HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΗ Γενεαλογία της Οικογένειας Βαλαωρίτη

Η Γενεαλογία της Οικογένειας Βαλαωρίτη

Της Πηνελόπης Κοψιδά

Ο ποιητής Αριστοτέλης Βαλαωρίτης γεννήθηκε το 1824 στη Λευκάδα. Το επώνυμό του φανερώνει ότι έλκει την καταγωγή του από το χωριό Βαλαώρα της ηπειρωτικής Ελλάδας. Για τον τόπο από όπου κατάγονταν οι πρόγονοί του υπάρχουν δύο παραδόσεις. Πριν προχωρήσουμε όμως σε αυτές, αξίζει να σταθούμε στο λόγο του Άγγελου Σικελιανού, στο σημείο που αναφέρεται στην ετυμολογία του ονόματος Βαλαωρίτη: «Ασφαλώς δεν είναι απλό παιχνίδι λέξεων η διαπίστωση πως ως και τ΄όνομά του ακόμα, που από πρώτην έρευνα προέρχεται από το χωριό Βαλαώρα της Ευρυτανίας πάνω από τον Αχελώο, ετυμολογείται πιο πηγαία από το «βαλαώρα», που ΄ναι ένα είδος χώμα, (ασπρόχωμα και κοκκινόχωμα, ασπροβαλαώρα και κοκκινοβαλαώρα ), και που ξάφνου λες μας φανερώνει τον Ποιητή μας σαν πλασμένον απευθείας απ΄ τον κόκκινο πηλό της πρώτης πατρογονικής του γης». Αυτή είναι μια διαφορετική ετυμολογική ερμηνεία, που πηγάζει από τη φλεγόμενη ψυχή και την υψηλή, ποιητική νόηση του Σικιελιανού. Ας δούμε τώρα τις δύο εκδοχές που αναφέρονται στον τόπο καταγωγής των προγόνων του ποιητή.

Η πρώτη εκδοχή λοιπόν, που αναφέρει ο Σικελιανός και την οποία υποστηρίζει και ο γιος και βιογράφος του ποιητή, Ιωάννης Α. Βαλαωρίτης, δέχεται ως τόπο καταγωγής του τη Βαλαώρα της Ευρυτανίας, χωριό χτισμένο στην όχθη του Αχελώου, κοντά στο τραχύ Καρπενήσι και αντίκρυ από τη Σίβιστα. Αυτή την εκδοχή ενισχύει και το γεγονός ότι στην αντικρινή όχθη του ποταμού, πολεμούσε τους Τούρκους, μαζί με άλλους αρματολούς, ο γενάρχης των Βαλαωριτών, Χρήστος Βαλαώρας, όπως μαρτυρά το δημοτικό τραγούδι:

Σαν τι μεγάλη καταχνιά,
στη Σίβιστα στη ράχη;
Ο Βλαχαγγέλης πολεμά
κι ο Χρήστος Βαλαώρας.

Το χωριό Βαλαώρα της Ευρυτανίας υπάρχει και σήμερα. Είναι ένα κτηνοτροφικό χωριό με 334 κατοίκους και ανήκει στο Δήμο Αγράφων.

Αυτή είναι η μια εκδοχή. Υπάρχει, όμως, με το όνομα Βαλαώρα, χωριό αλλά και βουνό στην Ήπειρο. Το χωριό λέγεται και Βαλαωρίτης ή Βαλαωρίτι και βρίσκεται στην περιφέρεια της Άρτας. Το χωριό επισκέφθηκε το 1924, η επιτροπή για τα εκατόχρονα του ποιητή και διαπίστωσε ότι βρίσκεται πίσω από την πρώτη κορυφή του ηπειρώτικου βουνού της Βαλαώρας, μέσα σ΄ένα κυκλικό βαθούλωμα σαν χωνί. Από τότε ήταν εντελώς ακατοίκητο, με είκοσι εφτά ερειπωμένα σπίτια και με πλήθος πηγάδια, όπου οι Βαλαωραίοι, όπως λέει μια παράδοση, έκρυψαν μεγάλους θησαυρούς, ανεύρετους, γιατί κανένας δεν ξέρει σε ποιο από όλα τα πηγάδια είναι κρυμμένοι. Έτσι, ο θρύλος εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να κεντά την φαντασία των κατοίκων της γύρω περιοχής.

Προχωρώντας στους προγόνους του ποιητή, ο γενάρχης της οικογένειας, Χρήστος Βαλαώρας, όπως αναφέρεται και στο δημοτικό τραγούδι, ανήκε στους πρώτους αρματολούς που έλαβαν τα όπλα εναντίον των Τούρκων από το τέλος του 17ου αιώνα. Μετά το 1684, πολέμησε μαζί με το μοναχογιό του Μόσχο, στο πλευρό των Ενετών. Οι Βαλαωρίτες είχαν σύμμαχο το Σουμήλα και μαζί του όριζαν το αρματολίκι της Ηπείρου και μέρος του Βάλτου. Ο Σουμήλας ήταν φοβερός πολεμιστής και για είκοσι χρόνια μάχονταν εναντίον των Τούρκων. Όταν εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Λευκάδα, η Γαληνοτάτη Δημοκρατία του παραχώρησε κτήματα και το σπίτι του έγινε άσυλο απαραβίαστο.

Τον ίδιο καιρό πολεμούσε τους Τούρκους και ο Μόσχος Βαλαωρίτης, γιος του Χρήστου και πρωτοπαλίκαρό του. Όταν πέθανε ο πατέρας του, ο Μόσχος τον διαδέχθηκε στην αρχηγία και στη μάχη στο Καβοράκλη έχασε το αριστερό του χέρι. To 1699 εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Λευκάδα και οι Βενετσιάνοι του πρόσφεραν, όπως και στον Σουμήλα, κτήματα στο νησί. Στις 26 Μαΐου το 1702 η οικογένεια γράφεται στη βίβλο, όπου ανήκαν οι οικογένειες που αποτελούσαν το, από εβδομήντα μέλη «αστικόν συμβούλιον», δηλαδή το ανώτερο πολιτικό όργανο της Λευκάδας, που προβλέπει ο  Καταστατικός Χάρτης της Αγίας Μαύρας, τον οποίο παραχώρησε στο νησί ο Μοροζίνη με την από 23 Φεβρουαρίου 1685 απόφασή του, η οποία κυρώθηκε στη συνέχεια από την Ενετική Σύγκλητο*.Γιοι του Μόσχου ήταν ο Γιώργης και ο Θανάσης.

Ο Γιώργης έμεινε άγαμος και ακολούθησε την πατρογονική παράδοση, του αρματολού. Πολέμησε γενναία με πολλούς άλλους Λευκαδίτες, στην μεταξύ Βενετσάνων και Τούρκων ναυμαχία της 8ης Ιουλίου του 1716 που έγινε στον πορθμό της Κέρκυρας, και κατά την άλωση της Πρέβεζας, Βόνιτσας και Λευκάδας, που τις κράτησαν μόνο λίγους μήνες οι Τούρκοι κι ύστερα τις ξαναπήραν οι Ενετοί. Και σ΄αυτόν η Ενετία χάρισε κτήματα για να τον ανταμείψει για τις υπηρεσίες του.

Ο δεύτερος γιος του Μόσχου, ο Θανάσης, παντρεύτηκε αλλά όλα του τα παιδιά πέθαναν στην φοβερή επιδημία πανώλης, που ξέσπασε στην Λευκάδα το 1743. Ο μόνος που επέζησε ήταν ο Χαράλαμπος, ο παππούς του ποιητή, χάρις την αυταπάρνηση των άλλων αδερφών του. Γυρίζοντας οι δυο μεγαλύτεροι αδερφοί του από μια κοντινή εξοχή προς την πόλη, ξαφνικά αισθάνθηκαν τα συμπτώματα της ασθένειας. Αμέσως σταμάτησαν και μπήκαν σε ένα οικογενειακό τους κτήμα, στην είσοδο της πόλης. Ο γιος και βιογράφος του ποιητή Ιωάννης, αναφερόμενος σε αυτό το περιστατικό λέει: «και εκεί, μόνοι ανορύσσοντες τους τάφους, ηπλούντο αταράχως εν αυτοίς, αναμένοντες τον επερχόμενον θάνατον». Την ανατροφή του Χαράλαμπου, που ήταν ακόμα βρέφος, ανάλαβε ο τακτικός της Λευκάδας Ενετός προνοητής, ο οποίος φρόντισε για τα υλικά και ηθικά του συμφέροντα.

Ο Χαράλαμπος απέκτησε τρεις γιούς. Τον Αθανάσιο, τον Ευστάθιο και τον Ιωάννη, που ήταν ο πατέρας του ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Ο Αθανάσιος έγινε παπάς, έμεινε μερικά χρόνια στο Άγιο Όρος και γέρος πια, ξαναγύρισε στους αδερφούς του στη Λευκάδα όπου και πέθανε. Ο Ευστάθιος σπούδασε στη Γαλλία και στην Ιταλία και ασχολήθηκε με την πολιτική. Από το 1797 έως το 1815 εκπροσώπησε τη Λευκάδα στην Ιόνιο Βουλή. Ήταν οπαδός της Ένωσης, όπως αργότερα και ο ανιψιός του Αριστοτέλης. Στην εξέγερση των Λευκαδιτών κατά των Άγγλων, το 1819, έφτασε να ριψοκινδυνεύσει τη ζωή του, καθώς, λόγω των πεποιθήσεών, του θεωρήθηκε υποκινητής. Απέκτησε δύο γιούς, τον Σπυρίδωνα και τον Μιχαήλ-Δημοσθένη. Ο γιος του, Σπυρίδων (1819-1887), διετέλεσε γερουσιαστής και βουλευτής Λευκάδας στην Ιόνιο Βουλή και στην Βουλή των Ελλήνων αργότερα, πρόεδρος της Βουλής, υπουργός και πρέσβης. Απέκτησε τέσσερα παιδιά, τη Λίζα, τον Έκτορα, τον Περικλή και την Ολορίνα. Ο γιος του Περικλής (1851-1926), ασχολήθηκε επίσης με την πολιτική και εκλέχθηκε επανειλημμένως βουλευτής Κέρκυρας και Λευκάδας. Κόρη του Περικλή ήταν η αθλήτρια της αντισφαίρισης Λένα Βαλαωρίτου-Σκαραμαγκά (1897-1967).

Σπυρίδων Βαλαωρίτης, βουλευτής, υπουργός και πρέσβης, εξάδερφος του ποιητή – Παρίσι 1885

Ο τρίτος γιος, ο Ιωάννης, πατέρας του ποιητή, δεν πήρε την μόρφωση και την φροντισμένη ανατροφή του Ευστάθιου. Ήταν όμως έξυπνος και τολμηρός άνθρωπος και κατάλαβε ότι η πολιτική και κοινωνική θέση που κατείχε η οικογένειά του στο νησί, δεν θα μπορούσε να διατηρηθεί χωρίς πλούτο. Από νωρίς λοιπόν, ασχολήθηκε με το εμπόριο και τη ναυτιλία, περιηγήθηκε σε Ανατολή και Δύση και σύντομα κατόρθωσε να καταστεί οικονομικά ισχυρός. Απέκτησε περιουσία στη Λευκάδα, μεταξύ άλλων αγόρασε και το νησί Μαδουρή. Στη συνέχεια, με την υποστήριξη του αδερφού του Ευστάθιου, που στο εντωμεταξύ αποσύρθηκε από την πολιτική, μπόρεσε να συνεχίσει την πολιτική οικογενειακή παράδοση, ως βουλευτής και γερουσιαστής, μέχρι το θάνατό του. Ο Ιωάννης Βαλαωρίτης παντρεύτηκε την καταγόμενη από ευγενή οικογένεια της Κεφαλονιάς Αναστασία Τυπάλδου-Φορέστη. Απέκτησαν τον Αριστοτέλη, τον Ξενοφώντα και την Αικατερίνη Βαλαωρίτη. Ο Ξενοφών ασχολήθηκε με την πολιτική και εκλέχθηκε βουλευτής Λευκάδας το 1875, το 1879 και το 1881.

Ξενοφών Βαλαωρίτης, βουλευτής Λευκάδος, αδερφός του ποιητή

Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1824-1879), σπούδασε νομικά στα πανεπιστήμια της Ελβετίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας, όμως δεν άσκησε ποτέ το επάγγελμα του δικηγόρου, καθώς τον κέρδισε η ποίηση. Το 1857, σε ηλικία 33 ετών εξελέγη, με το κόμμα των Ριζοσπαστών, βουλευτής στην Ιόνιο Βουλή και από τότε αγωνίστηκε με πάθος για την Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα. Μετά την ένωση, στάλθηκε ως αντιπρόσωπος των Επτανήσων στην Ελληνική Εθνοσυνέλευση. Εκλέχθηκε δύο φορές (1865, 1868) βουλευτής με το κόμμα του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου. Το 1869 εγκαταλείπει απογοητευμένος την πολιτική και με κλονισμένη υγεία, αποσυρμένος στη Μαδουρή, αφοσιώνεται στην ποίηση. Υπήρξε ένας από τους πιο διακεκριμένους Επτανήσιους ποιητές του 19ου αι., που έψαλε τα ηρωικά κατορθώματα των εξεγερμένων Ελλήνων με πάθος και φιλοπατρία. Η ποίησή του αλλά και η εν γένει ζωή του, που βρίσκονταν σε ταύτιση με το πατριωτικό ποιητικό του έργο, του προσέδωσαν το τίτλο του εθνικού ποιητή.

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης – Ελοϊσία Βαλαωρίτου, σύζυγος του ποιητή

Το 1852 παντρεύτηκε στη Βενετία την Ελοϊσία, κόρη του ιστορικού και συγγραφέα Αιμίλιου Τυπάλδου, επιφανούς μέλους της εκεί ελληνικής παροικίας. Απέκτησε τέσσερις κόρες και τρεις γιους. Η πρώτη κόρη του Μαρία γεννιέται το 1853 και πεθαίνει σε ηλικία 2 ετών, το 1855. Ο πόνος του θανάτου της στάθηκε αφορμή να γράψει ο ποιητής το ποίημα «Ψυχοσάββατο».

Εις τον βαρύν τον ίσκιο σου, μαύρο μου κυπαρίσσι,
απόψε τα μεσάνυχτα θα νά ’λθει να καθίσει,
ένας πατέρας πὄχασεν όμορφη θυγατέρα.
Τηνε γυρεύει εδώ κι εκεί, τη νύχτα, την ημέρα,
και δεν τη βρίσκει ο δύστυχος. Όσους ρωτά του λένε
πως δεν την είδαν να διαβεί και τον θωρούν και κλαίνε.

Ιωάννης Βαλαωρίτης, νομικός, πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας, γιος και βιογράφος του ποιητή

Το 1855 γεννιέται ο πρώτος γιος του Ιωάννης και το 1857 ο γιος του Αιμίλιος. Το 1866 παθαίνει και η δεύτερη κόρη του με το όνομα επίσης Μαρία. Το 1867 γεννιέται ο γιος του Ανδρέας, το 1869 η κόρη του Όλγα και το 1870 η κόρη του Ναταλία. Το ίδιο έτος η γυναίκα του με τα παιδιά του φεύγουν στη Βενετία, στην εκεί οικογένειά της, λόγω των σεισμών του προηγούμενου έτους στο νησί. Εκεί το 1875 πεθαίνει και η κόρη του Ναταλία, σε ηλικία πέντε χρονών. Για το χαμό και της τρίτης κόρης του ο ποιητής γράφει το ποίημα «Επί τω θανάτω της θυγατρός μου Ναθαλίας»

Ανδρέας Βαλαωρίτης , γιος του ποιητή.

Μοσχοβολά η αλιφασκιά, μικρή μου Ναθαλούλα,
τα ρείκη, οι δάφνες, οι μυρτιές ποτίζονται δροσούλα
και τον αγέρα πλημμυρούν με την αναπνοή τους.
Στον ήλιο του φθινόπωρου, σα ζωντανά λουλούδια,
οι καλογιάννοι χαίρονται. Με τη γλυκιά φωνή τους
στο βάτο π’ ακουρμαίνεται λαλούν τα στεφανούδια
τα βάσανα της ξενιτιάς… Κι εσύ στο γέροντά σου
στέλνεις παιδί μου, ανέλπιστα τα νεκρολίβανά σου;

Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης πέθανε το 1879 από καρδιακή προσβολή και τρία χρόνια μετά, σε ηλικία 25 ετών, πεθαίνει ο γιος του Αιμίλιος από φυματίωση, στη Μαδέρα που είχε πάει με τη μητέρα του για να αναρρώσει από την ασθένεια. Ο Αιμίλιος είχε σπουδάσει νομική, φιλοσοφία και ιατρική και λίγο μετά το θάνατό του, με τη φροντίδα του καθηγητή του Preyer, τυπώθηκε ένα ανέκδοτο έργο του, όπου είχε συγκεντρώσει διάφορες μικροβιολογικές παρατηρήσεις του. Όμως, ήταν και το μόνο παιδί του ποιητή που είχε μέσα του την ποιητική φλόγα του πατέρα του. Καθώς βρισκόταν για σπουδές στο εξωτερικό, συχνά αλληλογραφώντας μαζί του, του έστελνε ποιήματά του ζητώντας την γνώμη του. Καθώς όμως αντιλαμβάνονταν το τέλος να πλησιάζει, ζήτησε από τον αδερφό του Ιωάννη να μην δουν ποτέ τα ποιήματά του το φως της δημοσιότητας, πράγμα που έγινε σεβαστό.

Αιμίλιος Βαλαωρίτης, γιος του ποιητή

Ο Βαλαωρίτης δεν πήρε την πίκρα του θανάτου του Αιμίλιου, αλλά ούτε και του Ανδρέα που πέθανε λίγο αργότερα. Όμως και η κόρη του Όλγα σε ηλικία εικοσιοκτώ ετών έδωσε η ίδια τέλος στη ζωή της, εξαιτίας του απελπισμένου έρωτά της για τον συγγραφέα Γιάννη Ψυχάρη.

Όλγα Βαλαωρίτου, κόρη του ποιητή

Το μόνο από τα επτά παιδιά του ποιητή, που έζησε και δημιούργησε οικογένεια ήταν ο Ιωάννης. Σπούδασε νομικά και ανέλαβε διάφορες πολιτικές θέσεις, ενώ από το 1891 άρχισε να εργάζεται στην Εθνική Τράπεζα και το 1911 αναλαμβάνει τη θέση του Προέδρου. Πέθανε το 1914 σε ηλικία 58 ετών – όσο και ο πατέρας του Αριστοτέλης – μετά από σύγκρουση ατμόπλοιου της γραμμής με ιστιοφόρο πλοίο στο οποίο επέβαινε, ανοιχτά του Πειραιά. Ο Ιωάννης Βαλαωρίτης εξέδωσε τα «Άπαντα Αριστοτέλους Βαλαωρίτου», στη μνήμη του ποιητή πατέρα του.

Αριστερά: Ιωάννης Βαλαωρίτης και η αδερφή του Όλγα, Βενετία, 1885, δεξιά, Ιωάννης Βαλαωρίτης και η κόρη του Ελοϊσία, Παρίσι 1910

Συνεχίζοντας το γενεαλογικό δέντρο των Βαλαωριτών, ο Ιωάννης παντρεύτηκε την Ζωή Μουρούζη, κόρη του Φαναριώτη πρίγκιπα και Μέγα Διερμηνέα Κωνσταντίνου Μουρούζη. Απέκτησαν τέσσερα παιδιά, τον Αριστοτέλη, τον Κωνσταντίνο, την Ελοϊσία και την Ελένη. Ο Κωνσταντίνος ήταν διπλωμάτης.

Γιος του είναι ο συγγραφέας Νάνος Βαλαωρίτης (1921), ο οποίος σπούδασε νομικά, φιλολογία (αγγλική και γαλλική) στα πανεπιστήμια των Αθηνών, Λονδίνου, και Σορβόνης. Το 1960 παντρεύτηκε στο Παρίσι την ζωγράφο και κεραμίστρια Marie Wilson (1922-1917) και απέκτησαν τρία παιδιά, τον Ντίνο, τη Ζωή (ζωγράφο) και την Κατερίνα (ποιήτρια).

Νάνος Βαλαωρίτης, με τη σύζυγό του και την κόρη του Κατερίνα, Αμερική , τέλη δεκαετίας του 70

Ο δεύτερος γιος, Αριστοτέλης, σπούδασε νομικά και το 1926 εξελέγη βουλευτής Πρέβεζας (που συμπεριελάμβανε και τις επαρχίες Βάλτου, Άρτας και Λευκάδας) με το Κόμμα Ελευθεροφρόνων. Την περίοδο 1935 – 1936 διετέλεσε υφυπουργός Οικονομικών στην κυβέρνηση Δεμερτζή και την κυβέρνηση Μεταξά, από την οποία παραιτήθηκε μετά την εγκαθίδρυση της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου. Υπήρξε μέλος του Δ. Σ. της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και αντιπρόεδρος του Ερυθρού Σταυρού. Ήταν παντρεμένος με την Πολύμνια Μηνιάτη και είχε μια κόρη, την Ελένη, σύζυγο Λέοντα Καραπαναγιώτη. Εγγονή του είναι η πολιτικός, παραγωγός τηλεοπτικών εκπομπών και φωτογράφος Τατιάνα Καραπαναγιώτη (1971).

Η κόρη του Ελένη παντρεύτηκε τον Φίλιππο Δραγούμη, γιο του πρωθυπουργού Στέφανου Δραγούμη. Μαζί απέκτησαν δύο παιδιά. Τον βυζαντινολόγο και μουσικό Μάρκο Δραγούμη, πατέρα της ηθοποιού Ναταλίας Δραγούμη και του Φίλιππου Δραγούμη, εκ των ιδρυτών του Ελληνικού Κέντρου Προστασίας Αγρίων Ζώων στην Αίγινα και μέλος της κεντρικής επιτροπής των Οικολόγων πράσινων. Η κόρη τους Ζωή, σύζυγος του Ιωάννου Μαζαράκη στρατιωτικού, νομάρχη Καστοριάς και γενικού Γραμματέα της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος απέκτησε τρία παιδιά, τους Κωνσταντίνο, Αλέξανδρο και Φίλιππο Μαζαράκη.

Η οικογένεια Βαλαωρίτη υπήρξε για περισσότερο από δύο αιώνες, μια από τις ισχυρότερες οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά οικογένειες στο νησί της Λευκάδας. Τα περισσότερα μέλη της, μορφωμένα σε πανεπιστήμια της Ευρώπης, δραστηριοποιήθηκαν στην πολιτική σκηνή, ως μέλη της Ιονίου Βουλής αλλά και της Βουλής των Ελλήνων, μετά την ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα. Σήμερα οι απόγονοι της οικογένειας δεν έχουν φανερή φυσική παρουσία στο νησί.


Ξεχωριστή θέση στις καρδιές των Λευκαδιτών κατέχει ο ποιητής Αριστοτέλης Βαλαωρίτης. Είναι ο μύθος και η περηφάνια τους. Αγάπησε τη Λευκάδα και οι Λευκαδίτες τον αγάπησαν κι αυτοί. Γενιές ολόκληρες μεγάλωσαν με τα επικά ποιήματά του. Η Μαδουρή, σημείο αναφοράς και μνήμης, ξεθωριάζει σιγά –σιγά στα μάτια των Λευκαδιτών, καθώς ο χρόνος τους απομακρύνει ολοένα από τον λεβεντόκορμο ψάλτη των ηρωισμών της επαναστατημένης Ελλάδας. Ωστόσο, η εικόνα της εξακολουθεί να προκαλεί συγκίνηση και από μακριά ο θαλασσινός αέρας λες και φέρνει στ΄αυτιά τους μια παθιασμένη, βροντερή φωνή:

Δεν είναι διαβατάρικο πουλί, που για μια μέρα
σχίζει τα νέφη και περνά γοργό σαν τον αγέρα,
ούτε κισσός, π’ αναίσθητος την πέτρα περιπλέκει
ούτ’ αστραπή, που σβήνεται χωρίς αστροπελέκι,
δεν είναι νεκροθάλασσα, βοή χωρίς σεισμό,
νιώθω για σε, πατρίδα μου, στα σπλάχνα χαλασμό.


Πηγές
-Κλέων Β. Παράσχος, «Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1824-1879)» – περιοδικό Νέα Εστία – τεύχος 1259 – Χριστούγεννα 1979
-Άγγελος Σικελιανός, «Αριστοτέλης Βαλαωρίτης» (ομιλία στο Ηρώδειο, Αύγουστος του 1944) – περιοδικό Νέα Εστία – τεύχος 1259 – Χριστούγεννα 1979
-«Αριστοτέλης Βαλαωρίτης», Παύλου Νιρβάνα, ομιλία στον Παρνασσό, Αθήνα 1916 – Άπαντα Βαλαωρίτη, Τόμος 2 – Ιστορικές Εκδόσεις Λογοτεχνίας – Γ. Μέρμηγκας – Αθήνα.
– Άπαντα Βαλαωρίτη, τόμος 3, Γράμματα προς συγγενείς – Ιστορικές Εκδόσεις Λογοτεχνίας – Γ. Μέρμηγκας – Αθήνα.
– Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο – Ψηφιοποιημένες Συλλογές
-Wikipedia
– www.greek-language.gr: Ανεμόσκαλα – Συμφραστικοί Πίνακες Λέξεων για Μείζονες Νεοέλληνες Ποιητές
– * Δημήτρης Τσερές

Προηγουμενο αρθρο
Γιορτή κοπής πίτας του Συλλόγου Νεολαίας Βορειοηπειρωτών Λευκάδας - λαχειοφόρος
Επομενο αρθρο
Οι νέοι κάνουν το ελαιόλαδο «νέκταρ»

2 Σχόλια

  1. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΕΡΕΣ
    9 Ιανουαρίου 2019 at 11:20 — Απάντηση

    Επιτρέψτε μου μια μικρή παρέκβαση στο πολύ ενδιαφέρον κείμενο της κ. Κοψιδά: Σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε ως τώρα (από όλες τις αρχειακές και βιβλιακές πηγές), «Χρυσή Βίβλος», δηλαδή «Libro d’ Oro» δεν υπήρξε στη Λευκάδα. Στη Λευκάδα είχαμε, όπως σωστά σημειώνεται στο κείμενο, το 70μελές «Αστικό Συμβούλιο», δηλαδή το ανώτερο πολιτικό όργανο της Λευκάδας, που προβλέπει ο Καταστατικός Χάρτης της Αγίας Μαύρας, τον οποίο παραχώρησε στο νησί ο Μοροζίνι με την από 23 Φεβρουαρίου 1685 απόφασή του, η οποία κυρώθηκε στη συνέχεια από την Ενετική Σύγκλητο (πιθανότατα τον Δεκέμβριο του 1686). Αλλά το όργανο αυτό δεν ταυτίζεται με τη «Χρυσή Βίβλο».

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *