HomeΕΠΙ ΠΑΝΤΟΣ ΕΠΙΣΤΗΤΟΥΔιονύσιος Σολωμός : «Σαπφώ»

Διονύσιος Σολωμός : «Σαπφώ»

«Πάρε και ζήσε λίγο και θλιμμένη

στη γη που θα θαυμάζει»

Της Πηνελόπης Κοψιδά

Το ποίημα του Διονύσιου Σολωμού «Saffo», γράφεται το 1851 και αποτελεί μέρος μιας σειράς ιταλικών ποιημάτων που συνθέτει τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του και συνδέεται με τις αυτοσχεδιαστικές εκδηλώσεις που οργανώνονταν στην Κέρκυρα. Σ’ αυτές, ένας εξασκημένος ποιητής επιδείκνυε την ικανότητά του με την άμεση και χωρίς διορθώσεις σύνθεση μικρού έμμετρου κειμένου πάνω σε θέμα που του δινόταν εμμέτρως από έναν ομότεχνο.

Ο Σολωμός περιγράφει ένα όνειρό του: η Σαπφώ εμφανίζεται στον ύπνο του σκεπτική και δυστυχισμένη. Στέκεται σε κάποιο ψηλό σημείο της γης που φαίνεται να είναι ο Λευκάτας, ο βράχος, από τον οποίο, σύμφωνα με το μύθο γκρεμίζεται και σκοτώνεται, εξαιτίας του απελπισμένου έρωτά της για το Φάωνα. Η Σαπφώ, νεκρή επιστρέφει στον Λευκάτα και στοχάζεται τη ζωή της. Αναρωτιέται για τα μυστήρια που κρύβει η γη και για τη δυσκολία αποκάλυψης της αλήθειας σε αυτόν και στον άλλον κόσμο. Στη συνέχεια, περιγράφει τη συνάντηση που είχε, όταν ήταν τριών χρονών, με μια γυναικεία σκιά, που φαίνεται ότι είναι η θεά Αθηνά, η οποία τοποθέτησε στα μαλλιά της Σαπφώς το αθάνατο στεφάνι, σύμβολο αναγνώρισης της ποιητικής της αξίας, λέγοντάς της: Πάρε και ζήσε λίγο και θλιμμένη | στη γη που θα θαυμάζει (στ. 30-31). Δίνει το χρίσμα στη γεννημένη ποιήτρια Σαπφώ και τη μυεί στον κόσμο της αιώνιας δόξας, προδιαγράφοντας την τραγική μοίρα της αρχαίας ποιήτριας, η οποία θα συνεχίσει μέχρι τέλους να αναζητάει κάποιον ικανό να της αποκαλύψει την αλήθεια.

ΣΑΠΦΩ

Γιε δοξασμένης χώρας, όπου ο ξένος
βρίσκει πατρίδα, ο βάρβαρος θεούς,
αχ, στη σύντομη αυτή και ταραγμένη
άκρη του χρόνου που είμαστε, άκουσέ με
απ’ τον κόσμο της ποίησης όπου βασιλεύεις.

Τη νύχτα είδα στον ύπνο μου την κόρη
που ήταν η Μούσα της Λέσβου. Είχε τη σκέψη
στην άβυσσο της μοίρας· δεν κοιτούσε
τις θάλασσες, τους κάμπους, τα βουνά·
σα να της ήταν όλη η πλάση ξένη.
Μα από τον κοντινό και απόμακρο ουρανό,
όλα τ’ αστέρια, σ’ όλη τους τη χάρη,
έβλεπαν να πατάει ξανά τη γη
η θεία δυστυχισμένη· κι απ’ τους κόσμους
κι απ’ όλο τον αιθέρα μια μεγάλη αγάπη
έφτανε στο κεφάλι το στεφανωμένο
και το στοχαστικό, και στο παρθένο στήθος
που σύντριψε ο καημός (της είχε μείνει
σαν μόνη ελπίδα, μόνος θεός, ο βράχος).
Άξαφνα μ’ είδε η κόρη κι έστρεψε σε μένα
τα μάτια και το χέρι και το λόγο:

«Πόσα μυστήρια κρύβει τούτη η γη
κι ο τόπος απ’ όπου ήρθα δεν τα λύνει!
Μια μέρα, στον ανθό του τρίτου Απρίλη
της ζωής, στο σπίτι που είχα γεννηθεί,
ενώ ακουμπούσα στην καρδιά το χέρι και απορούσα
για τον παλμό τον άπαυστο και δυνατό,
στάθηκε εμπρός μου μια σκιά γυναίκας
και με βαθύ ήχο που οι φωνές μας δεν τον ξέρουν:
«Πάρε και ζήσε λίγο και θλιμμένη
στη γη που θα θαυμάζει» είπε, και μου αφήνει
το αθάνατο στεφάνι στα μαλλιά.
Αν ήταν όνειρο, όραμα ή αλήθεια
δεν ξέρω, όμως στη σκέψη μου έμεινε η μορφή της
που ήταν τρομερή κι είχε το κάλλος
που αργότερα έδωσε στο μάρμαρο ο Φειδίας.
Πότε λοιπόν και ποιός θ’ αποκαλύψει
την αλήθεια για με που τόσο τη ζητώ
ρωτώντας μάταια τόσα πνεύματα άλλων κόσμων;»
Έτσι είπε κι άλλα πρόσθεσε που τα σωπαίνω.

Αλλά συ που τη σκέψη ανοίγεις, Ψάλτη,
σαν σύννεφο χρυσό θεούς γεμάτο,
συ τη σοφία σου δείξε· θα ’ναι δώρο
παρηγοριάς στην αθάνατη θλιμμένη
που η μεγάλη ψυχή της την αλήθεια
θέλει να βρει, και από τα σπίτια του θανάτου,
τα μυστικά του κόσμου αυτού ρώτα και του άλλου.

Διονύσιος Σολωμός

Μετάφραση: Στυλιανός Αλεξίου
«Διονυσίου Σολωμού Ποιήματα και Πεζά”, επιμέλεια και εισαγωγές του Στυλιανού Αλεξίου (1994), εκδ. «Στιγμή”

Προηγουμενο αρθρο
Το ηλιοβασίλεμα κάτω από το Κάστρο του Γρίβα
Επομενο αρθρο
Δήμος Λευκάδας: θεσμικό πλαίσιο αιγιαλών – παραλίας και παράνομο κάμπινγκ τροχόσπιτων

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *