HomeΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣΗ έναρξη του Ψυχρού Πολέμου-Μέρος Γ’

Η έναρξη του Ψυχρού Πολέμου-Μέρος Γ’

Η ΕΥΡΩΠΗ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ: 1945-1953
Κεφάλαιο V
Η έναρξη του Ψυχρού Πολέμου

Το 1945 η Ευρώπη ήταν συντρίμμια, ρημαγμένη από τον πόλεμο, τους βομβαρδισμούς και τις μαζικές σφαγές. Ευρύτατες περιοχές της ανατολικής Ευρώπης περιέρχονταν στο σοβιετικό έλεγχο, αντικαθιστώντας τον παλιό δεσποτισμό μ’ έναν νέο. Σήμερα, η Σοβιετική Ένωση δεν υπάρχει πια και οι δημοκρατίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης φθάνουν μέχρι τα σύνορα της Ρωσίας.

Διαβάστε το Α’ Μέρος [εδώ].
Διαβάστε το Β’ Μέρος [εδώ].

Μέρος Γ’

Το 1947 η κομμουνιστική κυβέρνηση της Γιουγκοσλαβίας υπό τον Γιόσιπ Μπροζ Τίτο ήταν μοναδική περίπτωση. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γιουγκοσλαβίας ήταν το μόνο στην Ευρώπη που είχε καταλάβει την εξουσία με τις δικές του δυνάμεις, χωρίς να εξαρτάται ούτε από ντόπιους συμμάχους ούτε από εξωτερική βοήθεια. Βέβαια, τον Δεκέμβριο του 1943 οι Βρετανοί σταμάτησαν να στέλνουν βοήθεια στους αντίπαλους Τσέτνικ αντάρτες και μετέθεσαν την υποστήριξή τους στον Τίτο, ενώ τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια η UNRRA δαπάνησε περισσότερα χρήματα (415 εκατ. δολάρια ΗΠΑ) για βοήθεια στη Γιουγκοσλαβία από οπουδήποτε αλλού στην Ευρώπη, με το 72% αυτών των χρημάτων να προέρχεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο, για τους ανθρώπους εκείνης της εποχής, το σημαντικό ήταν ότι οι Γιουγκοσλάβοι κομμουνιστές παρτιζάνοι ήταν η μόνη αντιστασιακή οργάνωση που πολέμησε επιτυχώς εναντίον των Γερμανών και των Ιταλών κατακτητών.

Ενισχυμένοι από τη νίκη τους, οι κομμουνιστές του Τίτο δεν προχώρησαν στη συγκρότηση συνασπισμού σαν εκείνους που στήνονταν στις άλλες απελευθερωμένες χώρες της ανατολικής Ευρώπης, αλλά βάλθηκαν σχεδόν αμέσως να εξοντώσουν όλους τους αντιπάλους τους. Στις πρώτες μεταπολεμικές εκλογές τον Νοέμβριο του 1945, οι ψηφοφόροι βρέθηκαν μπροστά σε μια ξεκάθαρη επιλογή: το «Λαϊκό Μέτωπο» του Τίτο… ή μια κάλπη με την ετικέτα «αντιπολίτευση». Τον Ιανουάριο του 1946 το Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας εισήγαγε ένα Σύνταγμα που είχε ως πρότυπο το Σύνταγμα της ΕΣΣΔ. Ο Τίτο άσκησε ακόμη μεγαλύτερη πίεση με μαζικές συλλήψεις, φυλακίσεις και εκτελέσεις των αντιπάλων του, που συνοδεύτηκαν από την υποχρεωτική κολεκτιβοποίηση της γης, σε μια εποχή κατά την οποία οι κομμουνιστές στις γειτονικές Ουγγαρία και Ρουμανία τηρούσαν προσεκτικά μια πιο διαλλακτική στάση. Η Γιουγκοσλαβία φαινόταν να αποτελεί τη σκληρή και αιχμηρή κόψη του ευρωπαϊκού κομμουνισμού.

Φαινομενικά, ο γιουγκοσλαβικός ριζοσπαστισμός και η επιτυχία του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας να αποκτήσει τον έλεγχο μιας περιοχής μεγάλης στρατηγικής σημασίας ήταν προς το συμφέρον των Σοβιετικών, και οι σχέσεις μεταξύ Μόσχας και Βελιγραδίου ήταν θερμές. Η Μόσχα εγκωμίαζε αφειδώς τον Τίτο και το Κόμμα του, εκδήλωνε μεγάλο ενθουσιασμό για τα επαναστατικά επιτεύγματά τους και πρόβαλλε τη Γιουγκοσλαβία ως παράδειγμα προς μίμηση. Σε ανταπόδοση, οι Γιουγκοσλάβοι ηγέτες εκμεταλλεύονταν κάθε ευκαιρία για να δείξουν τον σταθερό σεβασμό τους στη Σοβιετική Ένωση και θεωρούσαν ότι εισήγαν το μπολσεβίκικο μοντέλο της επανάστασης και της διακυβέρνησης στα Βαλκάνια. Όπως θυμάται ο Μίλοβαν Τζίλας, «όλοι μας ήμασταν θετικά διακείμενοι απέναντι [στην ΕΣΣΔ] ως προς το φρόνημά μας. Και όλοι θα είχαμε παραμείνει πιστοί σε αυτήν, αν δεν είχε τα δικά της πρότυπα νομιμοφροσύνης ως Μεγάλη Δύναμη».

Ωστόσο, από τη σκοπιά του Στάλιν, η αφοσίωση των Γιουγκοσλάβων στον μπολσεβικισμό ήταν πάντα κάπως υπερβολικά ενθουσιώδης. Όπως είδαμε ήδη, ο Στάλιν ενδιαφερόταν μάλλον για την εξουσία, παρά για την επανάσταση. Η Μόσχα έπρεπε να καθορίζει τη στρατηγική των κομμουνιστικών κομμάτων, η Μόσχα έπρεπε να αποφασίζει πότε απαιτούνταν μετριοπαθής προσέγγιση και πότε έπρεπε να υιοθετείται ριζοσπαστική γραμμή. Ως πηγή και κέντρο της παγκόσμιας επανάστασης, η Σοβιετική Ένωση δεν αποτελούσε ένα μοντέλο για την επανάσταση αλλά το μοντέλο. Στις κατάλληλες συνθήκες τα μικρότερα κομμουνιστικά κόμματα μπορούσαν να ακολουθούν το πρότυπο, αλλά θα ήταν απερισκεψία τους να αμφισβητήσουν το προβάδισμα της Σοβιετικής Ένωσης. Και στα μάτια του Στάλιν, αυτή ήταν η αδυναμία του Τίτο. Φιλοδοξώντας να καθορίσει ο ίδιος το κομμουνιστικό μοντέλο στη νοτιοανατολική Ευρώπη, ο πρώην στρατηγός των παρτιζάνων αμφισβητούσε την πρωτοκαθεδρία των Σοβιετικών. Οι επαναστατικές επιτυχίες τού φούσκωναν τα μυαλά: γινόταν βασιλικότερος του βασιλέως.

Ο Στάλιν δεν κατέληξε αμέσως σε αυτά τα συμπεράσματα, αν και ήδη από τον Ιανουάριο του 1945 είχε εκφράσει την απογοήτευσή του για τον «άπειρο» Τίτο. Εκτός από την εντεινόμενη αίσθηση της Μόσχας ότι ο Τίτο είχε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και πρόβαλλε τη γιουγκοσλαβική επανάσταση ως αντίπαλο μοντέλο απέναντι στο σοβιετικό, προέκυψαν διαφωνίες ανάμεσα στον Στάλιν και τον Τίτο για πρακτικά ζητήματα περιφερειακής πολιτικής. Οι Γιουγκοσλάβοι υπό την ηγεσία του Τίτο έτρεφαν φιλοδοξίες που είχαν τις ρίζες τους στην παλιότερη ιστορία των Βαλκανίων: να ενσωματώσουν την Αλβανία, τη Βουλγαρία και τμήματα της Ελλάδας σε μια διευρυμένη Γιουγκοσλαβία με τη μορφή μιας νέας «Βαλκανικής Ομοσπονδίας». Η ιδέα αυτή είχε κάποια απήχηση έξω από τα σύνορα της Γιουγκοσλαβίας. Σύμφωνα με τον Τράικο Κοστόφ, έναν από τους κομμουνιστές ηγέτες στη Σόφια, είχε νόημα από οικονομική άποψη για τη Βουλγαρία, ενώ θα συνιστούσε περαιτέρω ρήξη με τον εθνικισμό των μικρών κρατών, ο οποίος είχε αποτελέσει σημαντικό εμπόδιο για τις προοπτικές αυτών των κρατών πριν από τον πόλεμο.

Αρχικά ο Στάλιν δεν ήταν εχθρικός στην ιδέα της βαλκανικής ομοσπονδίας, και ο Γκεόργκι Δημητρόφ, ο έμπιστος του Στάλιν στην Κομιντέρν και ο πρώτος κομμουνιστής ηγέτης της Βουλγαρίας, μίλησε ανοιχτά για αυτή την προοπτική τον Ιανουάριο του 1948. Όμως υπήρχαν δύο προβλήματα στο κατά τα άλλα ελκυστικό σχέδιο να ενωθεί ολόκληρη η νοτιοανατολική Ευρώπη σε μια κοινή ομοσπονδία υπό την εξουσία των κομμουνιστών. Στα μάτια του καχύποπτου Στάλιν, κάτι που ξεκίνησε ως βάση για την αμοιβαία συνεργασία των κομμουνιστών της περιοχής άρχισε σύντομα να εμφανίζεται μάλλον ως ανταγωνισμός μεταξύ τους για την εξασφάλιση της ηγεμονίας στην περιοχή. Και μόνο αυτό θα οδηγούσε πιθανόν κάποια στιγμή τον Στάλιν να καταπνίξει τις φιλοδοξίες του Τίτο. Όμως επιπροσθέτως -και αυτό ήταν κρίσιμο ζήτημα- ο Τίτο δημιουργούσε προβλήματα για τον Στάλιν στη Δύση.

Οι Γιουγκοσλάβοι υποστήριξαν ανοιχτά και ενθάρρυναν την εξέγερση των Ελλήνων το 1944, αλλά και, πράγμα ακόμη σημαντικότερο, όταν ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος αναζωπυρώθηκε τρία χρόνια αργότερα. Η υποστήριξη την οποία πρόσφεραν ήταν συνεπής με τον μάλλον ναρκισσιστικό ακτιβισμό του Τίτο -να βοηθήσει τους Έλληνες κομμουνιστές να μιμηθούν τις επιτυχίες του- και καθοριζόταν επίσης από τα γιουγκοσλαβικά συμφέροντα στις διαμφισβητούμενες «σλαβικές» περιοχές της ελληνικής Μακεδονίας. Όμως η Ελλάδα ανήκε στη σφαίρα επιρροής της Δύσης, όπως είχαν καταστήσει απολύτως σαφές ο Τσώρτσιλ και στη συνέχεια ο Τρούμαν. Ο Στάλιν δεν είχε κανένα συμφέρον να προκαλέσει διένεξη με τη Δύση για την Ελλάδα, που γι’ αυτόν αποτελούσε δευτερεύον ζήτημα. Οι Έλληνες κομμουνιστές υπέθεταν αφελώς ότι η εξέγερσή τους θα εξασφάλιζε τη βοήθεια των Σοβιετικών, ίσως ακόμη και να προκαλούσε την επέμβαση του σοβιετικού στρατού, προοπτική που αποκλειόταν εντελώς. Αντιθέτως, ο Στάλιν τούς θεωρούσε απείθαρχους τυχοδιώκτες που κυνηγούσαν μια χαμένη υπόθεση με ενδεχόμενο να προκαλέσουν την επέμβαση των Αμερικανών.

Η προκλητική ενθάρρυνση των Ελλήνων στασιαστών από τον Τίτο ενόχλησε τον Στάλιν, ο οποίος πίστευε σωστά ότι χωρίς τη γιουγκοσλαβική βοήθεια η ελληνική εμπλοκή θα είχε λυθεί ειρηνικά από καιρό,(5) και τον αποξένωσε ακόμη περισσότερο από τον Βαλκάνιο οπαδό του. Όμως ο Τίτο δεν έφερνε σε δύσκολη θέση τον Στάλιν μόνο στα νότια Βαλκάνια, προκαλώντας τον εκνευρισμό των Άγγλων και των Αμερικανών. Οι γιουγκοσλαβικές εδαφικές βλέψεις για την Τεργέστη και τη χερσόνησο της Ίστριας παρεμπόδιζαν τη συμφωνία των Συμμάχων για τη συνθήκη ειρήνης με την Ιταλία. Η συνθήκη που υπογράφτηκε τελικά τον Σεπτέμβριο του 1947 άφηνε ασαφές το μέλλον της περιοχής της Τεργέστης, όπου παρέμεναν δυνάμεις των Συμμάχων για να εμποδίσουν πιθανή κατάληψή της από τους Γιουγκοσλάβους. Σε σχέση με τη γειτονική Καρινθία, το νοτιότερο τμήμα της Αυστρίας, ο Τίτο απαιτούσε έναν εδαφικό διακανονισμό ευνοϊκό για τη Γιουγκοσλαβία, ενώ ο Στάλιν προτιμούσε να μη δοθεί λύση και να διατηρηθεί το status quo (που για τους Σοβιετικούς είχε το προφανές πλεονέκτημα ότι τους επέτρεπε να διατηρούν στρατό στην ανατολική Αυστρία, άρα και στην Ουγγαρία).

Η στάση του Τίτο, που συνδύαζε τον γιουγκοσλαβικό αλυτρωτισμό και τον αντάρτικο επαναστατικό ζήλο, ενοχλούσε όλο και περισσότερο τον Στάλιν. Σύμφωνα με την Επίσημη βρετανική ιστορία του Β Παγκόσμιου, μετά τον Μάιο του 1945 στους στρατιωτικούς κύκλους της Δύσης πίστευαν ευρέως ότι αν ξεσπούσε σύντομα ο Γ’ Παγκόσμιος, αυτός θα ξεκινούσε από την περιοχή της Τεργέστης. Όμως ο Στάλιν δεν ήθελε να προκαλέσει Γ’ Παγκόσμιο και σίγουρα όχι για μια ασήμαντη περιοχή της βορειοανατολικής Ιταλίας. Ενοχλούνταν, επίσης, βλέποντας το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα να έρχεται σε δύσκολη θέση λόγω των μη δημοφιλών εδαφικών βλέψεων του κομμουνιστή γείτονα της Ιταλίας.

Για όλους αυτούς τους λόγους, το καλοκαίρι του 1947 ο Στάλιν ήταν εξοργισμένος με τη Γιουγκοσλαβία. Δεν μπορεί να ήταν ευχαριστημένος από το ότι ο σιδηροδρομικός σταθμός της Σόφιας ήταν γεμάτος αφίσες του Τίτο πλάι στις αφίσες του Στάλιν και του Δημητρόφ, και οι Ούγγροι κομμουνιστές είχαν αρχίσει να λένε ότι θα ακολουθούσαν το γιουγκοσλαβικό μοντέλο κομμουνιστικής εξουσίας. Ακόμη και ο δουλικά πιστός Ράκοσι έπλεξε το εγκώμιο του Τίτο στον ίδιο τον Στάλιν σε μια συνάντηση στη Μόσχα στα τέλη του 1947. Ο Τίτο δεν προκαλούσε μόνο διπλωματικές εμπλοκές στις σχέσεις της Σοβιετικής Ένωσης με τους Δυτικούς Συμμάχους, αλλά δημιουργούσε προβλήματα και στους κόλπους του ίδιου του διεθνούς Κομμουνιστικού κινήματος.

Για τους εξωτερικούς παρατηρητές, ο κομμουνισμός ήταν μια ενιαία πολιτική οντότητα, την οποία διαμόρφωνε και διηύθυνε το «Κέντρο» της Μόσχας. Όμως από τη σκοπιά του Στάλιν τα πράγματα ήταν πολύ πιο σύνθετα. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 έως το ξέσπασμα του πολέμου, η Μόσχα είχε κατορθώσει πράγματι να επιβάλει τον έλεγχό της στο κομμουνιστικό κίνημα σε ολόκληρο τον κόσμο, εκτός από την Κίνα. Όμως ο πόλεμος άλλαξε τα πάντα. Στον αγώνα της εναντίον των Γερμανών, η Σοβιετική Ένωση ήταν υποχρεωμένη να επικαλείται τον πατριωτισμό, την ελευθερία, τη δημοκρατία και πολλούς άλλους «αστικούς» στόχους. Ο κομμουνισμός εγκατέλειψε την επαναστατική αιχμή του και εντάχθηκε σκόπιμα στον ευρύ αντιφασιστικό συνασπισμό. Αυτή ήταν και η τακτική των προπολεμικών Λαϊκών Μετώπων, αλλά τη δεκαετία του 1930 η Μόσχα είχε καταφέρει να διατηρήσει τον στενό έλεγχο των κομμουνιστικών Κομμάτων των άλλων χωρών χρησιμοποιώντας ως μέσα την οικονομική βοήθεια, τις προσωπικές παρεμβάσεις και την τρομοκρατία.

Την περίοδο του πολέμου ο έλεγχος αυτός χάθηκε, γεγονός που συμβόλιζε η διάλυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς το 1943. Και η Μόσχα δεν ανέκτησε πλήρως αυτόν τον έλεγχο κατά τα πρώτα χρόνια μετά τον πόλεμο. Το γιουγκοσλαβικό κόμμα ήταν το μόνο στην Ευρώπη που κατέλαβε την εξουσία χωρίς την παρέμβαση των Σοβιετικών, όμως στην Ιταλία και τη Γαλλία τα κομμουνιστικά κόμματα, μολονότι διακήρυσσαν την πίστη τους στη Μόσχα, λειτουργούσαν σε καθημερινή βάση χωρίς συμβουλές ή καθοδήγηση από το εξωτερικό. Οι κομματικοί ηγέτες τους δεν ήταν κοινωνοί των προθέσεων του Στάλιν. Όπως και οι Τσέχοι, αλλά με ακόμη λιγότερη καθοδήγηση από την ΕΣΣΔ, ακολουθούσαν τον γαλλικό ή τον ιταλικό «δρόμο για τον σοσιαλισμό» συμμετέχοντας σε κυβερνήσεις συνασπισμού και θεωρώντας ότι οι εθνικοί και οι κομμουνιστικοί στόχοι μπορούσαν να είναι απολύτως συμβατοί.

Όλα αυτά άρχισαν να αλλάζουν το καλοκαίρι του 1947. Οι κομμουνιστές υπουργοί αποπέμφθηκαν από τις κυβερνήσεις της Γαλλίας και της Ιταλίας τον Μάιο του 1947. Ήταν κάτι που δεν το περίμεναν, και ο ηγέτης των Γάλλων κομμουνιστών Μωρίς Τορέζ εξακολούθησε για κάποιο διάστημα να θεωρεί ότι το κόμμα του θα μπορούσε σύντομα να επανέλθει στον κυβερνητικό συνασπισμό. Στο συνέδριο του κόμματός του τον Ιούνιο του 1947 στο Στρασβούργο, χαρακτήρισε «τυχοδιώκτες» όλους όσοι υποστήριζαν την ολοκληρωτική αντιπολίτευση. Οι κομμουνιστές στη Δυτική Ευρώπη δεν ήξεραν με σιγουριά ποια έπρεπε να είναι η στάση τους απέναντι στο Σχέδιο Μάρσαλ και την αντιλήφθηκαν με καθυστέρηση όταν ο Στάλιν το απέρριψε. Γενικώς, η επικοινωνία ανάμεσα στη Μόσχα και στα κομμουνιστικά κόμματα της Δύσης δεν ήταν καλή. Μετά την αποπομπή των Γάλλων κομμουνιστών από την κυβέρνηση, ο Αντρέι Ζντάνοφ έστειλε στον Τορέζ μια εμπιστευτική επιστολή (η οποία κοινοποιήθηκε -πράγμα που είχε την σημασία του -στον Τσέχο κομμουνιστή ηγέτη Γκότβαλντ): «Πολλοί πιστεύουν ότι οι ενέργειες των Γάλλων κομμουνιστών ήταν σχεδιασμένες από κοινού [με εμάς]. Ξέρετε ότι αυτό δεν είναι αλήθεια και ότι οι κινήσεις σας αποτέλεσαν μεγάλη έκπληξη για την Κεντρική Επιτροπή.»

Ήταν σαφές ότι στη Δύση οι κομμουνιστές είχαν μείνει πίσω σε σχέση με τις εξελίξεις. Λίγες εβδομάδες μετά την αποστολή της επιστολής στον Τορέζ στις 2 Ιουνίου, η Μόσχα σύναπτε εμπορικές συμφωνίες με τα γειτονικά και δορυφορικά της κράτη στην ανατολική Ευρώπη, ως μέρος μιας συντονισμένης αντίδρασης στο Σχέδιο Μάρσαλ και στην απειλή την οποία εκπροσωπούσε για τη σοβιετική επιρροή στην περιοχή. Η πολιτική συνεργασίας την οποία είχαν ακολουθήσει οι Τσεχοσλοβάκοι, οι Γάλλοι και οι Ιταλοί κομμουνιστές και έως τότε ενέκρινε σιωπηρά ο Στάλιν άρχισε να αντικαθίσταται ταχέως από τη στρατηγική της αντιπαράθεσης την οποία εξέφραζε η θεωρία των δύο αντίπαλων και ασυμφιλίωτων «στρατοπέδων», την οποία διακήρυξε ο Ζντάνοφ.

Για να εφαρμόσει τη νέα προσέγγιση, ο Στάλιν διοργάνωσε συνάντηση στη Σκλάρσκα Πορέμπα της Πολωνίας στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1947. Προσκλήθηκαν να συμμετάσχουν τα κομμουνιστικά κόμματα της Πολωνίας, της Ουγγαρίας, της Ρουμανίας, της Βουλγαρίας, της Τσεχοσλοβακίας, της Γιουγκοσλαβίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας και, φυσικά, της Σοβιετικής Ένωσης. Ο δηλωμένος σκοπός αυτής της συνάντησης ήταν η δημιουργία της Κομινφόρμ, του Γραφείου Πληροφόρησης των Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων, που θα διαδεχόταν την Κομμουνιστική Διεθνή και θα είχε ως καθήκον τον «συντονισμό» της διεθνούς δράσης των κομμουνιστών και την καλύτερη επικοινωνία ανάμεσα στη Μόσχα και τα κόμματα δορυφόρους. Όμως ο πραγματικός σκοπός τόσο αυτής της συνάντησης όσο και της Κομινφόρμ (που έκανε μόνο τρεις συναντήσεις και διαλύθηκε το 1956) ήταν να αποκαταστήσει τη σοβιετική ηγεμονία στο εσωτερικό του διεθνούς κινήματος.

Όπως ακριβώς είχε κάνει και με το ίδιο το μπολσεβίκικο κόμμα είκοσι χρόνια νωρίτερα, ο Στάλιν άρχισε να τιμωρεί και να δυσφημεί τη «δεξιά» παρέκκλιση. Στη Σκλάρσκα Πορέμπα οι Γάλλοι και οι Ιταλοί αντιπρόσωποι έγιναν αποδέκτες πατερναλιστικών κηρυγμάτων επαναστατικής στρατηγικής, τα οποία εκφώνησαν οι Γιουγκοσλάβοι αντιπρόσωποι Εντβαρτ Καρντέλι και Μίλοβαν Τζίλας, των οποίων την υποδειγματική «αριστερή στάση» εξύμνησαν οι Σοβιετικοί αντιπρόσωποι Ζντάνοφ και Μαλένκοφ. Οι Δυτικοί κομμουνιστές (μαζί με τους αντιπροσώπους του τσεχικού και του σλοβακικού κόμματος, τους οποίους ήταν σαφές ότι αφορούσε επίσης η κριτική) αιφνιδιάστηκαν. Η ειρηνική συνύπαρξη του είδους που είχαν επιδιώξει στην εσωτερική πολιτική είχε φτάσει στο τέλος της. Σχηματιζόταν ένα «αντιιμπεριαλιστικό δημοκρατικό στρατόπεδο» (σύμφωνα με τα λόγια του Ζντάνοφ) και έπρεπε να ακολουθηθεί μια νέα γραμμή. Στο εξής η Μόσχα περίμενε από τους κομμουνιστές να είναι πιο προσεκτικοί και να υποτάσσουν την πολιτική σχετικά με τη χώρα τους στα σοβιετικά συμφέροντα.

Μετά τη Σκλάρσκα Πορέμπα οι κομμουνιστές σε όλο τον κόσμο υιοθέτησαν συγκρουσιακές τακτικές: απεργίες, διαδηλώσεις, εκστρατείες κατά του Σχεδίου Μάρσαλ και στην ανατολική Ευρώπη επιτάχυνση της κατάληψης της εξουσίας. Η Κεντρική Επιτροπή του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος συγκλήθηκε στο Παρίσι στις 29-30 Οκτωβρίου 1947 και εγκαινίασε επισήμως μια εκστρατεία δυσφήμησης των πρώην σοσιαλιστών συμμάχων τους. Οι Ιταλοί κομμουνιστές χρειάστηκαν λίγο περισσότερο χρόνο για να κάνουν τη στροφή, αλλά και το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, στο συνέδριό του τον Ιανουάριο του Ι 948, υιοθέτησε μια «νέα πορεία» που θα εστίαζε στον «αγώνα για την ειρήνη».

Οι Δυτικοευρωπαίοι κομμουνιστές σίγουρα επλήγησαν από τις συνέπειες αυτής της στροφής. Περιθωριοποιήθηκαν στο εσωτερικό των χωρών τους, και στην περίπτωση της Ιταλίας είχαν απώλειες στις βουλευτικές εκλογές τον Απρίλιο του 1948. στις οποίες το Βατικανό και η αμερικανική πρεσβεία παρενέβησαν έντονα υπέρ της αντικομμουνιστικής πλευράς. (6) Όμως αυτό δεν είχε σημασία. Σύμφωνα με το δόγμα των «δύο στρατοπέδων» του Ζντάνοφ, τώρα οι κομμουνιστές στο δυτικό στρατόπεδο περιορίζονταν σε δευτερεύοντα ρόλο αντιπολίτευσης.

Θα μπορούσε κάποιος να σκεφτεί ότι τώρα η υπερεπαναστατικότητα των Γιουγκοσλάβων, που έως τότε αποτελούσε πρόσκομμα στη διπλωματία του Στάλιν, θα ήταν πλέον ατού, και αυτό είχε δείξει η Σκλάρσκα Πορέμπα, όπου είχε δοθεί πρωταγωνιστικός ρόλος στο γιουγκοσλαβικό κόμμα. Είναι σίγουρο ότι οι Γάλλοι, οι Ιταλοί και οι άλλοι αντιπρόσωποι ποτέ δεν συγχώρησαν στους Γιουγκοσλάβους το συγκαταβατικά ύφος τους ανωτερότητας και υπεροχής στη Σκλάρσκα Πορέμπα. Μετά τη ρήξη ανάμεσα στη Γιουγκοσλαβία και τη Σοβιετική Ένωση, οι κομμουνιστές σε ύλες τις χώρες καταδίκασαν με μεγάλη ευχαρίστηση την «τιτοϊκή παρέκκλιση» και δεν χρειάστηκαν ιδιαίτερη ενθάρρυνση από τους Σοβιετικούς για να επικρίνουν και να χλευάσουν τους Βαλκάνιους συντρόφους που έπεσαν σε δυσμένεια.

Η ρήξη Τίτο-Στάλιν άρχισε δημοσίως όταν ο Στάλιν καταδίκασε την ιδέα της Βαλκανικής Ομοσπονδίας τον Φεβρουάριο του 1948 και οι Σοβιετικοί σταμάτησαν τις εμπορικές διαπραγματεύσεις, ενέργεια την οποία ακολούθησε τον επόμενο μήνα η ανάκληση των Σοβιετικών στρατιωτικών και πολιτικών συμβούλων από το Βελιγράδι. Ακολούθησαν μια σειρά επίσημες ανακοινώσεις και καταγγελίες στις οποίες και οι δύο πλευρές ισχυρίζονταν ότι είχαν τις καλύτερες των προθέσεων, και η κρίση κορυφώθηκε με την άρνηση του Τίτο να παραστεί στην προσεχή δεύτερη σύνοδο της Κομινφόρμ.

Η ρήξη ολοκληρώθηκε σε αυτή τη σύνοδο, στις 28 Ιουνίου 1948, με την επίσημη απόφαση να αποβληθεί η Γιουγκοσλαβία από την Κομινφόρμ, λόγω της αποτυχίας της να αναγνωρίσει τον ηγετικό ρόλο του Κόκκινου Στρατού και της ΕΣΣΔ στην απελευθέρωση και στον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της χώρας. Επισήμως το Βελιγράδι κατηγορήθηκε ότι εφάρμοζε εθνικιστική εξωτερική πολιτική και ακολουθούσε λανθασμένες πολιτικές στο εσωτερικό της χώρας. Στην πραγματικότητα, η Γιουγκοσλαβία αντιπροσώπευε το διεθνές ισοδύναμο μιας «αριστερής αντιπολίτευσης» στη μονοπώληση της εξουσίας από τον Στάλιν, και επομένως η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη. Ο Στάλιν έπρεπε να συντρίψει τον Τίτο για να καταστήσει σαφές στους κομμουνιστές συντρόφους του Τίτο ότι η Μόσχα δεν θα ανεχόταν διαφωνίες.

Όμως ο Τίτο δεν συνετρίβη. Εντούτοις, τόσο ο ίδιος όσο και η χώρα του ήταν πιο ευάλωτοι απ’ όσο έδειχναν τότε, και χωρίς την αυξανόμενη υποστήριξη της Δύσης ο Τίτο θα είχε δυσκολευτεί να αντέξει το σοβιετικό οικονομικό μποϊκοτάζ -το 1948 το 46% του γιουγκοσλαβικού εμπορίου διεξαγόταν με τον σοβιετικό συνασπισμό, ποσοστό που μειώθηκε στο 14% έναν χρόνο αργότερα- και τη σοβαρή απειλή σοβιετικής επέμβασης. Οι Γιουγκοσλάβοι δέχθηκαν πολύ σκληρή κριτική για την πείσμονα εμμονή στη στάση τους. Στη διάρκεια των δύο επόμενων ετών οι επιθέσεις της Κομινφόρμ συνεχίστηκαν με εντεινόμενο ρυθμό. Σύμφωνα με το πλούσιο λενινιστικό υβρεολόγιο, ο Τίτο έγινε «ο Ιούδας Τίτο και οι συνεργοί του», «ο νέος τσάρος των απανταχού Σέρβων και όλης της γιουγκοσλαβικής μπουρζουαζίας». Οι οπαδοί του ήταν «ποταποί προδότες και μισθοφόροι του ιμπεριαλισμού», «μοχθηροί κήρυκες του στρατοπέδου του πολέμου και του θανάτου, δόλιοι πολεμοκάπηλοι και άξιοι κληρονόμοι του Χίτλερ». Το Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας καταδικάστηκε ως «συμμορία κατασκόπων, προβοκατόρων και δολοφόνων», «σκυλιά δεμένα με αμερικανικά λουριά, που ροκανίζουν ιμπεριαλιστικά κόκαλα και γαβγίζουν για αμερικανικά κεφάλαια».

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι επιθέσεις εναντίον του Τίτο και των οπαδών του συνέπεσαν με την πλήρη άνθηση της προσωπολατρίας του Στάλιν, τις εκκαθαρίσεις και τις στημένες δίκες των επόμενων χρόνων.

Γιατί δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πράγματι ο Στάλιν θεωρούσε τον Τίτο απειλή και πρόκληση και φοβόταν τη διαβρωτική επιρροή του Τίτο στην τυφλή αφοσίωση και υπακοή των άλλων κομμουνιστικών καθεστώτων και κομμάτων. Η επιμονή της Κομινφόρμ να μιλά στα περιοδικά και στις άλλες εκδόσεις της για «ένταση της ταξικής πάλης στη μετάβαση από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό» και για τον «ηγετικό ρόλο» του κόμματος ενείχε τον κίνδυνο να υπενθυμίσει ότι αυτή ακριβώς ήταν η πολιτική του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας από το 1945 και μετά. Γι’ αυτό δινόταν έμφαση στην αφοσίωση στη Σοβιετική Ένωση και στον Στάλιν, στην απόρριψη κάθε «εθνικού» ή «ιδιαίτερου» δρόμου για τον σοσιαλισμό και στην απαίτηση για «διπλασιασμό της επαγρύπνησης». Άρχιζε η δεύτερη σταλινική εποχή των παγετώνων.

Αν ο Στάλιν κατέβαλλε τόσες προσπάθειες για να επιβεβαιώσει ξανά και ξανά την εξουσία του στην ανατολική Ευρώπη, αυτό οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στο ότι έχανε την πρωτοβουλία των κινήσεων στη Γερμανία. (7) Την 1 Ιουνίου 1948, κατά τη διάρκεια της διάσκεψής τους στο Λονδίνο, οι Δυτικοί Σύμμαχοι ανακοίνωσαν τα σχέδιά τους για τη δημιουργία ξεχωριστού δυτικογερμανικού κράτους. Στις 18 Ιουνίου ανακοινώθηκε η καθιέρωση νέου νομίσματος, του Deutsche Mark (γερμανικού μάρκου), και τρεις ημέρες αργότερα τέθηκε σε κυκλοφορία (τα χαρτονομίσματα είχαν τυπωθεί με μεγάλη μυστικότητα στις ΗΠΑ και είχαν μεταφερθεί στη Φρανκφούρτη με αμερικανική στρατιωτική συνοδεία). Το παλιό Reichsmark αποσύρθηκε, και κάθε κάτοικος της Γερμανίας δικαιούνταν να ανταλλάξει μόνο σαράντα Reichsmark με τα νέα μάρκα σε αναλογία 1:1 και τα υπόλοιπα σε αναλογία 1:10. Το νέο νόμισμα, παρότι αρχικά δεν ήταν δημοφιλές (επειδή εξανεμίστηκαν οι αποταμιεύσεις, προκάλεσε αύξηση των πραγματικών τιμών και κατέστησε τα προϊόντα απρόσιτα για τους περισσότερους ανθρώπους), έγινε γρήγορα δεκτό, καθώς τα καταστήματα γέμισαν με αγαθά που οι αγρότες και οι έμποροι ήταν πλέον πρόθυμοι να πουλήσουν σε καθορισμένες τιμές έναντι ενός αξιόπιστου νομίσματος.

Στις 23 Ιουνίου οι σοβιετικές αρχές αντέδρασαν θέτοντας σε κυκλοφορία το νέο ανατολικογερμανικό μάρκο και διακόπτοντας τη σιδηροδρομική επικοινωνία μεταξύ Βερολίνου και Δυτικής Γερμανίας (τρεις εβδομάδες αργότερα θα έκλειναν και τις υδάτινες οδούς). Την επόμενη ημέρα η δυτική στρατιωτική διοίκηση στο Βερολίνο εμπόδισε τις προσπάθειες των Σοβιετικών να επεκτείνουν το νέο νόμισμα της ανατολικής ζώνης στο Δυτικό Βερολίνο, σημαντικό ζήτημα αρχής, αφού η πόλη του Βερολίνου ήταν υπό τον έλεγχο τεσσάρων δυνάμεων, και έως τότε η δυτική ζώνη του δεν είχε αντιμετωπιστεί ως τμήμα της κατεχόμενης από τους Σοβιετικούς ανατολικής Γερμανίας. Ενώ τα σοβιετικά στρατεύματα επέβαλαν ακόμη αυστηρότερους ελέγχους στις χερσαίες επικοινωνίες της πόλης, oι κυβερνήσεις των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας αποφάσισαν τη δημιουργία αερογέφυρας για τον ανεφοδιασμό των ζωνών υπό τον έλεγχό τους, και στις 26 Ιουνίου το πρώτο μεταγωγικό αεροπλάνο προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο Τέμπελχοφ στο (Δυτικό) Βερολίνο.

Η αερογέφυρα του Βερολίνου διατηρήθηκε έως τις 12 Μαΐου 1949. Στους έντεκα αυτούς μήνες οι Δυτικοί Σύμμαχοι απέστειλαν περίπου 2,3 εκατ. τόνους τρόφιμα με 277.500 πτήσεις, με τίμημα τη ζωή 73 αεροπόρων των συμμαχικών δυνάμεων. Με τον αποκλεισμό του Βερολίνου, ο Στάλιν στόχευε να εξαναγκάσει τους Δυτικούς είτε να εγκαταλείψουν την πόλη (εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι στα Πρωτόκολλα του Πότσνταμ δεν περιλαμβανόταν καμιά γραπτή εγγύηση για τη χερσαία πρόσβαση των Συμμάχων σε αυτό) είτε να εγκαταλείψουν τα σχέδιά τους για ξεχωριστό δυτικογερμανικό κράτος. Στην πραγματικότητα ο Στάλιν ήθελε να μη δημιουργηθεί ξεχωριστό δυτικογερμανικό Κράτος (το Βερολίνο ήταν γι’ αυτόν διαπραγματευτικό χαρτί), αλλά στο τέλος δεν μπόρεσε να επιτύχει κανέναν από τους δύο στόχους.

Οι Δυτικοί Σύμμαχοι κατόρθωσαν όχι μόνο να κρατήσουν την περιοχή τους στο Βερολίνο (γεγονός που εξέπληξε τόσο τους ίδιους όσο και τους ευγνώμονες κατοίκους του Δυτικού Βερολίνου), αλλά επιπλέον ο σοβιετικός αποκλεισμός αμέσως μετά το πραξικόπημα στην Πράγα ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την αποφασιστικότητά τους να προχωρήσουν στη συγκρότηση της Δυτικής Γερμανίας, επειδή καθιστούσε τη διαίρεση της χώρας πιο ευπρόσδεκτη από τους ίδιους τους Γερμανούς. Η Γαλλία προσχώρησε στη Διζωνία τον Απρίλιο του 1949, κι έτσι δημιουργήθηκε μια ενιαία δυτικογερμανική οικονομική οντότητα με 49 εκατ. κατοίκους (έναντι μόλις 17 εκατ. στη σοβιετική ζώνη).

Όπως οι περισσότεροι ριψοκίνδυνοι διπλωματικοί χειρισμοί του Στάλιν, ο αποκλεισμός του Βερολίνου ήταν αποτέλεσμα αυτοσχεδιασμού και δεν αποτελούσε μέρος ενός καλά σχεδιασμένου επιθετικού σχεδίου (μολονότι δύσκολα θα μπορούσαμε να κατηγορήσουμε τη Δύση για το ότι δεν το γνώριζε εκείνη την εποχή). Ο Στάλιν δεν ήταν διατεθειμένος να προχωρήσει σε πόλεμο για το Βερολίνο.(8 )

Έτσι, όταν ο αποκλεισμός απέτυχε, ο Σοβιετικός ηγέτης άλλαξε τακτική. Στις 31 Ιανουαρίου 1949 πρότεινε δημοσίως την άρση του αποκλεισμού με αντάλλαγμα τη αναβολή των σχεδίων για τη δημιουργία δυτικογερμανικού Κράτους. Οι Δυτικοί Σύμμαχοι δεν είχαν καμιά πρόθεση να προβούν σε αυτή την παραχώρηση, αλλά συμφώνησαν να γίνει συνάντηση για να συζητήσουν το ζήτημα. Στις 12 Μαΐου η Σοβιετική Ένωση έδωσε τέλος στον αποκλεισμό με αντάλλαγμα τίποτα περισσότερο από μια σύνοδο των υπουργών Εξωτερικών. η οποία ορίστηκε για τις 23 Μαΐου.

Η σύνοδος πράγματι έγινε και κράτησε έναν μήνα, αλλά, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν κατέληξε πουθενά. Μάλιστα, η σύνοδος μόλις είχε αρχίσει όταν το κοινοβουλευτικό συμβούλιο της Δυτικής Γερμανίας, που είχε συγκληθεί στη Βόννη, ψήφισε τον «Βασικό Νόμο», βάσει του οποίου εγκαθιδρυόταν δυτικογερμανική κυβέρνηση. Μία εβδομάδα αργότερα ο Στάλιν αντέδρασε ανακοινώνοντας σχέδια για αντίστοιχο ανατολικογερμανικό κράτος. το οποίο ιδρύθηκε επισήμως στις 7 Οκτωβρίου.(9)

Κατά τη λήξη της συνόδου, στις 20 Ιουνίου, η στρατιωτική διοίκηση της Δυτικής Γερμανίας είχε αντικατασταθεί ήδη από ύπατους αρμοστές από τις ΗΠΑ, τη Βρετανία και τη Γαλλία. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είχε γεννηθεί, αν και οι Σύμμαχοι διατήρησαν ορισμένες εξουσίες παρέμβασης, καθώς και το δικαίωμα να ανακτήσουν την άσκηση της εξουσίας από τους ίδιους εφόσον το έκριναν απαραίτητο. Στις 15 Σεπτεμβρίου 1949, μετά την επιτυχία του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος στις εκλογές έναν μήνα νωρίτερα, ο Κόνραντ Αντενάουερ έγινε ο Πρώτος καγκελάριος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας.

Η κρίση του Βερολίνου είχε τρία σημαντικά αποτελέσματα. Πρώτον, οδήγησε άμεσα στη δημιουργία δύο γερμανικών κρατών, έκβαση την οποία κανείς από τους Συμμάχους δεν επιδίωκε τέσσερα χρόνια νωρίτερα. Για τις δυτικές δυνάμεις, η δημιουργία δύο γερμανικών Κρατών είχε γίνει δελεαστικός και εφικτός στόχος.

Πράγματι, παρά τις υποκριτικές συνηγορίες υπέρ της ενοποίησης της Γερμανίας, κανένας δεν βιαζόταν να την δει να πραγματοποιείται. Όπως έλεγε εννιά χρόνια αργότερα ο Βρετανός πρωθυπουργός Χάρολντ Μακμίλαν στον πρόεδρο Σαρλ ντε Γκωλ, όταν ο τελευταίος τον ρώτησε τι γνώμη είχε για το ενδεχόμενο μιας ενιαίας Γερμανίας: «Θεωρητικώς. Θεωρητικώς πρέπει πάντοτε να υποστηρίζουμε την επανένωση. Αυτό δεν ενέχει κανέναν κίνδυνο.» Για τον Στάλιν, από τη στιγμή που εκτίμησε ότι δεν μπορούσε ούτε να ανταγωνιστεί τους Συμμάχους στην προσπάθεια προσεταιρισμού των Γερμανών ούτε να τους αναγκάσει να εγκαταλείψουν τα σχέδιά τους, ένα ξεχωριστό Κομμουνιστικό γερμανικό κράτος ήταν το λιγότερο κακό αποτέλεσμα.

Δεύτερον, η κρίση του Βερολίνου υποχρέωσε τις Ηνωμένες Πολιτείες να δεσμευτούν για πρώτη φορά ότι θα διατηρούσαν σημαντική στρατιωτική παρουσία στην Ευρώπη για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα. Αυτό ήταν επίτευγμα του Βρετανού υπουργού Εξωτερικών Έρνεστ Μπέβιν, ο οποίος παρακίνησε με επιτυχία τους Αμερικανούς να οργανώσουν την αερογέφυρα του Βερολίνου, από τη στιγμή που ο Μάρσαλ και ο στρατηγός Κλέυ (ο διοικητής των αμερικανικών στρατευμάτων στο Βερολίνο) διαβεβαίωσαν τον Τρούμαν ότι άξιζε τον κόπο να το διακινδυνεύσουν. Οι Γάλλοι ελάχιστα ενεπλάκησαν στην κρίση του Βερολίνου, γιατί από τις 18 Ιουλίου έως τις 10 Σεπτεμβρίου 1948 η χώρα αντιμετώπιζε πολιτική κρίση χωρίς σαφή κυβερνητική πλειοψηφία στο κοινοβούλιο.

Και τρίτον, που όμως ήταν απόρροια των δύο προηγούμενων, η κρίση του Βερολίνου είχε ως αποτέλεσμα να επανεξετάσουν οι Δυτικοί τούς στρατιωτικούς υπολογισμούς τους. Αν η Δύση σκόπευε να προστατεύει τους Γερμανούς από σοβιετική επίθεση, τότε θα έπρεπε να διαθέτει τα αναγκαία μέσα. Με το ξεκίνημα της Κρίσης στο Βερολίνο, οι Αμερικανοί μετέφεραν στη Βρετανία στρατηγικά βομβαρδιστικά που μπορούσαν να φέρουν ατομικές βόμβες (εκείνη την εποχή οι ΗΠΑ διέθεταν 56). Όμως η Ουάσινγκτον δεν είχε καταλήξει σε κάποια πολιτική για τη χρήση των ατομικών βομβών (ο Τρούμαν ήταν ιδιαιτέρως απρόθυμος να εξετάσει τη χρησιμοποίησή τους), και στην περίπτωση σοβιετικής προέλασης η αμερικανική στρατηγική για την Ευρώπη εξακολουθούσε να προβλέπει την αποχώρηση από την ήπειρο.

Η επανεξέταση της στρατιωτικής πολιτικής ξεκίνησε με το πραξικόπημα της Πράγας. Μετά από αυτό η Ευρώπη μπήκε σε μια περίοδο αυξημένης ανασφάλειας, που στη διάρκειά της γινόταν πολύς λόγος περί πολέμου. Ακόμη και ο στρατηγός Κλέυ, ο οποίος δεν συνήθιζε τις φραστικές υπερβολές, συμμεριζόταν τον φόβο που επικρατούσε: «Για πολλούς μήνες, με βάση λογικές αναλύσεις, αισθανόμουν και πίστευα ότι ήταν απίθανο να γίνει πόλεμος για δέκα τουλάχιστον χρόνια. Τις τελευταίες εβδομάδες ένιωσα μια ανεπαίσθητη αλλαγή στη στάση των Σοβιετικών, την οποία δεν μπορώ να προσδιορίσω, αλλά η οποία μου δημιουργεί την αίσθηση ότι η αλλαγή μπορεί να συντελεστεί με δραματικά αιφνιδιαστικό τρόπο.» Αυτό το κλίμα επικρατούσε όταν το αμερικανικό Κογκρέσο ενέκρινε το Σχέδιο Μάρσαλ και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι υπέγραψαν το σύμφωνο των Βρυξελλών στις 17 Μαρτίου 1948.

Ωστόσο το Σύμφωνο των Βρυξελλών ήταν μια τυπική πεντηκονταετής συνθήκη που δέσμευε τη Βρετανία, τη Γαλλία και τις χώρες της Μπενελούξ «να συνεργαστούν στη λήψη μέτρων αμοιβαίας βοήθειας στην περίπτωση επανάληψης της γερμανικής επιθετικότητας», ενώ ήταν σαφές πως οι Ευρωπαίοι πολιτικοί συνειδητοποιούσαν όλο και περισσότερο ότι ήταν εκτεθειμένοι και αβοήθητοι στις σοβιετικές πιέσεις. Από αυτή την άποψη, ήταν πιο ευάλωτοι από ποτέ. Όπως θα σημείωνε εκ των υστέρων ο Ολλανδός υπουργός Εξωτερικών Ντιρκ Στίκερ: «Εμείς στην Ευρώπη είχαμε μόνο την προφορική δέσμευση του προέδρου Τρούμαν ότι η Αμερική θα μας υποστήριζε.»

Την πρωτοβουλία για μια νέα προσέγγιση απέναντι στην Ουάσινγκτον είχαν οι Βρετανοί. Σε ομιλία του στη Βουλή στις 22 Ιανουαρίου 1948, ο Μπέβιν δεσμευόταν εκ μέρους της Βρετανίας σε κοινή αμυντική στρατηγική με τους γείτονές της στην ηπειρωτική Ευρώπη, σε μια «Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση», με το επιχείρημα ότι οι βρετανικές ανάγκες στον τομέα της ασφάλειας δεν ήταν πλέον διακριτές από εκείνες της ηπειρωτικής Ευρώπης, τοποθέτηση που συνιστούσε σημαντική ρήξη με τη βρετανική προσέγγιση κατά το παρελθόν. Η Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση εγκαινιάστηκε επισήμως με το Σύμφωνο των Βρυξελλών, αλλά, όπως εξηγούσε ο Μπέβιν στον Μάρσαλ σε μήνυμά του στις 11 Μαρτίου, μια τέτοια διευθέτηση θα ήταν ημιτελής αν δεν επεκτεινόταν στην ιδέα της ενιαίας βορειοατλαντικής ασφάλειας, θέση την οποία ο Μάρσαλ έβλεπε όλο και πιο θετικά, καθώς ο Στάλιν είχε αρχίσει να ασκεί σημαντική πίεση στη Νορβηγία για να υπογράψει σύμφωνο «μη επίθεσης» με τη Σοβιετική Ένωση.

Έτσι, με παρότρυνση του Μπέβιν, έγιναν στην Ουάσινγκτον μυστικές συνομιλίες μεταξύ Βρετανών, Αμερικανών και Καναδών αντιπροσώπων για ένα σύμφωνο για την άμυνα του Ατλαντικού. Στις 6 Ιουλίου 1948, δέκα ημέρες μετά την έναρξη της αερογέφυρας του Βερολίνου και αμέσως μετά την αποπομπή της Γιουγκοσλαβίας από την Κομινφόρμ, έγιναν δεκτά στις συνομιλίες και άλλα μέλη του συμφώνου των Βρυξελλών, μεταξύ των οποίων οι δυσαρεστημένοι Γάλλοι, που ανακάλυψαν ότι για μία ακόμη φορά οι «Αγγλο-Αμερικανοί» έκαναν σχέδια για τον κόσμο πίσω από την πλάτη τους. Τον Απρίλιο του επόμενου έτους σι ΗΠΑ, ο Καναδάς και δέκα ευρωπαϊκά κράτη συμφώνησαν και υπέγραψαν την ίδρυση του Οργανισμού Βορειοατλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ).

Το ΝΑΤΟ αποτέλεσε σημαντική εξέλιξη. Στα τέλη του 1947 ελάχιστοι θα μπορούσαν να προβλέψουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα δεσμεύονταν σε μια ευρωπαϊκή στρατιωτική συμμαχία. Μάλιστα, υπήρχαν πολλοί στο αμερικανικό Κογκρέσο που ήταν εξαιρετικά απρόθυμοι να επικυρώσουν το Άρθρο 5 του Συμφώνου -το οποίο δέσμευε τα μέλη του ΝΑΤΟ να παράσχουν βοήθεια το ένα στο άλλο σε περίπτωση που δέχονταν επίθεση- και το Σύμφωνο εξασφάλισε την έγκριση του Κογκρέσου, ύστερα από συζητήσεις τριών μηνών, μόνο επειδή εμφανιζόταν ως ατλαντικό αμυντικό σύμφωνο και όχι ως ευρωαμερικανική συμμαχία. Πράγματι, ο Ντην Άτσεσον, όταν παρουσίασε τα επιχειρήματα της κυβέρνησης στη Γερουσία, φρόντισε να επιμείνει ότι η Αμερική δεν θα ανέπτυσσε σημαντικές χερσαίες δυνάμεις στην Ευρώπη.

Και αυτή ήταν όντως η πρόθεση των Αμερικανών. Ο λόγος για τον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες δεσμεύονταν για πρώτη φορά σε μια περίπλοκη ευρωπαϊκή συμμαχία ήταν ότι πολλοί στην Ουάσινγκτον έβλεπαν σε μεγάλο βαθμό το ΝΑΤΟ όπως έβλεπαν και το Σχέδιο Μάρσαλ: ως μέσο για να βοηθήσουν τους Ευρωπαίους να αποκτήσουν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και να χειριστούν τις υποθέσεις τους, σε αυτή την περίπτωση την άμυνά τους. Το ΝΑΤΟ αυτό καθαυτό δεν άλλαξε τίποτα στην ευρωπαϊκή στρατιωτική ισορροπία: από τις 14 μεραρχίες που στάθμευαν στη Δυτική Ευρώπη, μόνο 2 ήταν αμερικανικές. Οι Δυτικοί σύμμαχοι εξακολουθούσαν να υστερούν αριθμητικά σε αναλογία δώδεκα προς ένα. Το 1949 οι Αμερικανοί επιτελάρχες εκτιμούσαν ότι θα μπορούσε να οργανωθεί αποτελεσματική άμυνα στον Ρήνο το νωρίτερο το 1957. Σίγουρα ήταν πολύ ταιριαστό το ότι στις 9 Απριλίου 1949, στην τελετή υπογραφής του Συμφώνου του ΝΑΤΟ στο Constitutional Hall στην Ουάσινγκτον, η ορχήστρα έπαιζε το κομμάτι «I’ ve got plenty of nothing …».

Εντούτοις οι Ευρωπαίοι έβλεπαν διαφορετικά τα πράγματα. Οι Αμερικανοί δεν έδιναν μεγάλη σημασία στις στρατιωτικές συμμαχίες, όμως οι Ευρωπαίοι, όπως έλεγε ο Γουόλτερ Μπέντελ Σμιθ στους συναδέλφους του στην Υπηρεσία Πολιτικού Σχεδιασμού του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών, «δίνουν πολύ μεγαλύτερη σημασία από ό,τι δώσαμε ποτέ εμείς σε αυτά τα άχρηστα χαρτιά που υπόσχονται βοήθεια». Αυτό ίσως δεν ήταν καθόλου περίεργο: οι Ευρωπαίοι δεν είχαν τίποτε άλλο. Η Βρετανία ήταν τουλάχιστον νησί. Όμως οι Γάλλοι, όπως και όλοι οι άλλοι, ήταν ευάλωτοι όπως πάντα: στους Γερμανούς και τώρα και στους Ρώσους.

Έτσι, το ΝΑΤΟ ήταν διπλά ελκυστικό, ιδίως για τους Γάλλους. Πρώτον, θα μετατόπιζε τη γραμμή άμυνας εναντίον των σοβιετικών δυνάμεων ανατολικότερα από ό,τι μέχρι τότε. Όπως παρατηρούσε ο Τσαρλς Μπόλεν λίγους μήνες πριν από την υπογραφή του Συμφώνου: «Το δυσδιάκριτο στοιχείο στο οποίο είναι προσκολλημένοι [οι Γάλλοι], γιατί τους δίνει αυτοπεποίθηση, είναι το γεγονός ότι τα αμερικανικά στρατεύματα, ανεξάρτητα από την αριθμητική δύναμή τους, στέκονται ανάμεσα σε αυτούς και στον Κόκκινο Στρατό.» Δεύτερον και ίσως σημαντικότερο, το ΝΑΤΟ θα χρησίμευε ως αντασφάλεια εναντίον του γερμανικού ρεβανσισμού. Ουσιαστικά, η υπόσχεση προστασίας από το ΝΑΤΟ ήταν ο μόνος λόγος για τον οποίο η γαλλική κυβέρνηση, που είχε ακόμη ζωντανή στη μνήμη της την έκβαση του Α’ Παγκοσμίου, έδωσε την έγκρισή της για τη δημιουργία του δυτικογερμανικού Κράτους.

Οι Γάλλοι λοιπόν καλωσόρισαν το ΝΑΤΟ ως εγγύηση εναντίον μιας αναζωογονημένης Γερμανίας την οποία δεν είχαν μπορέσει να εξασφαλίσουν με διπλωματικά μέσα τα προηγούμενα τρία χρόνια. Οι Ολλανδοί και οι Βέλγοι έβλεπαν επίσης το ΝΑΤΟ ως εμπόδιο στον γερμανικό ρεβανσισμό στο μέλλον. Οι Ιταλοί συμπεριλήφθηκαν ώστε να ενισχυθεί η εσωτερική υποστήριξη στον Αλτσίντε ντε Γκάσπερι εναντίον της κριτικής των κομμουνιστών. Οι Βρετανοί θεωρούσαν το ΝΑΤΟ σημαντική επιτυχία στον αγώνα τους για τη δέσμευση των ΗΠΑ στην άμυνα της Ευρώπης. Και η κυβέρνηση Τρούμαν παρουσίασε τη συμφωνία στο Κογκρέσο και στον αμερικανικό λαό ως φραγμό στη σοβιετική επιθετικότητα στον Βόρειο Ατλαντικό. Γι’ αυτό είναι πράγματι πνευματώδης η παρατήρηση του λόρδου Ισμέυ, που ανέλαβε τη θέση του πρώτου Γενικού Γραμματέα του ΝΑΤΟ το 1952: σκοπός του Βορειοατλαντικού Συμφώνου ήταν να «κρατήσει τους Ρώσους έξω, τους Αμερικανούς μέσα και τους Γερμανούς κάτω».

Το ΝΑΤΟ ήταν μια μπλόφα. Όπως έγραφε στα απομνημονεύματά του ο Ντένις Χήλυ, μελλοντικός υπουργός Εξωτερικών της Βρετανίας, «για τους περισσότερους Ευρωπαίους το ΝΑΤΟ ήταν άχρηστο αν δεν μπορούσε να αποτρέψει έναν νέο πόλεμο. Δεν τους ενδιέφερε να διεξαγάγουν έναν ακόμη πόλεμο». Η πρωτοτυπία του Συμφώνου δεν βρισκόταν τόσο σε εκείνα που μπορούσε να πετύχει, όσο σε εκείνα που συμβόλιζε. Όπως το Σχέδιο Μάρσαλ και η Συνθήκη των Βρυξελλών από την οποία προέκυψε, το ΝΑΤΟ αντιπροσώπευε τη μεγαλύτερη αλλαγή που είχε συμβεί ποτέ στην Ευρώπη (και στις Ηνωμένες Πολιτείες) ως αποτέλεσμα του πολέμου: τη βούληση για ανταλλαγή πληροφοριών και συνεργασία στην άμυνα, στην ασφάλεια, στο εμπόριο, στις νομισματικές ρυθμίσεις και σε πολλά άλλα. Στο κάτω κάτω, μια ενιαία συμμαχική διοίκηση σε καιρό ειρήνης ήταν ανήκουστη παρέκκλιση από τη συνήθη πρακτική.

Όμως το ΝΑΤΟ δεν αναδύθηκε από τις συμφωνίες του 1949 στην ολοκληρωμένη μορφή του. Την άνοιξη του 1950 η Ουάσινγκτον ανησυχούσε ακόμη για το πώς θα εξηγούσε στους Γάλλους και στους άλλους Ευρωπαίους ότι η μόνη ρεαλιστική ελπίδα για τη δυτικοευρωπαϊκή άμυνα ήταν να επανεξοπλιστεί η Γερμανία, θέμα που προκαλούσε ανησυχία σε όλους και θεωρούνταν πιθανό να προκαλέσει κάποια απρόβλεπτη αντίδραση του Στάλιν. Πάντως καμιά χώρα δεν ήθελε να ξοδέψει πολύτιμους πόρους για τον επανεξοπλισμό της. Η ιδέα της ουδετερότητας -ως εναλλακτική δυνατότητα απέναντι στο ενδεχόμενο σύγκρουσης χωρίς μέσα άμυνας- είχε ολοένα μεγαλύτερη απήχηση τόσο στη Γερμανία όσο και στη Γαλλία. Αν εκείνη ακριβώς τη στιγμή δεν ξεσπούσε ο πόλεμος της Κορέας (υπόθεση πραγματικά λογική, αφού παραλίγο να μην ξεσπάσει), το γενικό περίγραμμα της πρόσφατης ευρωπαϊκής ιστορίας μπορεί να ήταν πολύ διαφορετικό.

Η υποστήριξη την οποία έδωσε ο Στάλιν στην εισβολή του Κιμ Ιλ Σουνγκ στη Νότια Κορέα στις 25 Ιουνίου 1950 ήταν ο πιο εσφαλμένος υπολογισμός τον οποίο έκανε ποτέ. Οι Αμερικανοί και οι Δυτικοευρωπαίοι έβγαλαν αμέσως το (λανθασμένο) συμπέρασμα ότι η Κορέα αποτελούσε αντιπερισπασμό ή προανάκρουσμα και θα ακολουθούσε η Γερμανία, συμπέρασμα το οποίο ενίσχυσε ο απερίσκεπτος κομπασμός του Βάλτερ Ούλμπριχτ ότι η Ομοσπονδιακή Γερμανία θα ήταν η επόμενη χώρα που θα έπεφτε. Μόλις οκτώ μήνες νωρίτερα η Σοβιετική Ένωση είχε πραγματοποιήσει επιτυχή δοκιμή ατομικής βόμβας, γεγονός που οδήγησε τους Αμερικανούς στρατιωτικούς εμπειρογνώμονες να υπερεκτιμήσουν τη σοβιετική πολεμική ετοιμότητα. Ωστόσο, ακόμη και έτσι, είναι σχεδόν βέβαιο ότι οι αυξήσεις του προϋπολογισμού τις οποίες απαιτούσε το έγγραφο αρ. 68 του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας (το οποίο παρουσιάστηκε στις 7 Απριλίου 1950) σχεδόν σίγουρα δεν θα είχαν εγκριθεί, αν δεν είχε εκδηλωθεί η επίθεση στην Κορέα.

Ο κίνδυνος ενός πολέμου στην Ευρώπη μεγαλοποιούνταν υπερβολικά, αλλά δεν ήταν εντελώς ανύπαρκτος. Ο Στάλιν εξέταζε πράγματι το ενδεχόμενο μιας επίθεσης -στη Γιουγκοσλαβία, και όχι στη Δυτική Γερμανία- αλλά εγκατέλειψε την ιδέα όταν είδε τους Δυτικούς να επανεξοπλίζονται. Και όπως ακριβώς η Δύση παρερμήνευσε τις προθέσεις των Σοβιετικών στην Κορέα, έτσι και ο Στάλιν, ο οποίος διέθετε ακριβείς πληροφορίες από τις υπηρεσίες πληροφοριών του για την ταχεία πολεμική προετοιμασία των ΗΠΑ που ακολούθησε, υπέθεσε εσφαλμένα ότι οι Αμερικανοί είχαν δικά τους επιθετικά σχέδια για τη δική του σφαίρα ελέγχου στην Ανατολική Ευρώπη. Όμως τότε δεν ήταν φανερό ότι αυτές οι υποθέσεις και αυτοί οι υπολογισμοί ήταν εσφαλμένοι, κι έτσι πολιτικοί και στρατηγοί προχωρούσαν όσο καλύτερα μπορούσαν βασιζόμενοι σε περιορισμένες πληροφορίες και στην πείρα τους.

Πράγματι, η κλίμακα του επανεξοπλισμού των Δυτικών ήταν εντυπωσιακή. Μετά την κήρυξη κατάστασης εκτάκτου εθνικής ανάγκης από τον πρόεδρο Τρούμαν, ο αμυντικός προϋπολογισμός των ΗΠΑ αυξήθηκε, από 15,5 δισ. δολάρια τον Αύγουστο του 1950, σε 70 δισ. τον Δεκέμβριο του επόμενου έτους. Έως το 1952-1953 οι αμυντικές δαπάνες αντιστοιχούσαν στο 17,8% του ΑΕΠ των ΗΠΑ, έναντι μόλις 4,7% το 1949. Ανταποκρινόμενοι στο αίτημα της Ουάσινγκτον, οι σύμμαχοι της Αμερικής στο ΝΑΤΟ αύξησαν επίσης τις αμυντικές δαπάνες τους. Ενώ από το 1946 και μετά οι βρετανικές αμυντικές δαπάνες μειώνονταν σταθερά, το 1951-1952 έφτασαν σχεδόν στο 10% του ΑΕΠ, αυξανόμενες με ταχύτερους ρυθμούς απ’ ό,τι στη διάρκεια του πυρετώδους επανεξοπλισμού τα χρόνια αμέσως πριν από τον πόλεμο. Σε όλα τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ οι μεταπολεμικές αμυντικές δαπάνες κορυφώθηκαν τη διετία 1951-1953.

Όμως και ο οικονομικός αντίκτυπος αυτής της απότομης αύξησης των στρατιωτικών επενδύσεων ήταν πρωτοφανής. Ιδιαιτέρως η Γερμανία κατακλύστηκε από παραγγελίες για μηχανήματα, εργαλεία, οχήματα και άλλα προϊόντα για την παραγωγή των οποίων η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είχε εξαιρετικές δυνατότητες, τις οποίες ενίσχυε το γεγονός ότι απαγορευόταν στους Δυτικογερμανούς να κατασκευάζουν όπλα και άρα μπορούσαν να επικεντρώσουν τις προσπάθειές τους σε όλα τα άλλα. Μόνο η παραγωγή χάλυβα από τη Δυτική Γερμανία, η οποία ανερχόταν σε 2,5 εκατ. τόνους το 1946 και 9 εκατ. τόνους το 1949, έφτασε σχεδόν 15 εκατ. τόνους το 1953. Το έλλειμμα δολαρίων με την Ευρώπη και τον υπόλοιπο κόσμο μειώθηκε κατά 65% στη διάρκεια ενός μόνο έτους, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες δαπανούσαν τεράστια χρηματικά ποσά στο εξωτερικό για όπλα, αποθέματα πολεμοφοδίων, στρατιωτικές εγκαταστάσεις και τον εφοδιασμό των στρατευμάτων. Η FIAT στο Τορίνο σύναψε τα πρώτα συμβόλαιά της με τους Αμερικανούς για αεριωθούμενα κοντινής υποστήριξης (συμβόλαια τα οποία προώθησε για πολιτικούς λόγους η αμερικανική πρεσβεία στη Ρώμη).

Όμως οι οικονομικές ειδήσεις δεν ήταν όλες καλές. Η βρετανική κυβέρνηση αναγκάστηκε να περικόψει τις κοινωνικές δαπάνες προκειμένου να ανταποκριθεί στις αμυντικές υποχρεώσεις της, επιλογή που δίχασε το κυβερνών Εργατικό Κόμμα και συντέλεσε στην ήττα του στις εκλογές του 1951. Το κόστος διαβίωσης στη Δυτική Ευρώπη αυξανόταν, καθώς οι κρατικές δαπάνες τροφοδοτούσαν τον πληθωρισμό• στη Γαλλία οι τιμές καταναλωτή αυξήθηκαν κατά 40% μέσα σε δύο χρόνια μετά το ξέσπασμα του πολέμου της Κορέας. Ήταν σαφές ότι οι Δυτικοευρωπαίοι, που μόλις είχαν αρχίσει να καρπώνονται τα οφέλη του Σχεδίου Μάρσαλ, δεν μπορούσαν να αντέξουν για πολύ μια κατάσταση που ισοδυναμούσε με πολεμική οικονομία, και το 1951 ο αμερικανικός νόμος περί αμοιβαίας ασφάλειας αναγνώρισε αυτό το πρόβλημα και κατάργησε ουσιαστικά το Σχέδιο Μάρσαλ μετατρέποντάς το σε πρόγραμμα στρατιωτικής βοήθειας. Μέχρι τα τέλη του 1951 οι ΗΠΑ μεταβίβασαν σχεδόν 5 δισ. δολάρια για στρατιωτική βοήθεια στη Δυτική Ευρώπη.

Έτσι το ΝΑΤΟ μετατράπηκε, από ψυχολογικό στήριγμα της ευρωπαϊκής αυτοπεποίθησης, σε σημαντική στρατιωτική δέσμευση η οποία βασιζόταν στους φαινομενικά απεριόριστους πόρους της αμερικανικής οικονομίας και δέσμευε τους Αμερικανούς και τους συμμάχους τους σε μια άνευ προηγουμένου πολεμική προετοιμασία εν καιρώ ειρήνης, τόσο σε επίπεδο ανθρώπινου δυναμικού όσο και σε επίπεδο εξοπλισμών.

Ο στρατηγός Αϊζενχάουερ επέστρεψε στην Ευρώπη ως Ανώτατος Διοικητής των Συμμαχικών Δυνάμεων, ενώ το στρατιωτικό αρχηγείο και οι διοικητικές υπηρεσίες των συμμαχικών δυνάμεων εγκαταστάθηκαν στο Βέλγιο και στη Γαλλία. Ο Οργανισμός του Βορειοατλαντικού Συμφώνου ήταν πλέον αναμφισβήτητα μια συμμαχία. Το πρωταρχικό καθήκον του ήταν η «προωθημένη άμυνα» της Ευρώπης, όπως την αποκαλούσαν οι στρατιωτικοί σχεδιαστές, δηλαδή η αντιπαράθεση με τον Κόκκινο Στρατό στο μέσον της Γερμανίας. Στη συνάντηση του Συμβουλίου του ΝΑΤΟ στη Λισαβόνα τον Φεβρουάριο του 1952 συμφωνήθηκε ότι για να επιτελέσει η συμμαχία αυτόν τον ρόλο, θα έπρεπε να συγκροτήσει τουλάχιστον 96 νέες μεραρχίες μέσα σε δύο χρόνια.

Ωστόσο, παρά τη σημαντική και διαρκώς αυξανόμενη αμερικανική στρατιωτική παρουσία, υπήρχε μόνο ένας τρόπος για να πετύχει το ΝΑΤΟ τους στόχους του: ο επανεξοπλισμός της Δυτικής Γερμανίας. Λόγω της Κορέας οι Αμερικανοί αισθάνθηκαν υποχρεωμένοι να θέσουν αυτό το ευαίσθητο θέμα (ο Ντην Άτσεσον το έθεσε επισήμως για πρώτη φορά σε μια συνάντηση υπουργών Εξωτερικών τον Σεπτέμβριο του 1950), παρότι ο πρόεδρος Τρούμαν ήταν αρχικά επιφυλακτικός. Από τη μια, κανείς δεν ήθελε να δώσει όπλα στους Γερμανούς πέντε μόλις χρόνια μετά την απελευθέρωση της Ευρώπης, όμως από την άλλη, και κατ’ αναλογία προς τις οικονομικές δυσκολίες της Διζωνίας μόλις τρία χρόνια νωρίτερα, ήταν μάλλον ακατανόητο να ξοδεύονται δισεκατομμύρια για την άμυνα των Δυτικογερμανών από ρωσική επίθεση χωρίς να τους ζητηθεί να συμβάλουν και οι ίδιοι. Ακόμη και αν η Γερμανία γινόταν, όπως προσδοκούσαν ορισμένοι, ένα είδος ουδέτερης ζώνης μεταξύ δύο εχθρικών στρατοπέδων και μελλοντικό πεδίο μάχης, τότε δεν μπορούσε να παραβλεφθεί ο κίνδυνος αποξένωσης των Γερμανών και ενίσχυσης των τάσεων υπέρ της ουδετερότητας.

Φυσικά, η Μόσχα δεν θα έβλεπε με καλό μάτι τον επανεξοπλισμό της Δυτικής Γερμανίας. Όμως μετά τον Ιούνιο του 1950 οι ευαισθησίες των Σοβιετικών δεν συγκαταλέγονταν στους πρωταρχικούς παράγοντες που λαμβάνονταν υπόψη. Οι Βρετανοί, παρά τους δισταγμούς τους, δεν είχαν άλλη επιλογή από το να βρουν κάποιον τρόπο να εξοπλίσουν τη Γερμανία κρατώντας την ταυτοχρόνως υπό σταθερό συμμαχικό έλεγχο. Οι Γάλλοι ανέκαθεν αντιτάσσονταν σθεναρά και σταθερά στο να δοθούν όπλα σε γερμανικά χέρια, και σίγουρα η Γαλλία δεν είχε μπει στο ΝΑΤΟ για να το δει να μετατρέπεται σε «ομπρέλα» του επανεξοπλισμού της Γερμανίας. Η Γαλλία κατόρθωσε να μπλοκάρει και να αναβάλει τον επανεξοπλισμό της Γερμανίας έως το 1954. Ωστόσο, πολύ νωρίτερα, η γαλλική πολιτική είχε γνωρίσει έναν σημαντικό μετασχηματισμό που επέτρεψε στο Παρίσι να αποδεχθεί μάλλον ψύχραιμα την περιορισμένη αποκατάσταση της Γερμανίας. Δυσαρεστημένη και απογοητευμένη για τον υποβιβασμό της στην τελευταία θέση των μεγάλων δυνάμεων, η Γαλλία ανέλαβε έναν καινούργιο ρόλο ως παράγοντας δημιουργίας μιας νέας Ευρώπης.

ΣΥΧΕΖΙΖΕΤΑΙ

5. Όταν ο Τίτο έκλεισε τα σύνορα της Γιουγκοσλαβίας με την Ελλάδα τον Ιούλιο του 1949, μετά τη ρήξη του με τον Στάλιν, η αντίσταση των Ελλήνων κομμουνιστών κατέρρευσε σχεδόν αμέσως.

6. Στην πραγματικότητα το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα αύξησε λίγο τις ψήφους του στις εκλογές του 1948, αλλά μόνο εις βάρος των σοσιαλιστών, οι οποίοι είχαν πολύ μεγάλες απώλειες. Οι ψήφοι των νικητών χριστιανοδημοκρατών ξεπερνούσαν τις ψήφους όλης της Αριστεράς κατά τέσσερα εκατομμύρια.

7. Δεν ήταν τυχαίο που οι Σοβιετικοί σύμβουλοι αποσύρθηκαν από τη Γιουγκοσλαβία στις 18 Μαρτίου 1948, μόλις 48 ώρες πριν από την αποχώρηση του στρατηγού Σοκολόφσκι από τη σύσκεψη της Συμμαχικής Επιτροπής Ελέγχου στη Γερμανία.

8. Αν ήθελε να το κάνει, δεν υπήρχαν σοβαρά πρακτικά εμπόδια. Την άνοιξη του 1948 η Σοβιετική Ένωση διέθετε τριακόσιες μεραρχίες σε μικρή ακτίνα από το Βερολίνο. Οι ΗΠΑ είχαν μόλις 60.000 στρατιώτες σε ολόκληρη την Ευρώπη και από αυτούς μόνο 7.000 βρίσκονταν στο Βερολίνο.

9. Ο Βασικός Νόμος ήταν εσκεμμένα προσωρινός: «να δημιουργήσει μια νέα τάξη πραγμάτων στην πολιτική ζωή για μια μεταβατική περίοδο», δηλαδή μέχρι την επανένωση της χώρας.

Tony Judt: «Η Ευρώπη μετά τον πόλεμο», 2005.
Εκδόσεις: Καθημερινή. Τόμος Α΄ Κεφάλαιο V

Ο Τόνυ Τζαντ* αφηγείται με σαφήνεια και πυκνότητα αυτή την πολυσύνθετη ιστορία, όπως ξετυλίγεται κάτω από τη μόνιμη σκιά του ίδιου του πολέμου: την ανόρθωση της Ευρώπης μέσα από τα ερείπια, τις αποκλίνουσες εμπειρίες της Ανατολικής και της Δυτικής Ευρώπης, την παρακμή και την πτώση του σοβιετικού καθεστώτος και την άνοδο της ΕΟΚ και της ΕΕ, το τέλος των ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών, τις μεταβαλλόμενες σχέσεις της Ευρώπης με τις δύο μεγάλες δυνάμεις που την περιβάλλουν, τη Ρωσία και την Αμερική.

*0 Τόνυ Τζαντ γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1948. Σπούδασε στο King’ s College του Καίμπριτζ και στην Ecole Normale Superieure του Παρισιού. Δίδαξε στα Πανεπιστήμια του Καίμπριτζ, της Οξφόρδης, του Μπέρκλεϋ και της Νέας Υόρκης· στο τελευταίο ίδρυσε και διηύθυνε το Ινστιτούτο Ρεμάρκ για τη μελέτη της Ευρώπης. Έγραφε συχνά για το «New York Review of Books», το «London Review of Books» και τους «Times» Νέας Υόρκης. Το 2007 του απονεμήθηκε το Βραβείο Χάνα Άρεντ και το 2009 το Βραβείο Όργουελ για τη συνολική προσφορά του. Πέθανε τον Αύγουστο του 2010. Είναι ο συγγραφέας, μεταξύ πολλών άλλων, του «Postwar: A History of Europe Since 1945» (Βραβείο Arthur Ross του Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων και ένα από τα δέκα καλύτερα βιβλία του 2005 για το «Times Literary Supplement».)

Προηγουμενο αρθρο
Την Δάφνη Αγίου Δημητρίου υποδέχεται η Νίκη Λευκάδας
Επομενο αρθρο
Η Fraport «θωρακίζει» τα 14 περιφερειακά αεροδρόμια – Ανιχνευτές εκρηκτικών, στολές προστασίας, φιάλες οξυγόνου

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *