μέρη: Το «πάνω», δηλαδή το κυρίως κείμενο και το «κάτω», όπου έχω φορτώσει τις υποσημειώσεις. Το «πάνω» μπορεί να το διαβάσει εύκολα ο αναγνώστης και να αντλήσει τα βασικά για το υδραγωγείο, χωρίς να καταφύγει στις υποσημειώσεις. Στο «κάτω» θα καταφύγει όποιες έχει περισσότερες απαιτήσεις.

Κλείνω με τη δημόσια κατάθεση της πρότασης που την περιγράφω στα προλεγόμενα του βιβλίου και απευθύνεται και στους πολίτες και σε όσους διαχειρίζονται και θα διαχειριστούν στο μέλλον τα κοινά της πόλης. Εντελώς διαγραμματικά είναι η εξής: Να κατασκευαστεί μέσα στην laguna ένας δρόμος περιπάτου για πεζούς μόνο κατά προσομοίωση του οθωμανικού υδραγωγείου. Κατασκευή (υλικά και διαστάσεις) όσο το δυνατόν ηπιότερη και συμβατή με τον περιβάλλοντα χώρο. Άλλα θέματα δεν είναι δυνατόν να εξειδικευτούν σ’ αυτόν τον σύντομο απόλογο. Θα επισημάνω μόνο πόσο ειρωνικά θα ηχούσαν ενδεχόμενες αντιρρήσεις του τύπου «ανυπέρβλητα εμπόδια δεν μας επιτρέπουν…» σε μια χώρα, στην οποία όλα γίνονται και όλα επιτρέπονται – ιδίως εκείνα που απαγορεύονται!

Ευχαριστώ πρώτα όλους αυτούς, που έγραψαν πριν από μένα και μου «έστρωσαν τον δρόμο», κυρίως τον Ροντογιάννη και τον Ασδραχά, από τα γραπτά των οποίων ξεκίνησα την εργασία αυτή και πατώντας με σιγουριά πάνω σ’ αυτά προχώρησα στις δικές μου συμπληρώσεις ή τροποποιήσεις. Τον Νίκο Βαγενά, με τον οποίο κάναμε μαζί την αυτοψία τον Μάρτη του 2013 και ο οποίος σχεδίασε, ύστερα από προσεκτική παρατήρηση και μελέτη των παλιότερων πηγών και των μετρήσεων της αυτοψίας, τα πολύ κατατοπιστικά σχέδια και τα ωραία εξώφυλλα του βιβλίου. Τη Χριστίνα Παπακώστα για την υπόδειξη σημαντικών βιβλιογραφικών υποδείξεων και την επικουρία της στη μετάφραση ξενόγλωσσων κειμένων. Τη Βιολέττα Σάντα, που φιλοξένησε τις δύο ηλεκτρονικές «εκδόσεις» της μελέτης μου. Τον Νίκο Θερμό, που με την επαγγελματική του πείρα αντιμετώπισε όσες δυσκολίες ανέκυψαν και οδήγησε το εγχείρημα σε ευτυχές αποτέλεσμα. Τους εργαζόμενους του Δήμου Άγγελο Παπαδόπουλο και Θωμά Μαρινάκη, που πρόθυμα μας πλοήγησαν τον Μάρτιο του 2013 με το μονόξυλο μέσα στη λιμνοθάλασσα. Τον αντιπρόεδρο του Π.Κ. Σπύρο Αρβανίτη, που είχε την καλοσύνη να προεδρεύσει στη σημερινή εκδήλωση αλλά και για την όλη γενναιόδωρη συμβολή του σ’ αυτή. Και τέλος τους δύο παρουσιαστές μας: Τον Μάρκο Σφέτσα που ανέλαβε με προθυμία το βάρος της παρουσίασης, που του αναθέσαμε και το έφερε εις πέρας με επιτυχία. Και τελευταίο, αλλά όχι έσχατο, τον Τριαντάφυλλο Σκλαβενίτη, τον αδιαλείπτως φίλο και συνοδοιπόρο υπέρ το ήμισυ του αιώνος, που διάβασε το βιβλίο περισσότερες φορές από ότι εγώ, για να μη μας ξεφύγουν ανεπιθύμητα ολισθήματα αλλά και για τόσους λόγους που δεν μπορώ ούτε να τους χωρέσω σε μια ευχαριστήρια παράγραφο ούτε να τους διατυπώσω εύκολα χωρίς να τον αδικήσω.

Ευχαριστώ και όλους εσάς που είχατε την καλοσύνη να μας τιμήσετε με την παρουσία σας και την υπομονή σας.

Προηγουμενο αρθρο
Ανακοίνωση του Δήμου για το πασχαλινό έθιμο «Το Κομμάτι»
Επομενο αρθρο
Φάσης και γκολ από τον αγώνα Τηλυκράτης - Ρήγας Φεραίος

1 Σχόλιο

  1. Θοδωρής Αραβανής
    11 Απριλίου 2017 at 23:11 — Απάντηση

    Υπό την αιγίδα του Εθνικού Ιδρύματος Αθηνών , και με αναφορά ως υπεύθυνος περιεχομένου , δηλαδή ερευνητής- μελετητής, υπάρχει το έργο ( ως ποσοτική βάση ) του Φιλολόγου Δημήτρη Τσερέ, για την Γυμνασιακή εκπαίδευση στην Λευκάδα τα έτη 1829-1929.
    Απ όσο έχει πέσει στην αντίληψή μου, δεν υπάρχει παραπέρα μελετητική της παραπάνω συγκεντρωμένης ποσότητας , για την ποιοτική αναφορά εξελικτικά και στην βάση της κοινωνικής εξελικτικότητας και των κοινωνικών οικονομικών και πολιτικών δομικών μετασχηματισμών και τα χρόνια που αναφέρεται η παραπάνω μελέτη, αλλά και στον επέκεινα χρόνο γεννεαλογικά όλο τον εικοστό αιώνα μετά το 1929.
    Στο πλαίσιο της νέας δομής των πανεπιστημιακών και μεταπτυχιακών σπουδών, ( το αν αυτές οι δομές ερεύνης και στοχασμού είναι καινοτομικού ή εξοικονομητικού επιστημονικού φάσματος είναι άλλο θέμα), στο πλαίσιο αυτό λοιπόν μπορεί το περιεχόμενο της παραπάνω μελέτης, να αποτελέση βάση για την παραπέρα έρευνα.
    Αποτελεί ένα τεράστιο πραγματολογικό δεδομένο, που αναζητά απ την ύπαρξή του και μόνο την παραπέρα εννοιολογησή του.

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *