HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣ«Εφανίστη ένα θεριόψαρον της θαλάσσης εις τον Αϊάννη τ’ Ατζούση στο πέλαο»

«Εφανίστη ένα θεριόψαρον της θαλάσσης εις τον Αϊάννη τ’ Ατζούση στο πέλαο»

«Εφανίστη ένα θεριόψαρον της θαλάσσης εις τον Αϊάννη τ’ Ατζούση στο πέλαο… οπού από την αρχήν του κόσμου δεν εφάνη εις τούτα τα μέρη»

Σε συμπλήρωμα του ολιγόλογου ενθυμήματος που περιλαμβάνεται στον χειρόγραφο κώδικά υπ’ αρ. 42 της Βουλής, το οποίο παρουσίασε ο Αντώνης Περδικάρης και δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα σας στις 12/12/2017 με τίτλο «Λευκαδα, 1783: Κήτος μεγάλο έβγαλε η θάλασσα εις την ξέρα…» παραθέτω και μια ακόμη μαρτυρία – πολύ πιο αναλυτική και διαφωτιστική- για το θέμα αυτό που εντυπωσίασε τόσο τους προγόνους μας ώστε να καταγραφεί σε δύο γνωστά σε μας ενθυμήματα για να μείνει η μνήμη του στους μεταγενεστέρους.

Το ενθύμημα που ακολουθεί γράφηκε από τον ιερέα Σπυρίδωνα Βαντώρο στη τελευταία σελίδα αντιγράφου των Μεγαλυναρίων εις την Κοίμησιν της Θεοτόκου του Μανουήλ Κορινθίου το κατέγραψε στο Αρχείο της Λευκάδας η Θεοδώρα Α. Τσιλιμίγκρα και το περιέλαβε-μαζί με άλλα- στο άρθρο της «Βραχέα χρονικά εκ Λευκάδος», που δημοσιεύθηκε στο εξαμηνιαίο περιοδικό σύγγραμμα Νέον Αθήναιον, τ. 1, Αθήνα 1955.

«Εις τους 1783 Φευ(ρ)ουαρίου 23 την Μπέτη [: Πέμπτη] της Τυρινής το βράδυ ξημερώνοντας την Παρασκευή εφανίστη ένα θεριόψαρον της θαλάσσης εις τον Αϊάννη τ’ Ατζούση στο πέλαο, το οποίο ήφερε η φουρτούνα και το έρριξε εις τον άμμο εις τους μόλους ψόφιο, το οποίο ήτουν μακρύ οργυές πέντε και ποδάρι ο χόντρος του, να πω καλύτερα ο ψήλος του, οργυά μία και μισή από την μέση και κάτω ομοίαζε ωσάν ψάρι_ από την μέση και απάνου δεν ηξεύρει κανείς πως να το παρομοιάσει, διότι ο στόμας του ημπορούσε να απερνάγει και να χωράν περισσότερο από μια βαρέλα του χόντρου_ μέσα η κοιλιά του, ως καθώς το άνοιξαν, ημπόρηε να σταθή ένας άνθρωπος_ πολύ εστοχάσθηκαν και είπαν πως να επεζαρίζει δέκα χιλιάδες λίτρες ιντζίρκα. Δια να κοντολογώ ήταν ένα φοβερό πράγμα, οπού εις ετούτες τες ημέρες εφάνη_ είχε δόντια 64 από τα οποία τα 8 ήτανε μεγάλα, τα άλλα μικρότερα_ εκατόκοψαν το κρέας του πολλότατοι από τους ανθρώπους και το έλυωσαν και εβίγαλαν λάδι, το οποίο έφεγγε τόσο καλά πλέον καλύτερα από των εληώνε, χωρίς να μυρίζει_ ρωντώντας ένας τον άλλον ως πόσο να έβγαλε ο καθένας και εσουμάρανε έως τρακόσα τζουκάλια και επήε από αυτό χαμένο, διατί μην ηξεύροντας το άφησαν και εβρώμεψε_ τέλος πάντων δεν ημπορώ πως να το παρομοιάσω πράγμα οπού από την αρχήν του κόσμου δεν εφάνη εις τούτα τα μέρη και το γράφω εις ενθύμισην των μεταγενεστέρων.

Σπυρίδων ιερεύς Βαντώρος».

Θαλάσσιο τέρας σε γκραβούρα του 1598.

Λίγα μα απαραίτητα λόγια για την κατανόηση του παραπάνω κειμένου:

Το κήτος που εξέπληξε τους πάντες στην εποχή του αποτελώντας μοναδικό αξιοθέατο που έφερε ανθρώπους από την πόλη και τα χωριά για να το δουν από κοντά πιθανότατα ανήκε στην οικογένεια των Φυσητηριδών και στο είδος Φυσητήρ ο Μακροκέφαλος ο οποίος στη Μεσόγειο φτάνει σε μήκος τα 17 μέτρα και το κεφάλι του καλύπτει το 1/3 του σώματός του ενώ χαρακτηριστικά είναι και τα μεγάλα κωνικά δόντια του (με μόνη αλλά ουσιαστική διαφορά ότι το συγκεκριμένο είδος έχει 23 με 28 δόντια στην κάτω σιαγόνα και υποτυπώδη στην πάνω κι όχι 64 όπως καταγράφεται στην ενθύμηση). Μάλιστα διαβιεί στο τόξο του Αιγαίου με τα μεγάλα βάθη που ξεκινά από την Ατάλεια της Τουρκίας και καταλήγει στο νησί μας. Το λάδι του το χρησιμοποιούσαν ως φωτιστικό.

Το ύψος-πλάτος του μνημονευόμενου κήτους ήταν γύρω στα 2.70 μέτρα και το μήκος του ξεπερνούσε τα 9 μέτρα (1 οργιά = περίπου 1.80 μ.), ενώ το βάρος του ήταν περίπου 4 τόνους και 800 κιλά (1 ενετική λίτρα βαριά = 476,99 γραμμάρια). Το λιώσιμο του κρέατός του έδωσε περίπου 880 κιλά φωτιστικό λάδι (1 τσουκάλι (μέτρο βάρους της εποχής της βενετοκρατίας και όχι το μαγειρικό σκεύος)= 2 κιλά και 946 γραμμάρια).

Θεριόψαρο ήταν –σύμφωνα και με την ακατάγραφη τοπική παράδοση– και το ψάρι που, σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη, είχε καταπιεί τον προφήτη Ιωνά.

Οι μόλοι που αναφέρει ο ιερέας στην άμμο των οποίων ξεβράστηκε το κήτος βρισκόταν σε μία από τις παρακάτω δύο τοποθεσίες: η πρώτη ανάμεσα στους πρώτους ανεμόμυλους και την εκκλησία του αγίου όπου σώζονταν κατά το παρελθόν τα λείψανα των λιμενικών εγκαταστάσεων του δεύτερου λιμανιού της αρχαίας πόλης το οποίο ενωνόταν με αυτήν με αμαξιτό δρόμο και προστατευόταν με μεγάλο τείχος και η δεύτερη στην περιοχή Μαντράκι όπoυ στα χρόνια του περιηγητή Goodison σώζονταν λείψανα προβλήτας («Remains of ancient mole»). Η λέξη Μαντράκι είναι μεσαιωνική και σημαίνει μικρός ασφαλής όρμος, λιμάνι. Το Μαντράκι είναι σήμερα γνωστό με το όνομα Κρυονέρι. Η περιοχή του Αι-Γιάννη χρησιμοποιούταν επίσης ως δευτερεύον εμπορικό λιμάνι που εξυπηρετούσε τη σημερινή πόλη –μετά τη μεταφορά (1684) από το Κάστρο δηλαδή- μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Την εποχή της βενετοκρατίας στον Αι-Γιάννη υπήρχε βαρδιόλα (φυλάκιο) που το επάνδρωναν τσερνίδες (χωρικοί που υποχρεώνονταν να υπηρετήσουν αμισθί) ως βαρδιάνοι (σκοποί) και αυτό πιθανότατα βρισκόταν στο σημείο πάνω από το Μαντράκι κοντά στα ερείπια του ιταλικού πολυβολείου. Οι βαρδιάνοι αυτοί θα ήταν από τους πρώτους που θα είδαν το κήτος να ξεβράζεται στην ακτή.

Λεπτομέρεια χάρτη από το βιβλίο του περιηγητή William Goodison,
A historical and topographical essay upon the Islands of Corfu, Leucadia, Cephalonia, Ithaca, and Zante, with remarks upon the character, manners and customs of the Ionian Greeks, descriptions of the scenery … and reflections upon the Cyclopean Ruins. Illustrated by maps and sketches,
Λονδίνο 1822.

Να σημειωθεί εδώ και η καταγραφή της λαϊκή ονομασίας «Αϊάννη τ’ Ατζούση» που έδωσε και το όνομά του στην περιοχή. Επ’ ευκαιρίας να αναφέρουμε κι από εδώ ότι η προέλευση του προσωνυμίου του Αγίου δεν έχει τις ρίζες της στην οικογένεια Ανζού που κυβέρνησαν τη Λευκάδα ένα διάστημα κατά τη Φραγκοκρατία (οι οποίοι ονομαζόταν τότε μόνο Ανδηγαυοί) και ότι ετυμολογία αυτή δόθηκε, θα έλεγα, στα πλαίσια μιας κατασκευής «ένδοξης τοπικής ετυμολογίας» που δεν βασίζεται, όμως, σε πηγές. Πιθανότατα οφείλει την ονομασία της είτε σε ανθρωπονύμιο (ιδιοκτησία, δηλαδή, κάποιου Ατζούση) που έγινε τοπωνύμιο είτε έχει σχέση με το μικρό ακρωτήριο στο οποίο κοντά είναι χτισμένος ο ναΐσκος, στην «άντζα τ’ Άι-Γιάνν’» όπως την ονόμαζαν πριν τον 2ο Παγκόσμιο πόλεμο (ο Άι-Γιάννης, δηλαδή, του ακρωτηρίου).

Εντύπωση προκαλεί και η διαφορά της χρονολόγησης του γεγονότος στα δύο ενθυμήματα: 20/1/1783 στον κώδικα της Βουλής και 23 Φεβρουαρίου 1783 στο Μεγαλυνάριο. Η διαφορά αυτή δεν επεξηγείται ούτε με τη χρήση του βενετικού ημερολογίου (more veneto) στο οποίο ως αρχή του έτους νοείται η 1η Μαρτίου, οπότε θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε την 20/1 ως 20ή Μαρτίου.

Το ενθύμημα περιέχει λόγιες λέξεις που θα περιμέναμε από έναν γραμματιζούμενο ιερέα αλλά και ιδιωματικές όπως, π.χ., άμμος (ο), ψήλος (το): ύψος, σουμάρω, ιντζίρκα (: περίπου) αλλά και ιδιαιτερότητες της καθομιλούμενης όπως τη χρήση του προθεματικού ε- σε ρήματα (επεζαρίζει, εσουμάρανε) και την τοποθέτηση του γράμματος ι ανάμεσα στα σύμφωνα β και γ (εβίγαλαν) που πρέπει να ήταν σε μεγαλύτερη έκταση στον 18ο και 19ο αιώνα απ’ ότι στις πρώτες δεκαετίες του 20ού κ.λπ.

Όσον αφορά δε τον κώδικα της Βουλής υπ’ αρ. 42 υποθέτω, χωρίς δυνατότητα διασταύρωσης, ότι πιθανότατα είναι ένα από τα 15 χειρόγραφα του μεγάλου Λευκαδίτη λόγιου και ερευνητή Ιωάννη Σταματέλου (1822-1881), τη ζωή και το έργο του οποίου ανέδειξε ο κ. Τριαντάφυλλος Σκλαβενίτης, που παραδόθηκαν στη βιβλιοθήκη της Βουλής και ποτέ δεν καταγράφηκαν από τους υπαλλήλους της.

Εντυπωμένη, τέλος, βαθιά έχω την εικόνα της τρικυμισμένης θάλασσας με τα θεόρατα κύματά της, μαυρισμένα από τη φυκιάδα που είχε ξεκολλήσει από τον βυθό και την αίσθηση του κοσμογονικού χαλασμού που βίωσα στην παιδική μου ηλικία μια Φλεβαριάτικη μέρα στην περιοχή του Άι-Γιάννη τη δεκαετία του 1970 – τότε που και το πλάτος της αμμουδιάς ήταν μέτρα μεγαλύτερο από το σημερινό και που την περιοχή δεν κατάκλυζε το τσιμέντο και τίποτε δεν αλλοίωνε το φυσικό τοπίο πέρα από τις λιγοστές παραθεριστικές μπαράκες στα ριζά του βουνού κάτω από την εκκλησία και το χτισμένο πάνω στον βράχο εξοχικό της οικογένειας Σταύρου που η κλίμακά τους, όμως, τα ενέτασσε αρμονικά σε αυτό.

Βασίλης Φίλιππας

Υ.Γ. Ας είναι τούτο εδώ το μικρό σημείωμα καντηλάκι στη μνήμη του Σπύρου Ασδραχά που με τα βιβλία, τη σκέψη και την αύρα του με άγγιξε βαθύτατα.

Προηγουμενο αρθρο
Ένα ερειπωμένο εκκλησάκι, έξω από τον Πόρο Λευκάδας
Επομενο αρθρο
Ο Μεγανησιώτης Πέτρος Μπενίας, πίσω από την ιατρική ανακάλυψη της χρονιάς!

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *