HomeΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣΗ έναρξη του Ψυχρού Πολέμου-Μέρος Β’

Η έναρξη του Ψυχρού Πολέμου-Μέρος Β’

Η ΕΥΡΩΠΗ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ: 1945-1953
Κεφάλαιο V
Η έναρξη του Ψυχρού Πολέμου

Το 1945 η Ευρώπη ήταν συντρίμμια, ρημαγμένη από τον πόλεμο, τους βομβαρδισμούς και τις μαζικές σφαγές. Ευρύτατες περιοχές της ανατολικής Ευρώπης περιέρχονταν στο σοβιετικό έλεγχο, αντικαθιστώντας τον παλιό δεσποτισμό μ’ έναν νέο. Σήμερα, η Σοβιετική Ένωση δεν υπάρχει πια και οι δημοκρατίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης φθάνουν μέχρι τα σύνορα της Ρωσίας.

Διαβάστε το Α’ Μέρος [εδώ]

Μέρος Β’

Στη Ρουμανία η θέση των κομμουνιστών ήταν ακόμη ασθενέστερη από ό,τι στη Βουλγαρία, όπου υπήρχε τουλάχιστον μια προϊστορία φιλορωσικών αισθημάτων στα οποία μπορούσε να βασιστεί το κόμμα.(1)
Μολονότι σι Σοβιετικοί έδιναν εγγυήσεις για την επιστροφή στη Ρουμανία της βόρειας Τρανσυλβανίας (που είχε παραχωρηθεί υπό πίεση στην Ουγγαρία το 1940), ο Στάλιν δεν είχε καμιά πρόθεση να επιστρέψει ούτε τη Βεσσαραβία ή την Μπουκοβίνα, που είχαν ενσωματωθεί στην ΕΣΣΔ, ούτε τη νότια Δοβρουτσά, περιοχή της νοτιοανατολικής Ρουμανίας προσαρτημένη στη Βουλγαρία. Κατά συνέπεια οι Ρουμάνοι κομμουνιστές ήταν υποχρεωμένοι να δικαιολογούν σημαντικές εδαφικές απώλειες, όπως και στα χρόνια του Μεσοπολέμου, όπου είχαν βρεθεί σε δύσκολη θέση εξαιτίας των σοβιετικών αξιώσεων επί της Βεσσαραβίας η οποία τότε ανήκε στη Ρουμανία.

Ακόμη χειρότερα, οι Ρουμάνοι κομμουνιστές ηγέτες συχνά δεν ήταν καν Ρουμάνοι, τουλάχιστον με βάση τα παραδοσιακά ρουμανικά κριτήρια. Η Ανα Πάσυκερ ήταν εβραία, ο Εμίλ Μποντνάρας ήταν Ουκρανός, ο Βασίλε Λούκα είχε τρανσυλβανική-γερμανική καταγωγή. Άλλοι ήταν Ούγγροι ή Βούλγαροι. Ο λαός τούς θεωρούσε ξένους, και οι Ρουμάνοι κομμουνιστές ήταν απολύτως εξαρτημένοι από τις σοβιετικές δυνάμεις. Η επιβίωσή τους στη χώρα δεν στηριζόταν στο αν θα κέρδιζαν τις λαϊκές ψήφους -κάτι που ποτέ δεν τέθηκε ως πρακτικός στόχος- αλλά στην ταχύτητα και στην αποτελεσματικότητα με τις οποίες θα μπορούσαν να καταλάβουν το κράτος, να διχάσουν και να καταστρέψουν τους αντιπάλους τους στα «ιστορικά» κόμματα του φιλελεύθερου κέντρου, εγχείρημα στο οποίο αποδείχθηκαν εξαιρετικά ικανοί: στις βουλευτικές εκλογές τον Μάρτιο του 1948 το κυβερνητικό ψηφοδέλτιο κέρδισε 405 από τις 414 έδρες. Στη Ρουμανία, όπως και στη Βουλγαρία (ή στην Αλβανία, όπου ο Εμβέρ Χότζα κινητοποίησε τις νότιες κοινότητες των Τόσκηδων εναντίον της φυλετικής αντίστασης των βόρειων Γκέγκηδων), οι ανατρεπτικές ενέργειες και η βία δεν ήταν μία επιλογή ανάμεσα σε πολλές άλλες, αλλά ο μοναδικός δρόμος που οδηγούσε στην εξουσία.

Και οι Πολωνοί ήταν εκ των προτέρων καταδικασμένοι να περάσουν στη σοβιετική σφαίρα επιρροής μετά τον Β’ Παγκόσμιο. Αυτό οφειλόταν στη γεωγραφική θέση τους στον δρόμο από το Βερολίνο στη Μόσχα, στην ιστορία τους, αφού αποτελούσαν μόνιμο εμπόδιο στις ρωσικές αυτοκρατορικές βλέψεις στη Δύση, και στο γεγονός ότι και στην Πολωνία ήταν ελάχιστες οι πιθανότητες να προκύψει αυθόρμητα από τη λαϊκή βούληση μια φιλοσοβιετική κυβέρνηση. Ωστόσο η διαφορά ανάμεσα στην Πολωνία και στις βαλκανικές χώρες ήταν ότι η Πολωνία ήταν θύμα του Χίτλερ, και όχι σύμμαχός του. Εκατοντάδες χιλιάδες Πολωνοί στρατιώτες είχαν πολεμήσει στο πλευρό των Συμμάχων στο ανατολικό και στο δυτικό μέτωπο, και οι Πολωνοί έτρεφαν προσδοκίες για τις μεταπολεμικές προοπτικές τους.

Όπως διαφαινόταν, οι προοπτικές αυτές δεν ήταν και τόσο κακές. Οι Πολωνοί κομμουνιστές της λεγόμενης «Επιτροπής του Λούμπλιν» -την οποία συγκρότησαν οι Σοβιετικοί τον Ιούλιο του 1944 ώστε να έχουν μια κυβέρνηση έτοιμη να αναλάβει την εξουσία όταν θα έφθαναν στη Βαρσοβία- δεν μπορούσαν σε καμιά περίπτωση να διεκδικήσουν μαζική βάση, αν και διέθεταν κάποια ερείσματα στον ντόπιο πληθυσμό, ιδίως στη νεολαία, και μπορούσαν να επισημάνουν κάποια πραγματικά οφέλη που θα είχε η Πολωνία χάρη στη «φιλία» της Σοβιετικής Ενωσης: ουσιαστικές εγγυήσεις εναντίον του γερμανικού εδαφικού ρεβανσισμού (ουσιαστικό ζήτημα εκείνη την εποχή) και μια πολιτική ανταλλαγής πληθυσμών, με την οποία η Πολωνία θα απαλλασσόταν από την εναπομείνασα ουκρανική μειονότητα και οι Πολωνοί από τα ανατολικά θα μετεγκαθίσταντο εντός των νέων εθνικών συνόρων προς τη δύση. Τα ζητήματα αυτά επέτρεπαν στους Πολωνούς κομμουνιστές, παρά την περιθωριακή θέση τους (πολλοί ήταν επίσης εβραίοι), να διεκδικήσουν μια θέση στην πολωνική εθνική ή ακόμη και εθνικιστική παράδοση.

Εντούτοις, με εκλογικούς όρους, και οι κομμουνιστές της Πολωνίας θα παρέμεναν για πάντα μια ασήμαντη μειοψηφία. Τον Δεκέμβριο του 1945 το πολωνικό Αγροτικό Κόμμα του Στανίσλαφ Μικολάιτσικ αριθμούσε περί τα 600.000 μέλη, δεκαπλάσια από τα μέλη του Πολωνικού Εργατικού Κόμματος των κομμουνιστών (του Πολωνικού Ενιαίου Εργατικού Κόμματος μετά την ενσωμάτωση των σοσιαλιστών τον Δεκέμβριο του 1948). Ωστόσο ο Μικολάιτσικ, πρωθυπουργός της εξόριστης κυβέρνησης την περίοδο του πολέμου, ήταν μοιραία σε μειονεκτική θέση λόγω της χαρακτηριστικά πολωνικής επιμονής του κόμματός του να είναι τόσο αντιναζιστικό όσο και αντισοβιετικό.

Ο Στάλιν μάλλον αδιαφορούσε για την επιτυχία του «σοσιαλισμού» στην Πολωνία, όπως θα αποκάλυπταν τα μεταγενέστερα γεγονότα. Όμως δεν αδιαφορούσε καθόλου για τη γενική κατεύθυνση της πολωνικής πολιτικής, ιδίως της πολωνικής εξωτερικής πολιτικής. Μάλιστα αυτό το ζήτημα, σε συνδυασμό με την έκβαση της αντιπαράθεσης για τη Γερμανία, ήταν για τον Στάλιν σημαντικότερο από οτιδήποτε άλλο, τουλάχιστον στην Ευρώπη. Έτσι το Αγροτικό Κόμμα παραγκωνιζόταν σταθερά, οι υποστηρικτές του απειλούνταν, οι ηγέτες του δέχονταν επιθέσεις, η αξιοπιστία του αμφισβητούνταν. Στις σκανδαλωδώς νόθες πολωνικές βουλευτικές εκλογές τον Ιανουάριο του 1947 ο «δημοκρατικός συνασπισμός», στον οποίο ηγούνταν σι κομμουνιστές, έλαβε το 80% των ψήφων, και το Αγροτικό Κόμμα μόλις το Ι0%.(2) Εννιά μήνες αργότερα, φοβούμενος για τη ζωή του, ο Μικολάιτσικ εγκατέλειψε τη χώρα. Τα απομεινάρια του Στρατού της Πατρίδας από την περίοδο του πολέμου συνέχισαν για μερικά ακόμη χρόνια τον ανταρτοπόλεμο κατά της κομμουνιστικής εξουσίας, αλλά και ο δικός τους αγώνας ήταν μάταιος.

Στην Πολωνία ήταν τόσο πρόδηλο το ενδιαφέρον της Σοβιετικής Ένωσης για την πολιτική φυσιογνωμία της χώρας, που οι αυταπάτες των Πολωνών στη διάρκεια του πολέμου -πριν και μετά τη Γιάλτα- μοιάζουν δονκιχωτικές. Ωστόσο, στην Ουγγαρία, η ιδέα του «ουγγρικού δρόμου για τον σοσιαλισμό» δεν ήταν εντελώς ουτοπική. Το βασικότερο μεταπολεμικό ενδιαφέρον της Μόσχας για την Ουγγαρία εστιαζόταν στον ρόλο της ως ασφαλούς περάσματος για τις δυνάμεις του Κόκκινου Στρατού στην περίπτωση που έπρεπε να κινηθούν προς δυσμάς στην Αυστρία (ή αργότερα προς τον νότο στη Γιουγκοσλαβία). Αν οι ντόπιοι κομμουνιστές διέθεταν ευρεία δημόσια υποστήριξη, οι Σοβιετικοί σύμβουλοί τους ίσως να ήταν πρόθυμοι να συνεχίσουν τη «δημοκρατική» τακτική για μεγαλύτερο διάστημα απ’ ό,τι το έκαναν.

Όμως και στην Ουγγαρία αποδείχθηκε ότι οι κομμουνιστές δεν ήταν δημοφιλείς, ούτε καν στη Βουδαπέστη. Αν και το Κόμμα των Μικροϊδιοκτητών (το ουγγρικό αντίστοιχο των αγροτικών κομμάτων σε άλλες χώρες) είχε στοχοποιηθεί ως αντιδραστικό ή ακόμη και φασιστικό, εξασφάλισε την απόλυτη πλειοψηφία στις βουλευτικές εκλογές τον Νοέμβριο του 1945. Με την υποστήριξη των σοσιαλιστών (των οποίων η ηγέτιδα Άνα Κέτλυ αρνούνταν να πιστέψει ότι οι κομμουνιστές θα κατέφευγαν στην εκλογική νοθεία), οι κομμουνιστές κατόρθωσαν να εκδιώξουν από το κοινοβούλιο μερικούς βουλευτές του Κόμματος των Μικροϊδιοκτητών και τον Φεβρουάριο του 1947 τους κατηγόρησαν για συνωμοσία και τον ηγέτη τους, Μπέλα Κόβατς, για κατασκοπία εναντίον του Κόκκινου Στρατού (ο Κόβατς εξορίστηκε στη Σιβηρία, από όπου επέστρεψε το 1956). Στις επόμενες εκλογές, τον Αύγουστο του 1947, στις οποίες ο κομμουνιστής υπουργός Εσωτερικών, Λάζλο Ράικ, νόθευσε αναίσχυντα τα αποτελέσματα, οι κομμουνιστές δεν κατάφεραν και πάλι να εξασφαλίσουν παρά μόνο το 22% των ψήφων, μολονότι το Κόμμα των Μικροϊδιοκτητών περιορίστηκε σε ένα 15% των ψήφων. Σε αυτές τις συνθήκες ο ουγγρικός δρόμος για τον σοσιαλισμό συνέκλινε ταχύτατα με τον δρόμο των ανατολικών γειτόνων. Στις επόμενες εκλογές, τον Μάιο του 1949, το ποσοστό του «Λαϊκού Μετώπου» θα έφθανε στο 95,6%.

Είναι εύκολο εκ των υστέρων να θεωρούμε ότι οι ελπίδες για μια δημοκρατική ανατολική Ευρώπη μετά το 1945 ήταν εξαρχής φρούδες. Η κεντρική και η ανατολική Ευρώπη είχαν μικρή δημοκρατική ή φιλελεύθερη παράδοση. Τα μεσοπολεμικά καθεστώτα σε αυτό το τμήμα της Ευρώπης ήταν διεφθαρμένα, απολυταρχικά και σε κάποιες περιπτώσεις αιμοσταγή. Οι παλιές άρχουσες τάξεις ήταν συχνά εξωνημένες. Κατά τον Μεσοπόλεμο η πραγματικά κυβερνώσα τάξη στην ανατολική Ευρώπη ήταν η γραφειοκρατία, την οποία επάνδρωναν οι ίδιες κοινωνικές ομάδες από τις οποίες θα προερχόταν στη συνέχεια ο διοικητικός μηχανισμός των κομμουνιστικών κρατών. Παρά τη ρητορεία περί «σοσιαλισμού», η μετάβαση από την απολυταρχική καθυστέρηση στην κομμουνιστική «λαϊκή δημοκρατία» ήταν μια σύντομη και εύκολη μετάβαση. Δεν είναι περίεργο που η ιστορία πήρε τελικά τέτοια τροπή.

Επιπλέον, η εναλλακτική λύση της επανόδου στους πολιτικούς και στην πολιτική της Ρουμανίας, της Πολωνίας ή της Ουγγαρίας πριν από το 1939 αποδυνάμωνε σημαντικά την αντικομουνιστική υπόθεση, τουλάχιστον πριν να γίνει αισθητή η σοβιετική τρομοκρατία σε όλη της την έκταση μετά το 1949. Στο κάτω κάτω, σύμφωνα με το πονηρό ερώτημα του Γάλλου κομμουνιστή ηγέτη Ζακ Ντυκλό στην κομμουνιστική ημερήσια εφημερίδα L ‘ Humanite την Ιη Ιουλίου 1948, η Σοβιετική Ένωση δεν ήταν ο καλύτερος εγγυητής για αυτές τις χώρες ότι δεν θα επέστρεφαν στις παλιές κακές μέρες, αλλά και θα διατηρούσαν την εθνική ανεξαρτησία τους; Όντως, εκείνη την εποχή πολλοί άνθρωποι έτσι έβλεπαν τα πράγματα. Όπως παρατηρούσε ο Τσώρτσιλ: «Μια μέρα οι Γερμανοί θα θέλουν να πάρουν πίσω τα εδάφη τους, και οι Πολωνοί δεν θα μπορούν να τους σταματήσουν.» Τώρα η Σοβιετική Ένωση ήταν ο αυτόκλητος προστάτης των νέων συνόρων της Ρουμανίας και της Πολωνίας, για να μη μιλήσουμε για τη γη των εκδιωχθέντων Γερμανών και άλλων, που μοιράστηκε στους πληθυσμούς της περιοχής.

Αυτή η εξέλιξη αποτελούσε μια υπόμνηση -σαν να ήταν αναγκαία- ότι ο Κόκκινος Στρατός ήταν πανταχού παρών. Τον Σεπτέμβριο του 1944, η 37η Στρατιά του 3ου Ουκρανικού Μετώπου αποσπάστηκε από τις δυνάμεις που κατείχαν τη Ρουμανία και εστάλη στη Βουλγαρία, όπου παρέμεινε έως την υπογραφή των συνθηκών ειρήνης το 1947. Οι σοβιετικές δυνάμεις παρέμειναν στην Ουγγαρία έως τα μέσα της δεκαετίας του 1950 (και ξανά μετά το 1956), στη Ρουμανία μέχρι το 1958. Η Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας ήταν υπό σοβιετική στρατιωτική κατοχή σε όλη τη διάρκεια της σαραντάχρονης Ιστορίας της, ενώ σοβιετικά στρατεύματα διέρχονταν τακτικά από την Πολωνία. Όπως θα έδειχναν τα γεγονότα, η Σοβιετική Ένωση δεν σκόπευε να αποχωρήσει από αυτό το τμήμα της Ευρώπης, του οποίου το μέλλον συνδέθηκε στενά με τη μοίρα του γιγάντιου γείτονά του.

Η εμφανής εξαίρεση ήταν, βέβαια, η Τσεχοσλοβακία. Πολλοί Τσέχοι υποδέχθηκαν τους Σοβιετικούς ως ελευθερωτές. Εξαιτίας του Μονάχου, δεν έτρεφαν αυταπάτες για τις δυτικές δυνάμεις, και η εξόριστη κυβέρνηση του Έντβαρντ Μπένες στο Λονδίνο ήταν η μόνη που έκανε σαφή ανοίγματα προς τη Μόσχα πολύ πριν από το 1945. Όπως διατύπωνε ο ίδιος ο Μπένες τη θέση του στον Μόλοτοφ τον Δεκέμβριο του 1943, «όσον αφορά τα ζητήματα μείζονος σημασίας… θα τοποθετούμαστε και θα δρούμε πάντοτε με τρόπο αρεστό στους εκπροσώπους της σοβιετικής κυβέρνησης». Μπορεί ο Μπένες να μην ήταν τόσο υποψιασμένος όσο ο μέντοράς του, ο αείμνηστος πρόεδρος Τόμας Μάζαρυκ, για τους κινδύνους ενός ρωσικού ή σοβιετικού εναγκαλισμού, αλλά δεν ήταν και ανόητος. Η Πράγα σκόπευε να είναι φιλική με τη Μόσχα για τον ίδιο λόγο που είχε επιδιώξει να έχει στενούς δεσμούς με το Παρίσι πριν από το 1938: επειδή η Τσεχοσλοβακία ήταν μια μικρή ευάλωτη χώρα της κεντρικής Ευρώπης και χρειαζόταν προστασία.

Έτσι, μολονότι ήταν από πολλές απόψεις η πλέον δυτική από τις «ανατολικές» ευρωπαϊκές χώρες, με ιστορικά πλουραλιστικό πολιτικό πολιτισμό, με σημαντική αστικοποίηση και μεγάλο βιομηχανικό τομέα, με ανθούσα καπιταλιστική οικονομία προπολεμικά και με σοσιαλδημοκρατική πολιτική με δυτικό προσανατολισμό μεταπολεμικά, η Τσεχοσλοβακία ήταν επίσης ο στενότερος σύμμαχος της Σοβιετικής Ένωσης στην περιοχή μετά το 1945, παρότι είχε χάσει το ανατολικότερο τμήμα της υποκαρπάθιας Ρουθηνίας λόγω των σοβιετικών εδαφικών «διευθετήσεων». Γι’ αυτόν τον λόγο ο Μπένες ήταν ο μόνος από όλους τους εξόριστους πρωθυπουργούς των χωρών της ανατολικής και νοτιοανατολικής Ευρώπης στη διάρκεια του πολέμου ο οποίος μπόρεσε να επιστρέψει με την κυβέρνησή του στη χώρα του, όπου τον Απρίλιο του 1945 ανασχημάτισε την κυβέρνηση περιλαμβάνοντας επτά κομμουνιστές υπουργούς και έντεκα υπουργούς από τα τέσσερα άλλα κόμματα.

Οι Τσέχοι κομμουνιστές υπό την ηγεσία του Κλέμεντ Γκότβαλντ πίστευαν πραγματικά ότι είχαν πολλές πιθανότητες να πάρουν την εξουσία με εκλογές. Είχαν κάνει μια αξιοπρεπή εμφάνιση στις τελευταίες εκλογές πριν από τον πόλεμο το 1935, παίρνοντας 849.000 ψήφους (ποσοστό 10%). Δεν εξαρτιόνταν από τον Κόκκινο Στρατό, ο οποίος αποχώρησε από την Τσεχοσλοβακία τον Νοέμβριο του 1945 (αν και στην Πράγα, όπως και αλλού, η Σοβιετική Ένωση διατηρούσε σημαντική παρουσία υπηρεσιών πληροφοριών και μυστικής αστυνομίας υπό την κάλυψη της σοβιετικής διπλωματικής αποστολής). Στις πραγματικά ελεύθερες αλλά ψυχολογικά φορτισμένες τσεχοσλοβακικές εκλογές τον Μάιο του 1946, το Κομμουνιστικό Κόμμα έλαβε ποσοστό 40,2% στις τσεχικές περιοχές της Βοημίας και της Μοραβίας και 31% στην καθολική και σε μεγάλο βαθμό αγροτική Σλοβακία. Μόνο το σλοβακικό Δημοκρατικό Κόμματα πήγε καλύτερα, αλλά η απήχησή του περιοριζόταν εκ των πραγμάτων στο σλοβακικό ένα τρίτο του συνολικού πληθυσμού.(3)

Οι Τσέχοι κομμουνιστές προεξοφλούσαν τη συνέχιση της επιτυχίας τους, γι’ αυτό και αρχικά είδαν θετικά την προοπτική της βοήθειας του Σχεδίου Μάρσαλ και επιδόθηκαν σε εκστρατείες στρατολόγησης νέων μελών για να βελτιώσουν τις προοπτικές τους στις μελλοντικές εκλογικές αναμετρήσεις. Έτσι, τα μέλη του Κόμματος, από περίπου 50.000 τον Μάιο του 1945, αυξήθηκαν σε 1.220.000 τον Απρίλιο του 1946 και έφτασαν τα 1.310.000 τον Ιανουάριο του 1948 (σε σύνολο πληθυσμού μόλις 12 εκατ.). Σίγουρα οι Κομμουνιστές δεν ήταν υπεράνω της χρησιμοποίησης της πατρωνίας και των πιέσεων για να εξασφαλίζουν υποστηρικτές. Επίσης, όπως και αλλού, είχαν φροντίσει να καταλάβουν υπουργεία ζωτικής σημασίας και να τοποθετήσουν ανθρώπους τους σε κρίσιμες θέσεις στην αστυνομία και αλλού. Όμως, μπροστά στις εκλογές του 1948, οι Τσεχοσλοβάκοι κομμουνιστές ετοιμάζονταν να αναλάβουν πλήρως την εξουσία ακολουθώντας έναν «τσεχικό δρόμο», που έμοιαζε ακόμη πολύ διαφορετικός από εκείνους των ανατολικών χωρών.

Είναι ασαφές αν η σοβιετική ηγεσία πίστευε τις διαβεβαιώσεις του Γκότβαλντ ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα Τσεχοσλοβακίας θα θριάμβευε χωρίς βοήθεια. Όμως τουλάχιστον έως το φθινόπωρο του 1947 ο Στάλιν άφησε την Τσεχοσλοβακία στην ησυχία της. Οι Τσέχοι είχαν εκδιώξει τους Γερμανούς της Σουδητίας (γεγονός που τους εξέθετε στη γερμανική εχθρότητα και έτσι εξαρτούσε τη χώρα τους ακόμη περισσότερο από τη σοβιετική προστασία), και η έμφαση την οποία έδιναν οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις του Μπένες στον οικονομικό σχεδιασμό, στην κρατική ιδιοκτησία και στη σκληρή δουλειά θύμισε σε τουλάχιστον έναν Γάλλο δημοσιογράφο τον Μάιο του 1947 τη ρητορική και τη διάθεση του πρώιμου σοβιετικού σταχανοβισμού. Πολύ πριν να εγκαθιδρύσουν οι κομμουνιστές δική τους κυβέρνηση, πολλώ μάλλον πριν να εξασφαλίσουν το μονοπώλιο της εξουσίας, η Πράγα ήταν γεμάτη με αφίσες του Στάλιν δίπλα σ’ εκείνες του προέδρου Μπένες. Είδαμε ότι ο υπουργός Εξωτερικών, Γιαν Μάζαρυκ, και οι συνάδελφοί του δεν δίστασαν, το καλοκαίρι του 1947, να αρνηθούν τη βοήθεια του Σχεδίου Μάρσαλ κατ’ εντολή της Μόσχας. Με λίγα λόγια, ο Στάλιν δεν μπορούσε να έχει κανένα παράπονο για τη στάση των Τσεχοσλοβάκων.

Παρά ταύτα, τον Φεβρουάριο του 1948 οι κομμουνιστές σχεδίασαν πολιτικό πραξικόπημα στην Πράγα για να αποκτήσουν τον έλεγχο της χώρας, εκμεταλλευόμενοι την απερίσκεπτη παραίτηση μη κομμουνιστών υπουργών (για ένα σημαντικό αλλά ασαφές ζήτημα διείσδυσης κομμουνιστών στην αστυνομία). Το πραξικόπημα της Πράγας είχε τεράστια σημασία, ακριβώς επειδή συνέβη σε μια λίγο-πολύ δημοκρατική χώρα που είχε κρατήσει πολύ φιλική στάση απέναντι στη Μόσχα. Αιφνιδίασε τους Δυτικούς συμμάχους, που συμπέραναν από αυτό ότι ο κομμουνισμός προήλαυνε προς τη Δύση.(4) Πιθανόν έσωσε τους Φινλανδούς, επειδή λόγω των προβλημάτων που προκάλεσε το τσεχικό πραξικόπημα στον Στάλιν στη Γερμανία και αλλού, ο Στάλιν αναγκάστηκε τον Απρίλιο του 1948 να έρθει σε συμβιβασμό με το Ελσίνκι και να υπογράψει Σύμφωνο Φιλίας (αφού αρχικά είχε προσπαθήσει να επιβάλει στη Φινλανδία μια ανατολικοευρωπαϊκή λύση, διασπώντας τους σοσιαλδημοκράτες και αναγκάζοντάς τους να συγχωνευθούν με τους κομμουνιστές σε μια Ένωση Υπεράσπισης του Φινλανδικού Λαού» με στόχο να την φέρει στην εξουσία).

Στη Δύση το πραξικόπημα της Πράγας αφύπνισε τους σοσιαλιστές σχετικά με την πραγματικότητα της πολιτικής ζωής στην ανατολική Ευρώπη. Στις 29 Φεβρουαρίου 1948 ο γηραιός Λεόν Μπλούμ δημοσίευσε στη γαλλική σοσιαλιστική εφημερίδα Le Populaire ένα άρθρο που είχε τεράστια απήχηση, στο οποίο επέκρινε την αποτυχία των σοσιαλιστών στη Δύση να μιλήσουν ανοιχτά για τη μοίρα των συντρόφων τους στην ανατολική Ευρώπη. Χάρη στο πραξικόπημα της Πράγας, σημαντικό μέρος της μη κομμουνιστικής αριστεράς στη Γαλλία, την Ιταλία και αλλού θα τοποθετούνταν πλέον σταθερά στο δυτικό στρατόπεδο, εξέλιξη που καταδίκαζε τα κομμουνιστικά κόμματα στις χώρες έξω από την εμβέλεια της Σοβιετικής Ένωσης σε απομόνωση και προϊούσα αποδυνάμωση.

Ο λόγος για τον οποίο ο Στάλιν σχεδίασε το πραξικόπημα της Πράγας, χωρίς να προβλέψει πλήρως τις συνέπειες, δεν ήταν μόνο επειδή ανέκαθεν σχεδίαζε να επιβάλει τη βούλησή του με συγκεκριμένο τρόπο σε ολόκληρο τον ανατολικό συνασπισμό, ούτε επειδή η Τσεχοσλοβακία ήταν ιδιαίτερα σημαντική για το γενικότερο πολιτικό σκηνικό. Αυτό που συνέβη στην Πράγα -και συνέβαινε ταυτοχρόνως στη Γερμανία, όπου η σοβιετική πολιτική μεταβαλλόταν ταχέως, από μια τακτική κωλυσιεργίας και διαφωνιών, στην ανοιχτή σύγκρουση με τους πρώην συμμάχους της- ήταν η επιστροφή του Στάλιν στην τακτική και τη στρατηγική μιας προηγούμενης περιόδου. Αυτή η αλλαγή οφειλόταν σε γενικές γραμμές στην ανησυχία του Στάλιν για την αδυναμία του να διαμορφώσει τα πράγματα στην Ευρώπη και στη Γερμανία έτσι όπως επιθυμούσε, αλλά επίσης και κατά κύριο λόγο στον εντεινόμενο εκνευρισμό του με τη Γιουγκοσλαβία.

(1). Στην πραγματικότητα. για πολλά χρόνια σι Βούλγαροι αμφιταλαντεύονταν έντονα ανάμεσα στον ένθερμο φιλογερμανισμό και στην άκρατη σλαβοφιλία. Τίποτε από τα δύο δεν τους ωφέλησε. Όπως σημείωνε εκείνη την εποχή ένας ντόπιος σχολιαστής, η Βουλγαρία πάντα διαλέγει το λάθος χαρτί… και το βροντά πάνω στο τραπέζι!

(2,) Δεν ήταν η πρώτη φορά που ένοπλοι Ρώσοι επόπτευαν κρίσιμες πολωνικές εκλογές. Στη διάρκεια των εκλογών του 1772, στις οποίες οι Πολωνοί καλούνταν να εκλέξουν αντιπροσώπους που θα επικύρωναν τον διαμελισμό της χώρας τους, η απειλητική παρουσία ξένων στρατευμάτων απέβλεπε στην εξασφάλιση του επιθυμητού αποτελέσματος.

(3). Το Αγροτικό Κόμμα στις τσεχικές περιοχές και ο εταίρος του, το Λαϊκό Κόμμα στη Σλοβακία, είχαν τεθεί εκτός νόμου μετά τον πόλεμο, λόγω συνεργασίας με τους ναζιστές.

(4). Η κοινή γνώμη στη Δύση επηρεάστηκε και από τον θάνατο του Μάζαρυκ στις 10 Μαρτίου 1948. Ειπώθηκε ότι «έπεσε» από το παράθυρό του στο προαύλιο του υπουργείου Εξωτερικών. Οι ακριβείς συνθήκες του θανάτου του δεν διευκρινίστηκαν ποτέ.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Tony Judt: «Η Ευρώπη μετά τον πόλεμο», 2005.
Εκδόσεις: Καθημερινή. Τόμος Α΄ Κεφάλαιο V

Ο Τόνυ Τζαντ* αφηγείται με σαφήνεια και πυκνότητα αυτή την πολυσύνθετη ιστορία, όπως ξετυλίγεται κάτω από τη μόνιμη σκιά του ίδιου του πολέμου: την ανόρθωση της Ευρώπης μέσα από τα ερείπια, τις αποκλίνουσες εμπειρίες της Ανατολικής και της Δυτικής Ευρώπης, την παρακμή και την πτώση του σοβιετικού καθεστώτος και την άνοδο της ΕΟΚ και της ΕΕ, το τέλος των ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών, τις μεταβαλλόμενες σχέσεις της Ευρώπης με τις δύο μεγάλες δυνάμεις που την περιβάλλουν, τη Ρωσία και την Αμερική.

*0 Τόνυ Τζαντ γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1948. Σπούδασε στο King’ s College του Καίμπριτζ και στην Ecole Normale Superieure του Παρισιού. Δίδαξε στα Πανεπιστήμια του Καίμπριτζ, της Οξφόρδης, του Μπέρκλεϋ και της Νέας Υόρκης· στο τελευταίο ίδρυσε και διηύθυνε το Ινστιτούτο Ρεμάρκ για τη μελέτη της Ευρώπης. Έγραφε συχνά για το «New York Review of Books», το «London Review of Books» και τους «Times» Νέας Υόρκης. Το 2007 του απονεμήθηκε το Βραβείο Χάνα Άρεντ και το 2009 το Βραβείο Όργουελ για τη συνολική προσφορά του. Πέθανε τον Αύγουστο του 2010. Είναι ο συγγραφέας, μεταξύ πολλών άλλων, του «Postwar: A History of Europe Since 1945» (Βραβείο Arthur Ross του Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων και ένα από τα δέκα καλύτερα βιβλία του 2005 για το «Times Literary Supplement».)

Προηγουμενο αρθρο
Νίκη Τηλυκράτη και επιστροφή στην κορυφή του βαθμολογικού πίνακα -video
Επομενο αρθρο
Η πόλη της Λευκάδας με χρυσές... ανταύγειες

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *