HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΔυο λόγια για το (Α)μπαλί – Γράφει ο Νίκος Βαγενάς

Δυο λόγια για το (Α)μπαλί – Γράφει ο Νίκος Βαγενάς

Πριν κάμποσες ημέρες, συναντήθηκα, καθ’ οδόν, με δυο καλούς φίλους, από τους οποίους ο ένας μου ζήτησε ποια είναι η γνώμη μου ως προς την προέλευση του, ξεχασμένου πλέον, παιγνιδιού των ξυλίνων μπαλλών, το γνωστό (α)μπαλί, που επαίζετο στο εξοχικό καφενείο του Πάλα. Η ερώτηση προέκυψε από την ανάγνωση του ΙΒ΄ τόμου (2009-2011) της Επετηρίδος Εταιρείας Λευκαδικών Μελετών – Αθήνα 2013, όπου στις μέσα σελίδες (445-492) φιλοξενείται η σχετική περιγραφή του παιγνιδιού των ξυλίνων μπαλλών. Επιπροσθέτως, δοθείσης ευκαιρίας, αισθάνομαι ξανά την ανάγκη να εκφράσω τις θερμές ευχαριστίες μου, προς την προειπωμένη Εταιρεία, για την τιμή που επεφύλαξε στο πρόσωπό μου, στο να συμπεριλάβει στη συνολική ύλη του Τόμου, εκείνη την περιγραφή.

αμπαλι

Ενδεχομένως, επειδή το ερώτημα του φίλου να το έχουν και άλλοι συλλευκάδιοι(1) πρέπει να απλώσωμε πάνω στο σεντόνι (σαν το απλωμένο σεντόνι με τα ψιλολόγια των πλανοδίων πάνω στο πεζοδρόμιο) μερικά στοιχεία όπου και την απάντηση ο καθένας θα τη δώσει μόνος του.

Έχει εμπεδωθεί η πεποίθηση ότι η προέλευση του παιγνιδιού είναι γαλλική. Κι αυτό επειδή έχει προβληθεί με διαφόρους τρόπους και μάλιστα το παιγνίδι αυτό εκφράζεται σε δυο παραλλαγές: Με τον γνωστό σε ’μας τους παλιούς κύλισμα των μπαλλών γύρω από μία μικρότερη (το αμπαλί) και τον γνωστό τρόπο, στα παιγνίδια των τότε παιδιών, με την ονομασία «χέρι-ποδάρι». Τώρα, σε ποια μέρη της Γαλλίας παίζεται το παιγνίδι με τον έναν ή άλλον τρόπο, μας βοηθά, κάπως, ο… «Χωροφύλακας Κρουσώ, του Σαιν-Τροπέζ», με τον αμίμητο και αξέχαστο Λουΐ ντε Φυνές, στην ομώνυμη ξεκαρδιστική ταινία : «Ο χωροφύλακας του Σαιν-Τροπέζ»

Ως γνωστόν μερικά των συγχρόνων παιγνιδιών προέρχονται από τις πρώην αποικίες αλλά και η συνεχής μεταβατική περίοδος κάθε ευρωπαϊκής χώρας, ύστερα από πολέμους, Συνθήκες, εμπορικές συναλλαγές, συνετέλεσε στη μεταφορά συνηθειών, εθίμων μεταξύ των λαών. Συνεπώς, εν προκειμένω, είναι δύσκολο να αποφανθεί κανείς ως προς την ακριβή προέλευση του παιγνιδιού των μπαλλών, καθώς επίσης και από ποιο χρονικό βάθος έρχεται. Επειδή η Γαλλία γειτονεύει με τους Βάσκους, όπου μάλιστα υπάρχουν πολλές γλωσσικές ομοιότητες και επειδή το παιγνίδι επαίζετο και εκεί (σήμερα αγνοώ εάν και κατά πόσο) είναι δύσκολο να εκφέρει κανείς γνώμη περί της πατρότητος του παιγνιδιού. Επίσης, στην περίπτωση περί προελεύσεως του παιγνιδιού ως ιταλική πάλι καταλήγομε στον ίδιο παρανομαστή. Ιστορικά, βεβαίως, η Ιταλία κατά την Μεσαιωνική και μετα-μεσαιωνική περίοδο (κυρίως το κεντρο-νότιο τμήμα της) βρέθηκε υπό την κυριαρχία των Νορμανδών(2), οπότε θα δεχθούμε τη μεταφορά του παιγνιδιού από την Γαλλία στην Ιταλία ή το αντίθετο.

104

Κατά το παρελθόν έχει διατυπωθεί η άποψη, ότι το προειπωμένο παιγνίδι στη Λευκάδα, οφείλεται στους Γάλλους του Μ. Ναπολέοντα, όταν κατείχαν τα Επτάνησα (1807-1810), το οποίο παιγνίδι, σημειωτέον, απαντάτο και στην Κέρκυρα (αγνοώ αν παίζεται σήμερα). Τα μόνα στοιχεία που μπορούμε να παραθέσωμε, εντελώς αβίαστα και δίχως παραπομπές δια της τεθλασμένης, είναι τα ακόλουθα: α) το διάστημα παραμονής των Γάλλων στη Λευκάδα, ήταν ασήμαντο, ούτως ώστε να παγιωθεί μια, εντελώς, ξένη συνήθεια, σε πλήρη αντίθεση με τους Ενετούς οι οποίοι έμειναν στην Αγία Μαύρα 113 χρόνια. β) Οι Λευκαδίτες και δη οι Αγιομαυρίτες δεν ήταν και ένθερμοι με τους Γάλλους, ούτε είχαν κοινωνικές επαφές μέσω μιας, έστω και ολιγαρίθμου, γαλλικής κοινότητος. Αντιθέτως οι Ενετοί, λόγω της πολυετούς διαμονής των, είχαν σχεδόν ενσωματωθεί, αφού αρκετοί εξ’ αυτών εδημιούργησαν οικογένειες. γ) Η έλλειψη γαλλικών όρων, εν συγκρίσει με την χρήση των ιταλικών όρων στο παιγνίδι.

Ας μη παρασυρθεί κανείς από την λέξι «αμπαλί» η οποία, φωνητικά, παραπέμπει σε γαλλική προφορά, επειδή τέτοιες καταλήξεις, αρκετών λέξεων, είναι συνήθεις στη γλώσσα μας όπως λ.χ. τάβλα – ταβλί, δαυλός – δαυλί, σκύλος – σκυλί… Επίσης, στο τοπικό μας γλωσσικό ιδίωμα, το γράμμα «α» απαντάται, ως προπομπός σε αρκετές λέξεις: αποδήλατο, απεθαμένος, απαλάμη, απιθαμή, αμασχάλη, αστάχυ κ.ά. Βαρύνουσα σημασία δίνουν οι ιταλικές λέξεις, δίκην όρων, που «επενδύουν» προφορικά το παιγνίδι όπως: κόστο, σμπούκιο, μόρο, τιμόνε, τέμπο. Πιο αναλυτικά: Το σημερινό παιγνίδι, είναι γνωστό ως boccie (boccia = φιάλη, μπάλλα) και υπό αυτήν την ονομασία, γίνεται μια προσπάθεια από τους φανατικούς του είδους (σε παγκόσμιο επίπεδο), όπως συμπεριληφθεί στα ολυμπιακά αθλητικά παιγνίδια. Συνέχεια του όρου boccia είναι το απαρέμφατο (του ρήματος) bocciare που στην κυριολεξία σημαίνει: «Χτυπώ την μπάλλα». Εδώ, ίσως, υπάρχει η μακρυνή… συγγένεια με τον όρο sboccio, o οποίος στην τοπική μας διάλεκτο διεμορφώθη ως σμπούκιο.

αμπαλι 1

Στο σημείο αυτό, ας κάνωμε μια περαιτέρω ανάλυση, αφού εκτός από το κυρίως παιγνίδι των ξυλίνων μπαλλών, διεξάγετο και το αυτούσιο παιγνίδι του «σμπούκιου». Το παιγνίδι αυτό επραγματοποιείτο με τη βοήθεια ενός κομματιού αγρίου ξύλου, πελεκημένο σε σχήμα φιάλης (boccia) και ενισχυμένο περιμετρικά με τρία λάτινα (τσίγκινα) στεφάνια, ώστε να μη σχίζεται από τα βίαια χτυπήματα των ξυλίνων μπαλλών, αφού επείχε θέση στόχου. (Βλέπε στη σελίδα 483 το πελεκημένο ξύλο, όπως δημοσιεύτηκε στο ΙΒ΄ Τόμο, της προειπωμένης Επετηρίδος Λευκαδικών Μελετών). Η boccia αυτή, ετοποθετείτο ανεστραμμένη στο χώμα του αγωνιστικού χώρου, με το τυπικό της στόμιο να ακουμπά κάτω. Εάν οι παίχτες ήσαν πάνω από 3 τότε ο καθένας εδικαιούτο μια βολή ενώ όταν ήσαν κάτω από τρεις μπορούσε ο καθένας να ρίξει από δύο: Στην περίπτωση μονομαχίας, δηλαδή, στην διεξαγωγή του παιγνιδιού με δυο παίχτες, τότε ο καθένας μπορούσε να ρίξει 3 βολές. Η βολή αντιστοιχούσε στον κεραυνοβόλο τύπο ριξιάς, όπου εξεσφενδονίζετο ψηλοκρεμαστά στον αέρα, αλλά με ταχύτητα, με προορισμό να επιπέσει πάνω στην όρθια boccia. Η ονομασία της βοής ως sboccio, έδωσε τον χαρακτηρισμό του παιγνιδιού προς διαχωρισμό εκείνου των μπαλλών. Και κάτι ακόμα, πέραν όλων αυτών: Η boccia είχε ταυτιστεί με το μπουκάλι, γεμάτο γάλα και την απαραίτητη.. πιπίλα, για το τάϊσμα των μικρών.

αμπαλι 2

Και με την ευκαιρία: Θέλοντας οι μπουρανέλλοι να πειράξουν τον ηλικιωμένο τότε Α. Μ. ο οποίος, ως παλιός παίχτης του αμπαλί, έδινε αυτοβούλως οδηγίες από το παγκάκι που εκάθετο προς όλους τους αντιμαχομένους, αυτοί του ανταπαντούσαν σε κάθε προτροπή του, όπου και η ανταπάντση ενείχε και τα συναισθήματα που επέφερε η βαθμολογία του παιγνιδιού. Έτσι, όταν ο «υποβολεύς» υπεδείκνυε στον παίχτη να βάλει τέμ-πο αυτός, τάχατες ότι αμφισβητείτο η ικανότητά του, ξεσπούσε με χειρονομίες «Νο, νο, νο… Κομάντο ίο!!!», ή έδειχνε ενθουσιασμένος από την υπόδειξη: «Μ’ αρέσ’ πολύ η ιδέα σ’, η σκέψ’ σ’ και οι τοποθεσίες τ’ προσώπ’ σ’!!!». και ο δυσαρεστημένος, λόγω βαθμολογίας, με φωνή στο πιανίσσιμο: «Έλααααα!!! Δόσ’ τ’ τ’ μπότσα τ’ και βάλτονα να πλαέσ’!!!».

Σειρά έχει ο όρος sboccio που ερμηνεύεται ως (δι)άνοιξη, ανάπτυξη. Πράγματι, ο σκοπός του σμπούκιου στο παιγνίδι των μπαλλών, εκτός από τον βίαιο εξοστρακισμό της ανεπιθύμητης μπάλλας του αντιπάλου (δηλαδή εκείνης που είχε τον πόντο ή έκοβε πόντο από άλλη) είχε παράλληλα και το «ξεκαθάρισμα» (ή τη διάνοιξη) του χώρου από τον συνωστισμό των μπαλλών (φίλιων και εχθρικών) που υπήρχαν ακινητοποιημένες γύρω από το (α)μπαλί. Έτσι, λοιπόν, με τη μέθοδο της… καραμπόλας, κάποιες από αυτές εξοστρακίζοντο και απελευθερώνετο ο χώρος και πάντα με απώτερο σκοπό, να χάσει τον πόντο ο αντίπαλος.

Η μπάλλα που ευρίσκετο πιο κοντά, απ’ όλες, στο (α)μπαλί είχε το λεγόμενο κόστο, δηλαδή το πλησίασμα, το οποίο στην ελληνική γλώσσα καταγράφεται ως πόν-τος. Ο όρος κόστο προέρχεται ομοίως από το απαρέμφατο Accostare και ερμηνεύεται ως πλησιάζω, προσεγγίζω. Η ερμηνεία αυτή σήμερα αντιστοιχεί στο απρέμφατο Avvicinare.

αμπαλι 3

Ακολουθεί ο όρος μόρος, ομοίως ιταλικής προελεύσεως. Απαντάται σε δυο τύπους, δηλαδή ως moro και ως more / morello και ερμηνεύεται και στις δυο περιπτώσεις ως: μαύρος, μελαμψός και επιπροσθέτως στην δεύτερη περίπτωση ως μαύρο άλογο, το οποίο εκφράζεται πιο πολύ με τον δευτερεύοντα όρο: morello. Δια του όρου αυτού, γενικώς, εξεφράζετο ο τύπος της σφαιρικής ξυλίνης μπάλλας η οποία ήταν κατασκευασμένη από άγριο ξύλο, αγνώστου δένδρου, ομοίως μαύρου χρώματος. Κατά την Ιταλική κατοχή ο όρος που αφορούσε τον μόρο επεκτάθη και στις σφαιρικές μπάλλες, ερυθρωπού χρώματος, τις οποίες (μαζί με άλλες δικές τους) είχαν φέρει οι ιταλοί ημιονηγοί. Έκτοτε στο παιγνίδι του (α)μπαλί, ο όρος μόρος αντανακλούσε σε όλες τις σφαιρικές μπάλλες, ανεξάρτητα από το χρώμα.

Με τον ακόλουθο όρο τιμόνι (timone) εννοείτο το «φάλτσο κόψιμο», της περιφέρειας μιας μπάλλας, κατά την έννοια της διαγραφομένης πορείας του κυλίσματός της. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η κυλιομένη μπάλλα δεν διέγραφε ευθύγραμμη πορεία, αλλά ανοιχτής καμπύλης, η οποία καμπύλη, όσο ελαττώνετο η ταχύτητα της μπάλλας, τόσο συνέκλινε προς τα μέσα ή απέκλινε προς τα έξω. Μάλιστα, μερικές μπάλλες είχαν τόσο ισχυρό τιμόνι ώστε να διαγράφουν κύκλο γύρω από το (α)μπαλί. Το φάλτσο της περιφερείας, λοιπόν, απεκαλείτο τιμόνι και ελληνιστί… δρόμος!!!

Τέλος, ακολουθεί ο όρος τέμ-πο, από την ιταλική, φυσικά λέξη tempo που ερμηνεύεται όχι μόνον ως: καιρός, χρόνος, ρυθμός αλλά και ως: συνάμα, συγχρόνως (nello stesso tempo) και περαιτέρω επικουρικά ως προς τον τρόπο ή τη μέθοδο. Έτσι, όσες μπάλλες δεν είχαν τιμόνι και η πορεία τους προς το (α)μπαλί δεν ήταν σίγουρη ή εκ των πραγμάτων ανέφικτη, έπρεπε ο παίχτης να παρέμβει, ώστε να πραγματοποιηθεί η επιθυμητή πορεία. Γι’ αυτό, συγχρόνως με την ριξιά, ανασήκωνε τη μπάλλα μ’ ένα δάχτυλο της παλάμης (με τον δείχτη ή το μικρό) και αυτή από το απρόσμενο φάλτσο της ριξιάς κυλούσε προς τα εμπρός είτε πλαγιαστά κρατώντας ισορροπία στη μία τορναρισμένη περιφέρειά της είτε κάνοντας πορεία με κοφτές «κ’δέλλες» ή… καραγούλια τερματίζοντας κουτρουβαλώντας. Στην προτροπή, λοιπόν, προς τον παίχτη «βάλε τέμ-πο», υπεννοείτο η ταυτόχρονη συνεργασία ανασηκωμένου δαχτύλου και ριξιάς.

3

4

Ένας βασικός παράγοντας, που πρέπει να τονισθεί, είναι η διαφορετικότητα των μπαλλών μεταξύ των αντιστοίχων γαλλικών και των λευκαδίτικων. Οι μεν πρώτες εμφανίζονται εντελώς σφαιρικές (σαν τους δικούς μας μόρους) οι δε δεύτερες (οι δικές μας δηλαδή) σαν χονδρο-στρογγυλεμμένες ξύλινες φέτες φτιαγμένες στον τόρνο, οι οποίες ανάλογα της ιδαιτερότητας που είχε η θέση επί της οποίας είχε σταματήσει το (α)μπαλί, είχαν το ανάλογο πάχος και το ανάλογο τιμόνι. Με δυο λόγια, απαντώντο μπάλλες λεπτόπαχες, γνωστές ως «νταβάδες» (τεψιά), αλλά και παρ’ ολίγον σφαιρικές (μπαμπλάδες) με ισχυρότατο τιμόνι ώστε να «σκαλώνουν» στο επικλινές πλαϊνό τοίχωμα του αγωνιστικού χώρου και να μην τις τραβά προς τα κάτω ο κατήφορος.

Τώρα, εάν το παιχίδι παγιώθηκε στη Λευκάδα από τους Ενετούς, αυτό δεν το ξε΄ρω. Το ότι, όμως, οι όροι είναι αμιγώς ιταλικοί, αυτό από μόνο του, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το παιγνίδι μας ήρθε από την Ιταλία, άγνωστο όμως από ποιον παράγοντα. Με δυο λόγια, έστω κι αν ακόμα το παιγνίδι δεν είναι αυτούσιο βενετσιάνικο, δεν πρέπει να αποκλείσωμε την περίπτωση να μεταφέρθηκε από ιταλούς μισθοφόφους που ήταν στην υπηρεσία της Ενετίας, οι οποίοι στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Αγία Μαύρα, δημιουργώντας οικογένειες.

Αυτό όμως ας το κρίνει ο καθένας. Πάντως, σύμφωνα με μαρτυρίες παλαιοτέρων μπουρανέλλων, όταν ήρθαν στη Λευκάδα οι Ιταλοί, στον Β΄ Παγκ. Πόλεμο, έπαιζαν με τους Λευκαδίτες με τον ίδιο τύπο μπαλλών (όχι τον γαλλικό σφαιροειδή τύπο), με τους ίδιους όρους-ονομασίες και την ίδια μέθοδο διεξαγωγής του παιγνιδιού, σε τέτοιο βαθμό ενδοσυνεννοήσεως, λες και έπαιζαν χρόνια μαζί. Μάλιστα, σύμφωνα με μαρτυρία του αλήστου μνήμης συγγραφέα και λαογράφου Δήμου Μαλακάση, ο χώρος διεξαγωγής του παιγνιδιού ευρίσκετο πίσω από το «Μπρουμέϊκο» σπίτι, στη πλατεία του Αγίου Μηνά, όπου και εγκαταλείφθηκε όταν εγκαινιάσθηκε το εξοχικό καφενείο, σε μια λιθόκτιστη αγροτική αποθήκη, στην περιοχή «Πάλα» της Αμπελώνας (νυν Νεάπολη), κατά τη χαραυγή της δεκαετίας του 1950.

Θα κλείσω το θέμα, αναφερόμενος στην ανεξάντλητη (προεκλογική ως συνήθως) υποσχεσιολογία των υποψηφίων τοπικών αρχόντων, οι οποίοι συνέχιζαν να αναμασούν την αναβίωση του παραδοσιακού αυτού παιγνιδιού, όταν πλέον και ένας θεόκουφος μπορούσε ν’ ακούει τον επιθανάτιο ρόγχο του. Άτομα μειωμένη ευαισθησίας ως προς τα πολιτισμικά πράγματα του τόπου (απεδείχθη περίτρανα εκ των υστέρων), πλήρη αγνοίας, πλην όμως πλεοναζούσης κομματικής προσηλώσεως, άφησαν τον τόπο διεξαγωγής του παιγνιδιού να ρημάξει και το παιγνίδι να… σβήσει εντελώς.

Η προκλητική των ανεπάρκεια δεν επέτρεψε να εκτιμήσουν το προνόμιο του τόπου, του να έχει «προς επίδειξιν» ένα τέτοιο παιγνίδι. Μέσα στον κυκεώνα των ασκόπων χρηματοδοτήσεων διαφόρων έργων και δρωμένων (βλέπετε όλα τούτα κουβαλούσαν υποσχέσεις επανεκλογής) οι κοντόφθαλμοι, στάθηκαν ανίκανοι να προωθήσουν (δειλά στην αρχή) την ιδέα ενός Μεσογειακού πρωταθλήματος «αμπαλί» είτε σε μόνιμη βάση στη πόλη μας, είτε εκ περιτροπής, κάθε καλοκαίρι, σε διαφορετική Μεσογειακή Χώρα! Με τις υγείες μας, όπως θα έλεγαν και οι παλιοί κουρείς!

(1) Αναφέρομαι στους Λευκαδίτες επειδή σπάνια από τους νεοφερμένους, επεδείχθη ενδιαφέρον και σήμερα οι νεώτεροι, γενικά, αγνοούν την πάλαι ποτέ ύπαρξή του.
(2) Νορμανδοί = Σάξονες και δη φύλο γερμανικής φύτρας, το οποίο μετά την κατάκτηση της βορείας Γαλλίας… εκγαλλίστηκε.

Σχετικά άρθρα: Αμπαλί ενα παλιό παιχνίδι της Λευκάδας που χάθηκε

Προηγουμενο αρθρο
Φωτιά σε πολυτελές τζιπάκι έξω από το ξενοδοχείο Ionion Blue στη Λευκάδα
Επομενο αρθρο
Φωτογραφίες από τη γιορτή Κοσμά του Αιτωλού στο εκκλησάκι του Αγίου Πέτρου

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *