HomeΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣΗ έναρξη του Ψυχρού Πολέμου-Μέρος Δ’

Η έναρξη του Ψυχρού Πολέμου-Μέρος Δ’

Η ΕΥΡΩΠΗ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ: 1945-1953
Κεφάλαιο V
Η έναρξη του Ψυχρού Πολέμου

Το 1945 η Ευρώπη ήταν συντρίμμια, ρημαγμένη από τον πόλεμο, τους βομβαρδισμούς και τις μαζικές σφαγές. Ευρύτατες περιοχές της ανατολικής Ευρώπης περιέρχονταν στο σοβιετικό έλεγχο, αντικαθιστώντας τον παλιό δεσποτισμό μ’ έναν νέο. Σήμερα, η Σοβιετική Ένωση δεν υπάρχει πια και οι δημοκρατίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης φθάνουν μέχρι τα σύνορα της Ρωσίας.

Διαβάστε το Α’ Μέρος [εδώ].
Διαβάστε το Β’ Μέρος [εδώ].
Διαβάστε το Γ’ Μέρος [εδώ].

Μέρος Δ’

Η ιδέα της ευρωπαϊκής ένωσης με τη μία ή την άλλη μορφή δεν ήταν καινούργια. Τον δέκατο ένατο αιώνα στην κεντρική και στη δυτική Ευρώπη είχαν εμφανιστεί ποικίλες, περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένες τελωνειακές ενώσεις, ενώ ακόμη και πριν από τον Α’ Παγκόσμιο διεξάγονταν συζητήσεις με ιδεαλιστικά στοιχεία, οι οποίες βασίζονταν στην ιδέα ότι το μέλλον της Ευρώπης βρισκόταν στην ένωση των διαφόρων μερών της.

Ο ίδιος ο Α’ Παγκόσμιος, αντί να διαλύσει τα αισιόδοξα αυτά οράματα, φαίνεται πως τους έδωσε μεγαλύτερη δύναμη. Όπως επέμενε ο Αριστίντ Μπριάν, Γάλλος πολιτικός και ενθουσιώδης συντάκτης ευρωπαϊκών συμφώνων και προτάσεων, είχε έρθει η ώρα να ξεπεράσουν οι Ευρωπαίοι τις παλιές αντιπαλότητες και να αρχίσουν να σκέφτονται ευρωπαϊκά, να μιλούν ευρωπαϊκά, να αισθάνονται ευρωπαϊκά. Το 1924 ο Γάλλος οικονομολόγος Σαρλ Ζιντ συνυπέγραψε, μαζί με άλλους απ’ όλη την Ευρώπη, ένα κείμενο για τη δημιουργία μιας Διεθνούς Επιτροπής για την Ευρωπαϊκή Τελωνειακή Ένωση. Τρία χρόνια αργότερα, κάποιος αναπληρωτής υπουργός στο βρετανικό υπουργείο Εξωτερικών θα δήλωνε «έκπληκτος» για το μέγεθος του ενδιαφέροντος που υπήρχε στην ηπειρωτική Ευρώπη για την «πανευρωπαϊκή» ιδέα.

Αν δούμε τα πράγματα πιο πεζά. ο Α’ Παγκόσμιος είχε κάνει κατά έναν περίεργο τρόπο τους Γάλλους και τους Γερμανούς να αντιληφθούν καλύτερα την αλληλεξάρτησή τους. Από τη στιγμή που κόπασε η μεταπολεμική αναταραχή και το Παρίσι εγκατέλειψε τις άκαρπες προσπάθειές του να αποσπάσει πολεμικές αποζημιώσεις από τη Γερμανία διά της βίας, τον Σεπτέμβριο του 1926 η Γαλλία, η Γερμανία, το Λουξεμβούργο, το Βέλγιο και η (τότε αυτόνομη) περιοχή του Σάαρ υπέγραψαν ένα διεθνές Σύμφωνο Χάλυβα, το οποίο θα ρύθμιζε την παραγωγή χάλυβα και θα παρεμπόδιζε τη δημιουργία υπερβάλλουσας παραγωγικής ικανότητας.

Παρότι την επόμενη χρονιά συνυπέγραψαν το Σύμφωνο η Τσεχοσλοβακία, η Αυστρία και η Ουγγαρία, αυτό παρέμενε καρτέλ παραδοσιακού τύπου. Ωστόσο ο Γερμανός πρωθυπουργός Γκούσταφ Στρέσεμαν σίγουρα το θεώρησε εμβρυϊκή μορφή μελλοντικών διεθνικών συμφωνιών. Δεν ήταν ο μόνος.

Όπως και άλλα φιλόδοξα σχέδια της δεκαετίας του 1920, το Σύμφωνο Χάλυβα δεν επιβίωσε μετά την κρίση του 1929 και την ύφεση που επακολούθησε. Ωστόσο ήταν μια μορφή αναγνώρισης του γεγονότος που ήδη το 1919 ήταν σαφές για τους Γάλλους σιδηροβιομήχανους: η γαλλική βιομηχανία χάλυβα, από τη στιγμή που διπλασιάστηκε σε μέγεθος μετά την επιστροφή της Αλσατίας-Λοραίνης, θα εξαρτιόταν απολύτως από τον άνθρακα και το κοκ της Γερμανίας και επομένως θα έπρεπε να βρεθεί μια βάση μακροχρόνιας συνεργασίας. Και για τους Γερμανούς η κατάσταση ήταν εξίσου προφανής. Όταν οι ναζιστές κατέλαβαν τη Γαλλία το 1940 και έκλεισαν συμφωνία με τον Πεταίν για ένα σύστημα πληρωμών και παραδόσεων που αφορούσε την υποχρεωτική χρήση γαλλικών πόρων για τις ανάγκες της γερμανικής πολεμικής προσπάθειας, υπήρχαν πολλοί και στις δύο πλευρές οι οποίοι είδαν σε αυτή τη γαλλογερμανική «συνεργασία» το σπέρμα μια νέας «ευρωπαϊκής» οικονομικής τάξης πραγμάτων.

Έτσι ο Πιερ Πυσέ, ανώτερο διοικητικό στέλεχος του καθεστώτος του Βισύ, τον οποίο αργότερα εκτέλεσαν οι Ελεύθεροι Γάλλοι, οραματιζόταν μια μεταπολεμική ευρωπαϊκή τάξη πραγμάτων, στην οποία θα εξαλείφονταν οι τελωνειακοί φραγμοί και μια ενιαία ευρωπαϊκή οικονομία με ενιαίο νόμισμα θα περιλάμβανε ολόκληρη την ήπειρο. Το όραμα του Πυσέ, το οποίο συμμερίζονταν ο Άλμπερτ Σπέερ και πολλοί άλλοι, αποτελούσε ένα είδος εκσυγχρονισμού του Ηπειρωτικού Συστήματος του Ναπολέοντα υπό χιτλερική κηδεμονία και είχε απήχηση σε μια νεότερη γενιά Ευρωπαίων γραφειοκρατών και τεχνοκρατών οι οποίοι είχαν απογοητευτεί από την οικονομική πολιτική της δεκαετίας του 1930.

Ο λόγος που καθιστούσε αυτά τα σχέδια ιδιαιτέρως δελεαστικά ήταν ότι συνήθως παρουσιάζονταν με όρους κοινού πανευρωπαϊκού συμφέροντος, και όχι ως ιδιοτελείς προεκτάσεις ξεχωριστών εθνικών σχεδίων. Ήταν μάλλον «ευρωπαϊκά», παρά γερμανικά ή γαλλικά, και για όλους όσοι ήθελαν απεγνωσμένα να πιστέψουν ότι μπορεί να έβγαινε κάτι καλό από τη ναζιστική κατοχή αποτελούσαν αντικείμενο μεγάλου θαυμασμού στη διάρκεια του πολέμου. Το γεγονός ότι οι ίδιοι οι ναζιστές είχαν ενοποιήσει ήδη μεγάλο μέρος της Ευρώπης από τεχνική άποψη -καταργώντας σύνορα, απαλλοτριώνοντας περιουσίες, ενοποιώντας δίκτυα μεταφορών και ούτω καθεξής- έκανε την ιδέα ακόμη πιο αληθοφανή. Και το δέλεαρ μιας Ευρώπης απελευθερωμένης από το παρελθόν και τους αμοιβαίους ανταγωνισμούς της δεν είχε χαθεί ούτε στο εξωτερικό. Τέσσερα χρόνια μετά την ήττα του ναζισμού, τον Οκτώβριο του 1949, ο Τζωρτζ Κέναν θα ομολογούσε στον Ντην Άτσεσον ότι ενώ καταλάβαινε την ανησυχία για την αυξανόμενη σημασία της Γερμανίας στα δυτικοευρωπαϊκά πράγματα, «στη διάρκεια του πολέμου ζώντας εκεί πέρα, είχα συχνά την εντύπωση πως το στραβό στη νέα τάξη του Χίτλερ ήταν ότι ήταν του Χίτλερ».

Ο Κέναν διατύπωσε αυτή την άποψη κατ’ ιδίαν. Μετά το 1945 λίγοι ήταν διατεθειμένοι να πουν δημοσίως καλή κουβέντα για τη Νέα Τάξη στη διάρκεια του πολέμου, της οποίας την αναποτελεσματικότητα και την κακοβουλία μάλλον υποτιμούσε ο Κέναν. Η συνηγορία υπέρ της ενδοευρωπαϊκής οικονομικής συνεργασίας παρέμεινε, φυσικά, αμείωτη.

Για παράδειγμα, ο Ζαν Μονέ εξακολουθούσε να πιστεύει μετά τον πόλεμο, όπως και το 1943, ότι για να εξασφαλίσουν «ευημερία και κοινωνική πρόοδο… τα κράτη της Ευρώπης πρέπει να σχηματίσουν… μια “ευρωπαϊκή οντότητα” η οποία θα τα μετατρέψει σε ενιαίο σύνολο». Και υπήρχαν ένθερμοι υποστηρικτές του «Κινήματος για την Ευρωπαϊκή Ενότητα», που ιδρύθηκε τον Ιανουάριο του 1947 με προτροπή του Τσώρτσιλ.

Ο Γουίνστον Τσώρτσιλ υπήρξε πρώιμος και σημαντικός συνήγορος ενός είδους ευρωπαϊκής συνέλευσης. Στις 21 Οκτωβρίου 1942 έγραφε στον Άντονυ Ήντεν: «Οφείλω να παραδεχθώ ότι οι σκέψεις μου είναι επικεντρωμένες κυρίως στην Ευρώπη, στην αναβίωση του μεγαλείου της Ευρώπης… Θα ήταν ανυπολόγιστη καταστροφή αν ο ρωσικός μπολσεβικισμός υπερκάλυπτε τον πολιτισμό και την ανεξαρτησία των αρχαίων Κρατών της Ευρώπης. Αν και είναι δύσκολο να κρίνει κανείς από τώρα, πιστεύω ότι η ευρωπαϊκή οικογένεια μπορεί να λειτουργήσει ενωμένη υπό ένα Συμβούλιο της Ευρώπης.» Ωστόσο οι μεταπολεμικές πολιτικές συνθήκες φαίνονταν ακατάλληλες για τέτοια ιδεώδη. Το καλύτερο που μπορούσε να περιμένει κάποιος ήταν η δημιουργία ενός είδους φόρουμ ευρωπαϊκού διαλόγου, το οποίο και προτάθηκε από το συνέδριο του Κινήματος για την Ευρωπαϊκή Ενότητα στη Χάγη το 1948. Το «Συμβούλιο της Ευρώπης» που γεννήθηκε από αυτή την πρόταση ιδρύθηκε στο Στρασβούργο τον Μάιο του 1949, και η πρώτη του σύνοδος έγινε επίσης εκεί τον Αύγουστο του ίδιου έτους. Στη σύνοδο συμμετείχαν αντιπρόσωποι από τη Βρετανία, την Ιρλανδία, τη Γαλλία, τις χώρες της Μπενελούξ, την Ιταλία, τη Σουηδία, τη Δανία και τη Νορβηγία.

Το Συμβούλιο δεν είχε καμιά εξουσία και καμιά αρμοδιότητα, κανένα νομικό, νομοθετικό ή εκτελεστικό κύρος. Οι «αντιπρόσωποί» του δεν αντιπροσώπευαν κανέναν. Το σημαντικότερο πλεονέκτημά του ήταν το γεγονός και μόνο ότι υπήρχε, παρότι τον Νοέμβριο του 1950 εξέδωσε μια «Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα», η οποία τις επόμενες δεκαετίες έμελλε να αποκτήσει μεγαλύτερη σπουδαιότητα. Όπως επισήμανε και ο ίδιος ο Τσώρτσιλ σε ομιλία του στη Ζυρίχη στις 19 Σεπτεμβρίου 1946: «Το πρώτο βήμα για την αναδημιουργία της ευρωπαϊκής οικογένειας πρέπει να είναι η εταιρική σχέση ανάμεσα στη Γαλλία και τη Γερμανία.» Όμως, όπως είδαμε, τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια οι Γάλλοι δεν είχαν καμία διάθεση να οραματιστούν μια τέτοια συνεργασία.

Ωστόσο, οι μικροί γείτονές τους στον βορρά κινούνταν μάλλον ταχύτερα. Ακόμη και πριν από το τέλος του πολέμου οι εξόριστες κυβερνήσεις του Βελγίου, του Λουξεμβούργου και της Ολλανδίας υπέγραψαν τη «Συμφωνία της Μπενελούξ», που καταργούσε τους δασμολογικούς φραγμούς και άνοιγε τον δρόμο για την ελεύθερη μετακίνηση εργαζομένων, κεφαλαίων και υπηρεσιών μεταξύ αυτών των χωρών. Η Τελωνειακή ‘Ένωση της Μπενελούξ τέθηκε σε ισχύ την 1 η Ιανουαρίου 1948 και ακολούθησαν διερευνητικές συνομιλίες μεταξύ των χωρών της Μπενελούξ, της Γαλλίας και της Ιταλίας που αφορούσαν σχέδια για την επέκταση αυτής της συνεργασίας και σε άλλες χώρες. Όμως όλα αυτά τα ημιτελή σχέδια για μια «Μικρή Ευρώπη» ναυάγησαν στα ρηχά του γερμανικού προβλήματος.

Όλοι συμφωνούσαν, όπως συμπέραιναν σι διαπραγματευτές του Σχεδίου Μάρσαλ στο Παρίσι τον Ιούλιο του 1947, ότι «η γερμανική οικονομία θα πρέπει να ενταχθεί στην οικονομία της Ευρώπης με τέτοιον τρόπο ώστε να συμβάλει στην άνοδο του γενικού επιπέδου διαβίωσης». Το ερώτημα ήταν πώς; Η Δυτική Γερμανία, ακόμη και αφότου έγινε κράτος το 1949, δεν είχε οργανικούς δεσμούς με την υπόλοιπη ήπειρο, παρά μόνο μέσα από τους μηχανισμούς του Σχεδίου Μάρσαλ και της συμμαχικής κατοχής, που και οι δύο ήταν προσωρινοί. Οι περισσότεροι Δυτικοευρωπαίοι εξακολουθούσαν να θεωρούν τη Γερμανία απειλή, και όχι εταίρο. Οι Ολλανδοί εξαρτιόνταν ανέκαθεν οικονομικά από τη Γερμανία -έως το 1939 το 48% των «αόρατων» εσόδων της Ολλανδίας προερχόταν από τα γερμανικά εμπορεύματα που διακινούνταν μέσω των λιμανιών και τα καναλιών της Ολλανδίας -και γι’ αυτούς η οικονομική αναγέννησή της ήταν ζωτικής σημασίας. Όμως το 1947 μόνο το 29% του πληθυσμού της Ολλανδίας έβλεπε «φιλικά» τους Γερμανούς, και για την Ολλανδία ήταν σημαντικό η οικονομικά αναζωογονημένη Γερμανία να παραμείνει πολιτικά και στρατιωτικά αδύναμη. Την άποψη αυτή υποστήριζαν θερμά και στο Βέλγιο. Καμιά από τις δύο χώρες δεν προσέβλεπε σε συμφωνία με τη Γερμανία χωρίς το αντιστάθμισμα της καθησυχαστικής συμμετοχής της Μεγάλης Βρετανίας.

Τα διεθνή γεγονότα του 1948-1949 επέτρεψαν τελικά να ξεπεραστεί αυτό το αδιέξοδο. Με το πραξικόπημα της Πράγας, τη συμφωνία για τη δημιουργία δυτικογερμανικού κράτους, τον αποκλεισμό του Βερολίνου και τα σχέδια για το ΝΑΤΟ, Γάλλοι πολιτικοί όπως ο Ζωρζ Μπιντώ και ο Ρομπέρ Σουμάν αντιλήφθηκαν ότι η Γαλλία έπρεπε να αναθεωρήσει τη στάση της απέναντι στη Γερμανία. Έπρεπε να δημιουργηθεί μια δυτικογερμανική πολιτική οντότητα η οποία θα περιλάμβανε το Ρουρ και τη Ρηνανία -μόνο το μικροσκοπικό Σάαρ είχε αποσπαστεί προσωρινά από το κυρίως σώμα της Γερμανίας, και ο άνθρακας της περιοχής του Σάαρ δεν ήταν κατάλληλος για παραγωγή κοκ. Πώς θα μπορούσε να ελέγχεται η ανάπτυξη των πόρων αυτής της νέας Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και ταυτοχρόνως αυτοί οι πόροι να χρησιμοποιούνται σε όφελος της Γαλλίας;

Στις 30 Οκτωβρίου 1949 ο Ντην Άτσεσον έκανε έκκληση στον Σουμάν να πάρει η Γαλλία την πρωτοβουλία για την ενσωμάτωση του νέου δυτικογερμανικού Κράτους στις ευρωπαϊκές υποθέσεις. Οι Γάλλοι είχαν συνειδητοποιήσει απολύτως την ανάγκη να γίνει κάτι. Όπως θα υπενθύμιζε αργότερα ο Ζαν Μονέ στον Ζωρζ Μπιντώ, οι ΗΠΑ θα ενθάρρυναν σίγουρα τη νέα ανεξάρτητη Δυτική Γερμανία να αυξήσει την παραγωγή χάλυβα τόσο πολύ, που θα μπορούσε άνετα να κατακλύσει την αγορά και να αναγκάσει τη Γαλλία να θεσπίσει μέτρα προστασίας της δικής της βιομηχανίας χάλυβα, γεγονός που θα πυροδοτούσε την προσφυγή σε εμπορικούς πολέμους. Όπως είδαμε στο Κεφάλαιο 3, το σχέδιο του Μονέ -και μαζί με αυτό η αναγέννηση της Γαλλίας- εξαρτιόταν από την επιτυχή επίλυση αυτού του προβλήματος.

Σε αυτές τις συνθήκες ο Ζαν Μονέ πρότεινε στον υπουργό Εξωτερικών της Γαλλίας το «Σχέδιο Σουμάν», όπως έμεινε γνωστό στην ιστορία. Αυτό το σχέδιο συνιστούσε πραγματική διπλωματική επανάσταση, παρότι ήταν υπό διαμόρφωση επί πέντε χρόνια. Στην ουσία ήταν πολύ απλό. Με τα λόγια του Σουμάν: «Η γαλλική κυβέρνηση προτείνει όλη η παραγωγή άνθρακα και χάλυβα της Γαλλίας και της Γερμανίας να τεθεί υπό κοινή Ανώτατη Αρχή στο πλαίσιο ενός οργανισμού που θα είναι ανοιχτός στη συμμετοχή και άλλων χωρών της Ευρώπης.» Η πρόταση του Σουμάν, η οποία ήταν κάτι περισσότερο από ένα καρτέλ άνθρακα και χάλυβα, αλλά υπολειπόταν κατά πολύ ενός σχεδίου για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, αποτελούσε πρακτική λύση στο πρόβλημα που ταλάνιζε τη Γαλλία από το 1945. Στο σχέδιο του Σουμάν η Ανώτατη Αρχή θα είχε την εξουσία να ενθαρρύνει τον ανταγωνισμό, να καθορίζει την τιμολογιακή πολιτική, να κατευθύνει τις επενδύσεις, να αγοράζει και να πουλά εκ μέρους των συμμετεχόντων κρατών. Κυρίως όμως θα αποσπούσε τον έλεγχο της κοιλάδας του Ρουρ και άλλων πόρων ζωτικής σημασίας από τα γερμανικά χέρια. Αποτελούσε ευρωπαϊκή λύση σε ένα γαλλικό πρόβλημα ή μάλλον στο γαλλικό πρόβλημα.

Ο Ρομπέρ Σουμάν ανακοίνωσε το σχέδιό του στις 9 Μαΐου 1950 αφού την προηγούμενη ημέρα ενημέρωσε τον Ντην Άτσεσον. Οι Βρετανοί δεν έλαβαν καμιά προειδοποίηση. Ήταν μια ικανοποίηση για το Και ντ’ Ορσαί, αφού ήταν το πρώτο από μια σειρά μικρά αντίποινα για τις αποφάσεις τις οποίες είχαν λάβει οι Βρετανοί μαζί με τους Αμερικανούς χωρίς τη συμμετοχή του Παρισιού. Η πιο πρόσφατη από αυτές ήταν η μονομερής υποτίμηση της στερλίνας από τη Βρετανία κατά 30% μόλις οκτώ μήνες νωρίτερα, για την οποία είχαν ενημερωθεί εκ των προτέρων μόνο οι Αμερικανοί, ενώ οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες αναγκάστηκαν να προχωρήσουν και αυτές σε υποτίμηση του νομίσματός τους. Είναι ειρωνεία της τύχης ότι αυτή ακριβώς η υπόμνηση των κινδύνων οι οποίοι απέρρεαν από την ανανεωμένη οικονομική ιδιοτέλεια και την απουσία επικοινωνίας μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών ήταν ο παράγοντας που παρακίνησε τον Μονέ και άλλους να σκεφτούν τη λύση την οποία τώρα πρότειναν.

Η γερμανική κυβέρνηση καλωσόρισε αμέσως την πρόταση του Σουμάν όσο πιο θερμά μπορούσε. Στην ενθουσιώδη απάντησή του στον Σουμάν, ο Κόνραντ Αντενάουερ δήλωνε ότι «αυτό το σχέδιο της γαλλικής κυβέρνησης έδωσε νέα ώθηση για εποικοδομητική συνεργασία στις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών μας, οι οποίες κινδύνευαν να παραλύσουν από την έλλειψη εμπιστοσύνης και την επιφυλακτικότητα.» ‘Η όπως το έθεσε απερίφραστα στους συνεργάτες του: (Αυτή είναι η διέξοδός μας.) Ήταν η πρώτη φορά που η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έμπαινε σε διεθνή οργανισμό σε ισότιμη βάση με άλλα ανεξάρτητα Κράτη και τώρα θα γινόταν μέλος της δυτικής συμμαχίας, όπως επιθυμούσε ο Αντενάουερ.

Οι Γερμανοί ήταν οι πρώτοι που επικύρωσαν το Σχέδιο Σουμάν. Ακολούθησαν η Ιταλία και οι χώρες της Μπενελούξ, αν και οι Ολλανδοί αρχικά ήταν επιφυλακτικοί στο να δεσμευτούν χωρίς τους Βρετανούς. Όμως οι Βρετανοί απέρριψαν την πρόσκληση του Σουμάν, και χωρίς τη Βρετανία δεν υπήρχε περίπτωση να υπογράψουν τη συμφωνία οι Σκανδιναβοί. Έτσι αυτές οι έξι ευρωπαϊκές χώρες υπέγραψαν τον Απρίλιο του 1951 τη Συνθήκη του Παρισιού που ίδρυσε την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ανθρακα και Χάλυβα(ΕΚΑΧ).

Ίσως αξίζει να επισημάνουμε ένα στοιχείο της Κοινότητας που δεν πέρασε απαρατήρητο εκείνη την εποχή. Και οι έξι υπουργοί Εξωτερικών που υπέγραψαν τη συνθήκη το 1951 ήταν μέλη των αντίστοιχων χριστιανοδημοκρατικών κομμάτων. Και οι τρεις ηγετικές πολιτικές προσωπικότητες των κύριων Κρατών μελών ο Αλτσίντε ντε Γκάσπερι, ο Κόνραντ Αντενάουερ και ο Ρομπέρ Σουμάν- κατάγονταν από μεθοριακές περιοχές των χωρών τους: ο ντε Γκάσπερι από το Τρεντίνο της βορειοανατολικής Ιταλίας, ο Αντενάουερ από τη Ρηνανία και ο Σουμάν από τη Λοραίνη. Την εποχή που γεννήθηκε ο ντε Γκάσπερι και μέχρι να ενηλικιωθεί, το Τρεντίνο αποτελούσε Τμήμα της αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας, και ο ίδιος σπούδασε στη Βιέννη. Ο Σουμάν μεγάλωσε στη Λοραίνη κατά την περίοδο όπου ήταν ενσωματωμένη στη γερμανική αυτοκρατορία, και στα νιάτα του συμμετείχε σε καθολικές οργανώσεις, στις ίδιες στις οποίες συμμετείχε δέκα χρόνια νωρίτερα ο καταγόμενος από τη Ρηνανία Αντενάουερ. ‘Οταν οι τρεις άνδρες συναντήθηκαν, συνομίλησαν στα γερμανικά, την κοινή τους γλώσσα.

Και για τους τρεις, όπως και για τους χριστιανοδημοκράτες συναδέλφους τους από το δίγλωσσα Λουξεμβούργο, το δίγλωσσο και διπολιτισμικό Βέλγιο και την Ολλανδία, ένα σχέδιο ευρωπαϊκής συνεργασίας είχε τόσο πολιτιστική όσο και οικονομική σημασία, και θα μπορούσαν να το δουν λογικά ως συμβολή στην υπέρβαση της κρίσης του πολιτισμού η οποία συνέθλιψε την κοσμοπολίτικη Ευρώπη της νεότητάς τους. Η προοπτική συγχώνευσης της εθνικής κυριαρχίας των χωρών δεν ήταν λόγος ανησυχίας για τον Σουμάν και τους συναδέλφους του, οι οποίοι προέρχονταν από τις παρυφές των χωρών τους, όπου οι ταυτότητες ήταν από παλιά πολλαπλές και τα σύνορα ακαθόριστα. Και τα έξι κράτη-μέλη της νέας Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα είχαν δει πολύ πρόσφατα την εθνική τους κυριαρχία να περιφρονείται και να καταπατάται στον πόλεμο και την κατοχή: δεν τους απέμενε και πολλή κυριαρχία να χάσουν. Και η κοινή έγνοια την οποία είχαν ως χριστιανοδημοκράτες για την Κοινωνική συνοχή και τη συλλογική ευθύνη τούς προ- διέθετε να νιώθουν άνετα με την ιδέα μια διεθνικής «Ανώτατης Αρχής» η οποία θα ασκούσε την εκτελεστική εξουσία για το κοινό καλό.

Ωστόσο, βορειότερα, οι αντιλήψεις ήταν αρκετά διαφορετικές. Για τις προτεσταντικές σκανδιναβικές χώρες και την προτεσταντική Βρετανία (ή για την προτεσταντική οπτική ενός βόρειου Γερμανού όπως ο Σουμάχερ), η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα είχε απολυταρχική χροιά. Ο σοσιαλδημοκράτης Τάγκε Ερλάντερ, πρωθυπουργός της Σουηδίας από το 1948 έως το 1968, απέδιδε την αμφιθυμία του σχετικά με την προσχώρηση στη νέα Κοινότητα στο γεγονός ότι οι πολίτες της ήταν στη συντριπτική πλειοψηφία τους καθολικοί. Ο Κένεθ Γιάνγκερ, ανώτερος σύμβουλος του Μπέβιν, σημείωνε στο ημερολόγιό του στις 14 Μαΐου 1950, πέντε μέρες αφότου έμαθε για το Σχέδιο Σουμάν, ότι ενώ γενικά ήταν θετικός στην προοπτική της ευρωπαϊκής οικονομικής ολοκλήρωσης, οι νέες προτάσεις μπορεί «από την άλλη… να είναι απλώς ένα βήμα για τη συνένωση της καθολικής “μαύρης διεθνούς”, η οποία πάντα πίστευα ότι είναι η μεγάλη κινητήριος δύναμη που βρίσκεται πίσω από το Συμβούλιο της Ευρώπης». Εκείνη την εποχή αυτή η άποψη δεν ήταν ούτε ακραία ούτε ασυνήθιστη.

Η ΕΚΑΧ δεν ήταν μια «μαύρη διεθνής». Στην πραγματικότητα, δεν αποτελούσε καν ιδιαιτέρως αποτελεσματικό οικονομικό μοχλό, δεδομένου ότι η Ανώτατη Αρχή δεν ασκούσε το είδος της εξουσίας που επιδίωκε ο Μονέ. Αντ’ αυτού, όπως πολλές άλλες διεθνείς θεσμικές καινοτομίες εκείνων των χρόνων, παρείχε στην Ευρώπη τον απαραίτητο ψυχολογικό χώρο για να προχωρήσει μπροστά με ανανεωμένη αυτοπεποίθηση. Όπως εξηγούσε ο Αντενάουερ στον Μακμίλαν δέκα χρόνια αργότερα, στην πραγματικότητα η ΕΚΑΧ δεν ήταν καν οικονομικός οργανισμός (και από αυτή την άποψη η Βρετανία είχε δίκιο που δεν προσχώρησε). Δεν ήταν ένα σχέδιο ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, παρ’ όλες τις φαντασιώσεις του Μονέ, αλλά μάλλον ο ελάχιστος κοινός παρονομαστής του δυτικοευρωπαϊκού αμοιβαίου συμφέροντος την εποχή που υπογράφτηκε η συνθήκη. ‘Ηταν ένα πολιτικό όχημα με οικονομική μεταμφίεση, ένα τέχνασμα για να ξεπεραστεί η γαλλογερμανική εχθρότητα.

Στο μεταξύ, τα προβλήματα που προοριζόταν να αντιμετωπίσει η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα άρχισαν να επιλύονται. Το τελευταίο τρίμηνο του 1949 η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ανέκτησε τα επίπεδα βιομηχανικής παραγωγής του 1936 και έως το τέλος του 1950 τα είχε ξεπεράσει κατά ένα τρίτο. Το 1949 το εμπορικό ισοζύγιο της Δυτικής Γερμανίας με την Ευρώπη βασιζόταν στις εξαγωγές πρώτων υλών (κυρίως άνθρακα). ‘Εναν χρόνο αργότερα, το 1950, το εμπορικό ισοζύγιό της με την Ευρώπη ήταν αρνητικό, καθώς η Γερμανία κατανάλωνε τις πρώτες ύλες της στην εγχώρια βιομηχανία της. Το 1951 το ισοζύγιο ήταν και πάλι θετικό και θα εξακολουθούσε να είναι θετικό για πολλά χρόνια ακόμη χάρη στις γερμανικές εξαγωγές βιομηχανικών προϊόντων. Στο τέλος του 1951 οι γερμανικές εξαγωγές ήταν υπερεξαπλάσιες των εξαγωγών του 1948 και ο άνθρακας, τα τελικά προϊόντα και το εμπόριο της Γερμανίας τροφοδοτούσαν την ευρωπαϊκή οικονομική αναγέννηση -μάλιστα, στα τέλη της δεκαετίας του 1950, η Δυτική Ευρώπη θα δεινοπαθούσε από τις συνέπειες της υπεραφθονίας άνθρακα.

Ωστόσο δεν είναι καθόλου σαφές πόσα από αυτά μπορούν να αποδοθούν στην ΕΚΑΧ• ο παράγοντας που εκτίναξε στα ύψη την παραγωγή της δυτικογερμανικής βιομηχανίας ήταν ο πόλεμος της Κορέας, και όχι το Σχέδιο Σουμάν. Εντέλει, όμως, αυτό δεν είχε και πολλή σημασία.

Αν η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα ήταν σαφώς κατώτερη από το αναμενόμενο, αν η δέσμευση των Γάλλων σε υπερεθνικούς οργανισμούς ήταν απλώς ένα τέχνασμα για να ελέγχουν τη Γερμανία, την οποία εξακολουθούσαν να μην εμπιστεύονται, και αν η ραγδαία οικονομική ανάπτυξη της Ευρώπης όφειλε ελάχιστα στις ενέργειες της Ανώτατης Αρχής, της οποίας η επίδραση στον ανταγωνισμό, στην απασχόληση και στις τιμές ήταν εξαιρετικά περιορισμένη, τότε γιατί σι Βρετανοί αρνούνταν να συμμετάσχουν σε αυτήν; Και γιατί έμοιαζε να έχει μεγάλη σημασία το γεγονός ότι δεν συμμετείχαν;

Οι Βρετανοί δεν είχαν τίποτε εναντίον μιας ευρωπαϊκής τελωνειακής ένωσης• ήταν θετικοί σε μια τέτοια ένωση, τουλάχιστον για τους άλλους Ευρωπαίους. Η ιδέα μιας υπερεθνικής εκτελεστικής εξουσίας την οποία εμπεριείχε έμμεσα ο θεσμός της Ανώτατης Αρχής, έστω και αν έλεγχε την παραγωγή και την τιμολόγηση δύο μόνο προϊόντων, ήταν εκείνη που τους προκαλούσε ανησυχία. Για αρκετό καιρό η στάση του Λονδίνου σε αυτό το ζήτημα ήταν ξεκάθαρη. Το 1948, όταν ο Μπέβιν συζητούσε στο υπουργικό συμβούλιο των Εργατικών τις αμερικανικές προτάσεις για έναν μελλοντικό Οργανισμό Ευρωπαϊκής Οικονομικής Συνεργασίας, το ζήτημα που τον απασχολούσε ήταν ότι «ο ουσιαστικός έλεγχος θα πρέπει να είναι στα χέρια των εθνικών αντιπροσωπειών… ώστε να μην μπορεί η γραμματεία (ή ένας «ανεξάρτητος» πρόεδρος) να κάνει ό,τι θέλει… Ο οργανισμός δεν θα πρέπει με κανέναν τρόπο να έχει την εξουσία να δίνει οδηγίες στα μέλη του».

Η απροθυμία των Βρετανών να εκχωρήσουν τον εθνικό έλεγχο για οποιοδήποτε ζήτημα ήταν προφανώς ασύμβατη με τους στόχους του Μονέ στην ΕΚΑΧ. Όμως οι Βρετανοί αντιμετώπιζαν την ΕΚΑΧ ως την αιχμή της σφήνας της ηπειρωτικής Ευρώπης στις βρετανικές υποθέσεις και θεωρούσαν πως η ασάφεια των στόχων καθιστούσε ακόμη πιο επικίνδυνες τις επιπτώσεις. Όπως εξηγούσε ο Μπέβιν στον Άτσεσον δικαιολογώντας την άρνηση της Βρετανίας να συμμετάσχει: «Οταν διακυβεύονται ζητήματα τόσο ζωτικής σημασίας, δεν μπορούμε να αγοράσουμε γουρούνι στο σακί, και [είμαι] αρκετά βέβαιος ότι αν οι Αμερικανοί βρίσκονταν σε παρόμοια θέση, θα σκέφτονταν με τον ίδιο τρόπο.» Ή όπως το έθεσε πιο παραστατικά στους συνεργάτες του εκφράζοντας τις ανησυχίες του για το Συμβούλιο της Ευρώπης: «Οταν ανοίξεις το κουτί της Πανδώρας, ποτέ δεν ξέρεις τι δούρειοι ίπποι θα πεταχθούν έξω.»

Κάποιοι από τους λόγους των Βρετανών ήταν οικονομικοί. Η βρετανική οικονομία, κυρίως οι Τομείς που στηρίζονταν στο εμπόριο, εμφανιζόταν σε πολύ πιο υγιή κατάσταση από την Οικονομία των Ευρωπαίων γειτόνων της. Το 1947 οι βρετανικές εξαγωγές ισοδυναμούσαν βάσει της αξίας τους με το συνολικό άθροισμα των εξαγωγών της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Δυτικής Γερμανίας, των χωρών της Μπενελούξ, της Νορβηγίας και της Δανίας. Ενώ εκείνη την εποχή τα κράτη της Δυτικής Ευρώπης είχαν εμπορικές συναλλαγές κατά κύριο λόγο μεταξύ τους, η Βρετανία είχε εκτεταμένη εμπορική δραστηριότητα σε ολόκληρο τον Κόσμο. Μάλιστα, οι εμπορικές συναλλαγές της Βρετανίας με την Ευρώπη το 1950 ήταν πολύ λιγότερες από ό,τι το 1913.

Συνεπώς στα μάτια των Βρετανών αξιωματούχων η χώρα είχε περισσότερα να χάσει παρά να κερδίσει από τη συμμετοχή της σε δεσμευτικές οικονομικές συμφωνίες με χώρες των οποίων το μέλλον φαινόταν πολύ αβέβαιο. ‘Εναν χρόνο πριν από την πρόταση του Σουμάν η θέση του Ηνωμένου Βασιλείου, την οποία εξέφραζαν κατ’ ιδίαν ανώτερα στελέχη της δημόσιας διοίκησης, ήταν η εξής: «Δεν υπάρχει τίποτα το δελεαστικό για εμάς στη μακροπρόθεσμη οικονομική συνεργασία με την Ευρώπη. Στην καλύτερη περίπτωση θα αντλεί από τους πόρους μας. Στη χειρότερη μπορεί να βλάψει σοβαρά την οικονομία μας.» Σε αυτές τις τοποθετήσεις πρέπει να προσθέσουμε την ανησυχία του Εργατικού Κόμματος για τη συμμετοχή σε ευρωπαϊκές συμφωνίες οι οποίες θα μπορούσαν να περιορίσουν την ελευθερία του να ακολουθεί στο εσωτερικό «σοσιαλιστικές» πολιτικές, που ήταν στενά συνυφασμένες με τα συντεχνιακά συμφέροντα των παλιών εργατικών συνδικάτων τα οποία είχε ιδρύσει το Εργατικό Κόμμα πενήντα χρόνια νωρίτερα. Ως αναπληρωτής πρωθυπουργός ο Χέρμπερτ Μόρισον εξηγούσε στο υπουργικό συμβούλιο το 1950 κατά τη (συνοπτική) συζήτηση για την πρόσκληση του Σουμάν: «Είναι ανώφελο, δεν μπορούμε να το κάνουμε, οι ανθρακωρύχοι του Ντέραμ δεν θα το ανεχθούν.»

Κι έπειτα υπήρχε και η Κοινοπολιτεία. Το 1950 η Βρετανική Κοινοπολιτεία κάλυπτε εκτεταμένες περιοχές της Αφρικής, της νότιας Ασίας, της Αυστραλασίας, της Βόρειας και της Νότιας Αμερικής, μεγάλο μέρος των οποίων ήταν ακόμη σε βρετανικά χέρια. Οι αποικίες από τη Μαλαισία έως τη Χρυσή Ακτή (Γκάνα) είχαν πλεονασματικά ισοζύγια πληρωμών σε δολάρια και διατηρούσαν σημαντικά ποσά στο Λονδίνο -τα διαβόητα «υπόλοιπα λογαριασμών τρίτων σε στερλίνες». Η Κοινοπολιτεία ήταν σημαντική πηγή πρώτων υλών και Τροφίμων• επίσης η Κοινοπολιτεία (ή η Αυτοκρατορία όπως την αποκαλούσαν ακόμη οι περισσότεροι) ήταν ουσιώδες συστατικό της βρετανικής εθνικής ταυτότητας ή έτσι φαινόταν τότε. Για τους περισσότερους πολιτικούς ήταν εμφανώς απερίσκεπτο -καθώς και πρακτικά ανέφικτο- να καταστήσουν τη Βρετανία τμήμα οποιουδήποτε ευρωπαϊκού συστήματος το οποίο θα απέκοπτε τη χώρα από αυτή την άλλη διάσταση της ίδιας της ύπαρξής της.

Η Βρετανία ήταν λοιπόν κομμάτι της Ευρώπης, αλλά και τμήμα μιας παγκόσμιας αγγλόφωνης αυτοκρατορικής κοινότητας. Επιπλέον είχε μια πολύ ιδιαίτερη σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι Βρετανοί είχαν μάλλον αμφιθυμικά αισθήματα για την Αμερική: από μακριά την έβλεπαν σαν «παράδεισο καταναλωτικού μεγαλείου», με τα λόγια του Μάλκολμ Μπράντμπερυ, σε αντίθεση με τη δική τους περιορισμένη ζωή, αλλά και με μνησικακία για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Ωστόσο οι κυβερνήσεις τους εξακολουθούσαν να κηρύσσουν την πίστη τους στην «ειδική σχέση» των δύο χωρών, όπως θα ονομαζόταν αργότερα. Σε κάποιον βαθμό αυτό οφειλόταν στην παρουσία της Βρετανίας ως μιας από τις τρεις Μεγάλες Δυνάμεις στο «κορυφαίο τραπέζι των διαπραγματεύσεων» στη Γιάλτα και στο ΙΙότσνταμ και στο γεγονός ότι ήταν η τρίτη πυρηνική δύναμη στον κόσμο μετά την επιτυχημένη δοκιμή βρετανικής ατομικής βόμβας το 1952. Οφειλόταν επίσης στη στενή συνεργασία των δύο χωρών κατά τη διάρκεια του πολέμου. Και στηριζόταν λιγάκι στο ιδιόρρυθμο αίσθημα ανωτερότητας των Άγγλων προς τη χώρα η οποία τους είχε εκτοπίσει από την κορυφή της αυτοκρατορίας.

Οι Αμερικανοί ήταν απογοητευμένοι από την απροθυμία του Ηνωμένου Βασιλείου να ενώσει τη μοίρα του με την Ευρώπη και εκνευρισμένοι με την επιμονή της Βρετανίας να διατηρήσει τη θέση της αυτοκρατορικής δύναμης. Ωστόσο η στάση του Λονδίνου το 1950 δεν οφειλόταν απλώς σε αυτοκρατορικές αυταπάτες ή ξεροκεφαλιά. Όπως θα αναγνώριζε αργότερα ο Ζαν Μονέ στα απομνημονεύματά του, η Βρετανία δεν είχε γνωρίσει εχθρική εισβολή ή κατοχή: «Δεν αισθανόταν την ανάγκη να ξορκίσει την ιστορία». Οι Βρετανοί βίωσαν τον Β’ Παγκόσμιο ως στιγμή εθνικής συμφιλίωσης και συσπείρωσης, και όχι ως διάβρωση του ιστού του κράτους και του έθνους όπως τον θυμούνταν στην άλλη πλευρά της Μάγχης. Στη Γαλλία ο πόλεμος είχε αποκαλύψει όλες τις αρνητικές πλευρές του πολιτικού πολιτισμού της χώρας. Στη Βρετανία φάνηκε να επιβεβαιώνει όλα τις θετικές πλευρές και τις αρετές των εθνικών θεσμών και συνηθειών. Για τους περισσότερους Βρετανούς, ο Β’ Παγκόσμιος ήταν πόλεμος ανάμεσα στη Γερμανία και τη Μεγάλη Βρετανία, και οι Βρετανοί βγήκαν από τον πόλεμο θριαμβευτές και δικαιωμένοι.

Αυτό το αίσθημα της ήρεμης υπερηφάνειας για την ικανότητα της χώρας να υποφέρει, να αντέχει και να υπερνικά όλες τις δυσκολίες διαχώριζε τη Βρετανία από την ηπειρωτική Ευρώπη. Διαμόρφωσε επίσης τον πολιτικό πολιτισμό των μεταπολεμικών χρόνων. Στις εκλογές του 1945 οι Εργατικοί κέρδισαν την κοινοβουλευτική πλειοψηφία για πρώτη φορά στην ιστορία τους και, όπως είδαμε, κατόρθωσαν να εφαρμόσουν ευρύ φάσμα εθνικοποιήσεων και κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, που κορυφώθηκαν με τη θέσπιση του πρώτου καθολικού κράτους πρόνοιας στον κόσμο. Οι μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης ήταν σε μεγάλο βαθμό δημοφιλείς, παρά το γεγονός ότι ελάχιστα μετέβαλαν τις βαθύτερες συνήθειες και προτιμήσεις του έθνους. Όπως έγραφε ο Τζ. Μπ. Πρήστλυ στο New τον Ιούλιο του 1949: «Είμαστε μια σοσιαλιστική μοναρχία που στην πραγματικότητα είναι το τελευταίο μνημείο του φιλελευθερισμού.»

Στη μεταπολεμική Βρετανία την εσωτερική πολιτική απασχολούσαν τα ζητήματα της Κοινωνικής δικαιοσύνης και οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις τις οποίες καθιστούσε αναγκαίες. Σε μεγάλο βαθμό αυτό οφειλόταν στις συσσωρευμένες αποτυχίες των προηγούμενων κυβερνήσεων να αντιμετωπίσουν τις κοινωνικές ανισότητες. Πολλοί θεωρούσαν την καθυστερημένη επικέντρωση της συζήτησης στην επείγουσα ανάγκη για δημόσιες δαπάνες -για την υγεία, την παιδεία, τις μεταφορές, τη στέγαση, τις συντάξεις κ.λπ.- δίκαιη ανταμοιβή για τις πρόσφατες θυσίες της χώρας. Αυτό σήμαινε επίσης ότι οι περισσότεροι Βρετανοί ψηφοφόροι (και πολλοί Βρετανοί βουλευτές) δεν είχαν ιδέα πόσο φτωχή ήταν η χώρα τους και πόσο τους είχε κοστίσει η νίκη στον επικό αγώνα τους κατά των Γερμανών.

Το 1945 η Βρετανία αδυνατούσε να εξοφλήσει τα χρέη της. Η επιστράτευση στη Βρετανία κατά τον πόλεμο ήταν η πληρέστερη και για μεγαλύτερο διάστημα από οποιαδήποτε άλλη χώρα. Το 1945, 10 εκατ. άνδρες και γυναίκες υπηρετούσαν στις ένοπλες δυνάμεις της χώρας ή στην παραγωγή όπλων, σε σύνολο εργαζόμενων ενηλίκων 21,5 εκατ. Ο Γουίνστον Τσώρτσιλ, αντί να προσαρμόσει τη βρετανική πολεμική προσπάθεια στα περιορισμένα μέσα της χώρας, εξάντλησε όλους τους πόρους της παίρνοντας δάνεια από τους Αμερικανούς και πουλώντας τα βρετανικά περιουσιακά στοιχεία στο εξωτερικό προκειμένου να διατηρήσει σταθερή τη ροή χρημάτων και πολεμικού υλικού. Όπως το έθετε ένας Βρετανός υπουργός Οικονομικών της εμπόλεμης περιόδου, εκείνα τα χρόνια «η Αγγλία μετέβη από τη θέση του μεγαλύτερου πιστωτή στον κόσμο στη θέση του μεγαλύτερου οφειλέτη». Για τη Βρετανία το κόστος του Β’ Παγκοσμίου ήταν διπλάσιο από το κόστος του Α’ Παγκοσμίου. Η χώρα έχασε το ένα τέταρτο του εθνικού πλούτου της.

Αυτό εξηγεί τις αλλεπάλληλες μεταπολεμικές νομισματικές κρίσεις της Βρετανίας, καθώς η χώρα αγωνιζόταν να αποπληρώσει τα τεράστια χρέη της σε δολάρια με ένα εθνικό εισόδημα που είχε μειωθεί δραματικά. Αυτός είναι ένας λόγος για τον οποίο το Σχέδιο Μάρσαλ στη Βρετανία δεν επηρέασε σχεδόν καθόλου τις επενδύσεις ή τον εκσυγχρονισμό της βιομηχανίας, αφού το 97% των κεφαλαίων της οικονομικής βοήθειας (ποσοστό υψηλότερο απ’ ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη χώρα) χρησιμοποιήθηκε για την αποπληρωμή του τεράστιου χρέος της χώρας. Τα προβλήματα αυτά θα ήταν αρκετά σοβαρά για οποιαδήποτε ευρωπαϊκή χώρα μεσαίου μεγέθους η οποία θα αντιμετώπιζε δυσχερείς μεταπολεμικές συνθήκες παρόμοιες με της Βρετανίας, και στην περίπτωση της Βρετανίας επιδεινώθηκαν φοβερά λόγω των παγκόσμιων αυτοκρατορικών ευθυνών της.

Το κόστος για να παραμείνει η Βρετανία Μεγάλη Δύναμη είχε αυξηθεί από το 1939. Οι δαπάνες της χώρας για όλες τις στρατιωτικές και διπλωματικές δραστηριότητές της το διάστημα 1934-1938 ήταν ό εκατ. λίρες Αγγλίας το χρόνο. Το 1947 η κυβέρνηση προέβλεπε στον προϋπολογισμό 209 εκατ. λίρες Αγγλίας μόνο για στρατιωτικές δαπάνες. Τον Ιούλιο του 1950, παραμονές του πολεμου της Κορέας, δηλαδή πριν από την αύξηση των αμυντικών δαπανών που ακολούθησε το ξέσπασμα του πολέμου, η Βρετανία διέθετε πλήρη πολεμικό στόλο στον Ατλαντικό, άλλον έναν στη Μεσόγειο και έναν τρίτο στον Ινδικό Ωκεανό, καθώς και μόνιμη «ναυτική βάση στη Κίνα». Η Βρετανία διατηρούσε 120 σμήνη της RAF σε όλο τον Κόσμο και είχε στρατιές ή σώματα στρατού μόνιμα εγκατεστημένα στο Χονγκ Κονγκ, στη Μαλαισία, στον Περσικό Κόλπο και στη βόρεια Αφρική, στην Τεργέστη και στην Αυστρία, στη Δυτική Γερμανία και στο ίδιο το Ηνωμένο Βασίλειο. Επιπλέον διατηρούσε πολυπληθές και πολυέξοδο διπλωματικό και προξενικό προσωπι κό και υπηρεσίες πληροφοριών σε όλο τον κόσμο, καθώς και διοικητικό μηχανισμό στις αποικίες, σημαντικό γραφειοκρατικό και διοικητικό φορτίο από μόνο του, παρότι είχε μειωθεί πρόσφατα λόγω της αποχώρησης των Βρετανών από την Ινδία.

Ο μόνος τρόπος για να αντεπεξέλθει η χώρα σε αυτές τις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες ήταν να επιβάλουν οι Βρετανοί στον εαυτό τους πρωτοφανείς συνθήκες λιτότητας και εκούσιας ανέχειας. Έτσι εξηγείται ένα γνώρισμα αυτών των ετών που έχει τονιστεί ιδιαιτέρως: η περήφανη, νικήτρια Μεγάλη Βρετανία έδειχνε πιο μίζερη και φτωχή, πιο μελαγχολική και σκυθρωπή από όλες τις πρώην ηττημένες, κατεχόμενες και ρημαγμένες χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης. Τα πάντα διανέμονταν με δελτίο, ήταν περιορισμένα και ελεγχόμενα.

Ήταν η εποχή της λιτότητας. Για να αυξηθούν οι εξαγωγές της χώρας (και έτσι η Βρετανία να αποκτήσει ζωτικής σημασίας ξένο συνάλλαγμα), σχεδόν τα πάντα διανέμονταν με δελτίο ή δεν ήταν διαθέσιμα: το κρέας, η ζάχαρη, τα ρούχα, τα αυτοκίνητα, η βενζίνη, τα ταξίδια στο εξωτερικό, ακόμη και τα γλυκά. Το δελτίο στο ψωμί, που δεν είχε επιβληθεί ποτέ στη διάρκεια του πολέμου, ξεκίνησε το 1946 και διατηρήθηκε έως τον Ιούλιο του 1948. Η κυβέρνηση γιόρτασε μεγαλοπρεπώς το «ρίξιμο των περιοριστικών ελέγχων στην πυρά» στις 5 Νοεμβρίου του 1949. Εντούτοις πολλοί από αυτούς τους ελέγχους επιβλήθηκαν ξανά με το σφίξιμο του ζωναριού λόγω του πολέμου της Κορέας, και στη Βρετανία το δελτίο στα βασικά είδη διατροφής καταργήθηκε μόλις το 1954, πολύ αργότερα από ό,τι στην υπόλοιπη Δυτική Ευρώπη. Στους δρόμους της μεταπολεμικής Βρετανίας διαδραματίζονταν σκηνές που θα φαίνονταν οικείες στους πολίτες του σοβιετικού συνασπισμού. Όπως έλεγε μια Αγγλίδα νοικοκυρά, που θυμόταν εκείνα τα χρόνια: «Υπήρχαν ουρές για τα πάντα. Ακόμη και αν δεν ήξερες γιατί περιμένεις… έμπαινες στην ουρά, γιατί ήξερες ότι υπήρχε κάτι στο τέλος της.»

Οι Βρετανοί επέδειξαν αξιοσημείωτη ανεκτικότητα στις στερήσεις τους, εν μέρει επειδή πίστευαν ότι ήταν τουλάχιστον δίκαια μοιρασμένες σε ολόκληρη την κοινωνία, παρότι η συσσωρευμένη απογοήτευση λόγω των δελτίων και των περιορισμών και το κλίμα πουριτανικού πατερναλισμού το οποίο καλλιέργησαν ορισμένοι υπουργοί των Εργατικών, κυρίως ο υπουργός Οικονομικών σερ Στάφορντ Κριπς, συνέβαλαν στην εκλογική ανάκαμψη των Συντηρητικών τη δεκαετία του 1950. Η αίσθηση ότι δεν υπήρχε άλλη επιλογή και η κυβέρνηση ήξερε τι ήταν καλύτερο έκανε τους Βρετανούς της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, σύμφωνα με τις νεανικές αναμνήσεις του συγγραφέα Ντέηβιντ Λοτζ, «επιφυλακτικούς, μετρημένους, ευγνώμονες για τα μικρά ευεργετήματα και μετριοπαθείς στις φιλοδοξίες τους», σε έντονη αντίθεση με τη γενιά που θα τους διαδεχόταν. Και τα ευεργετήματα δεν έμοιαζαν και τόσο μικρά. Όπως υπενθύμισε ο Σαμ Γουάτσον, ο βετεράνος ηγέτης του συνδικάτου των ανθρακωρύχων του Ντέραμ, στο ετήσιο συνέδριο του Εργατικού Κόμματος το 1950: «Η φτώχεια εξαλείφθηκε. Η πείνα είναι άγνωστη. Έχουμε περίθαλψη για τους ασθενείς, φροντίδα για τους ηλικιωμένους. Τα παιδιά μας μεγαλώνουν σε μια χώρα ευκαιριών.»

Η Βρετανία παρέμεινε μια σεβάσμια ταξική κοινωνία, ενώ το Κράτος πρόνοιας, όπως είδαμε, ωφελούσε πρωτίστως τη «μεσαία τάξη». Ωστόσο τα εισοδήματα και ο πλούτος πράγματι αναδιανέμονταν χάρη στη μεταπολεμική νομοθεσία: το μερίδιο του εθνικού πλούτου που κατείχε το πλουσιότερο 1% του πληθυσμού έπεσε από 56% το 1938 σε 43% το 1954, ενώ η ουσιαστική εξάλειψη της ανεργίας, που ερχόταν σε αντίθεση με τη ζοφερή δεκαετία πριν από τον πόλεμο, ήταν μια νότα αισιοδοξίας. Την περίοδο 1946-1948, 150.000 Βρετανοί μετανάστευσαν στον Καναδά, στην Αυστραλία και στη Νέα Ζηλανδία, ενώ πολλοί άλλοι σκέφτονταν να ακολουθήσουν τα βήματά τους. Όμως από το 1951 φάνηκε ότι τα χειρότερα χρόνια λιτότητας είχαν περάσει…

Η απόφαση των Βρετανών να μείνουν έξω από την ΕΚΑΧ ήταν πάνω απ’ όλα ενστικτώδης, ψυχολογική, ακόμη και συναισθηματική, προϊόν της απόλυτης ιδιαιτερότητας της πρόσφατης βρετανικής εμπειρίας. Ανακεφαλαιώνοντας τη βρετανική απόφαση, ο Άντονυ Ήντεν έλεγε στο ακροατήριό του στη Νέα Υόρκη το 1952: «Είναι κάτι που ξέρουμε βαθιά μέσα μας ότι δεν μπορούμε να το κάνουμε.»

Η απόφαση δεν ήταν οριστική, αλλά τη στιγμή που υιοθετήθηκε αποδείχθηκε μοιραία. Λόγω της απουσίας της Βρετανίας (και των Σκανδιναβών, οι οποίοι ακολούθησαν το παράδειγμά της) η εξουσία στο πλαίσιο της «μικρής Ευρώπης» της Δύσης πέρασε στα χέρια της Γαλλίας. Οι Γάλλοι έκαναν ό,τι ακριβώς θα Είχαν κάνει οι Βρετανοί υπό άλλες συνθήκες και έφτιαξαν την Ευρώπη κατ’ εικόνα τους διαμορφώνοντας τελικά τους θεσμούς και την πολιτική της σύμφωνα με ένα πρότυπο γνώριμο από γαλλικά προηγούμενα. Εκείνη την εποχή τη λύπη τους για αυτή την εξέλιξη των γεγονότων εξέφραζαν οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι, και όχι οι Βρετανοί.

Πολλοί εξέχοντες Ευρωπαίοι ηγέτες επιθυμούσαν διακαώς τη συμμετοχή της Βρετανίας. Όπως σημείωνε εκ των υστέρων ο Βέλγος και Ευρωπαίος πολιτικός Πωλ-Ανρί Σπάακ, ο οποίος λυπόταν για αυτή την εξέλιξη: «Αυτή η ηθική ηγεσία ήταν δική σας, αρκεί να την ζητούσατε.» Ο Μονέ θα επανεξέταζε αργότερα τα πράγματα και θα αναρωτιόταν πόσο διαφορετικά θα μπορούσαν να είχαν εξελιχθεί, αν η Βρετανία είχε επιλέξει να πάρει την πρωτοβουλία σε μια στιγμή όπου το κύρος της ήταν ακόμη ασυναγώνιστο. Είναι αλήθεια ότι δέκα χρόνια αργότερα οι Βρετανοί θα το ξανασκέφτονταν. Όμως στη μεταπολεμική Ευρώπη δέκα χρόνια ήταν πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, και τότε ο κύβος είχε ριφθεί.

Tony Judt: «Η Ευρώπη μετά τον πόλεμο», 2005.
Εκδόσεις: Καθημερινή. Τόμος Α΄ Κεφάλαιο V

Ο Τόνυ Τζαντ* αφηγείται με σαφήνεια και πυκνότητα αυτή την πολυσύνθετη ιστορία, όπως ξετυλίγεται κάτω από τη μόνιμη σκιά του ίδιου του πολέμου: την ανόρθωση της Ευρώπης μέσα από τα ερείπια, τις αποκλίνουσες εμπειρίες της Ανατολικής και της Δυτικής Ευρώπης, την παρακμή και την πτώση του σοβιετικού καθεστώτος και την άνοδο της ΕΟΚ και της ΕΕ, το τέλος των ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών, τις μεταβαλλόμενες σχέσεις της Ευρώπης με τις δύο μεγάλες δυνάμεις που την περιβάλλουν, τη Ρωσία και την Αμερική.

*0 Τόνυ Τζαντ γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1948. Σπούδασε στο King’ s College του Καίμπριτζ και στην Ecole Normale Superieure του Παρισιού. Δίδαξε στα Πανεπιστήμια του Καίμπριτζ, της Οξφόρδης, του Μπέρκλεϋ και της Νέας Υόρκης· στο τελευταίο ίδρυσε και διηύθυνε το Ινστιτούτο Ρεμάρκ για τη μελέτη της Ευρώπης. Έγραφε συχνά για το «New York Review of Books”, το «London Review of Books” και τους «Times” Νέας Υόρκης. Το 2007 του απονεμήθηκε το Βραβείο Χάνα Άρεντ και το 2009 το Βραβείο Όργουελ για τη συνολική προσφορά του. Πέθανε τον Αύγουστο του 2010. Είναι ο συγγραφέας, μεταξύ πολλών άλλων, του «Postwar: A History of Europe Since 1945” (Βραβείο Arthur Ross του Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων και ένα από τα δέκα καλύτερα βιβλία του 2005 για το «Times Literary Supplement”.)

Προηγουμενο αρθρο
Πρόσκληση εκδήλωσης και κείμενο διακήρυξης για μέτωπο δράσης στη Λευκάδα
Επομενο αρθρο
Μανάση

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *