HomeΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣΗ γιορτή της φτώχειας

Η γιορτή της φτώχειας

Του Πάνου Φέξη

«Τι είναι τούτα πάλε μαρή κοπέλα μου»… μουρμούρισε η κυρά Ντίνα η Μ΄νού που κάθονταν στον ήλιο στην αυλή του σπιτιού της.

Το Μ΄νού ήταν το παρατσούκλι της μην πάει όμως το μυαλό σας σε κάτι κακό.

Το παρατσούκλι της το είχαν κολλήσει οι φίλες της από το όνομα του συγχωρεμένου του άνδρα της.

Ο συχωρεμένος όταν ζούσε ήταν ψαράς στο επάγγελμα και ήταν δεν ήταν στο ύψος ένα και πενήντα. Ήταν πάντα ήρεμος και ολιγομίλητος σε αντίθεση με την νοικοκυρά του που ήταν δυο μετρά γυναικάρα και δεν έβαζε ποτέ γλώσσα μέσα της.

Μηνάς ήταν το βαπτιστικό του, όλοι οι ψαράδες και οι γείτονες όμως τον φώναζαν Μ’νά και έτσι την γυναίκα του που την έλεγαν Ντίνα την φώναζαν όλοι στην γειτονία η κυρά Ντίνα , η Μ΄νού.

Τον μπάρμπα Μ΄νά τον είχε πάρει από αγάπη, ήταν πάρα πολύ όμορφος στα νιάτα του όπως έλεγε η ίδια και μάλιστα είχαν κλεφτεί αλλά και αυτή δεν πήγαινε πίσω. «Όταν περπατούσα έτρεμε ο τόπος γιεμ»…έλεγε πάντα με καμάρι και κουνούσε λυπημένα το κεφάλι της .

Παιδιά δεν τους είχε δώσει ο θέος, όλη της τη ζωή την είχε περάσει μαζί του μέσα στην φτώχεια και την ανέχεια. Ευτυχώς όμως που είχε και εκείνη την παράγκα που έμενε μέσα και δεν πλήρωνε τουλάχιστον νοίκι, όσο για το φαί… όλο και κάποιος πάντα την βοηθούσε .
«Ευτυχώς που δεν είχα μάθει στα λούσα…» έλεγε πάντα με καμάρι και χτυπούσε με τα τρία δάχτυλά της τον κόρφο της .

Από τότε που είχε πεθάνει ο συγχωρεμένος ο άντρας της είχαν περάσει πολλά χρόνια. Όσοι ζούσαν σε αυτή την γειτονιά ήταν όλοι φτωχοί και έτσι ο ένας, βοηθούσε τον άλλο .

Κάθε μεσημέρι, τώρα την άνοιξη η κυρά Μ΄νού έπαιρνε το σκαμνάκι της και κάθονταν στον ήλιο δίπλα στην πόρτα της παράγκας που ήταν πάντα ορθάνοιχτη. «τι να με κλέψουν γιέ μ! τ΄ φτώχεια μου;» έλεγε και γελούσε σαρκαστικά.

«Τι είναι τούτο πάλε μαρή κοπέλ΄μου» ξαναμουρμούρισε όταν ξαφνικά πέρασε από μπροστά της μια κοπέλα που έτρεχε και φώναζε ,«ουάουυυυυυυ» και γελούσε.

«Γιορτάζω σήμερα είναι η μέρα μου χρόνια μου πολλά πες μου χρόνια πολλά θειά» είπε με χαρά και κοίταξε προς το μέρος της κυρά Μ΄νούς.

Η κυρά Μ΄νού την κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω και παρατήρησε ότι δεν την ήξερε την έβλεπε πρώτη φορά στην ζωή της αλλά όμως κάτι απ’ τα νιάτα της ,της θύμιζε αυτή κοπέλα .

Ήταν πολύ όμορφη, ξανθιά ,με γαλάζια μάτια ,όμορφο χαμόγελο και πολύ όμορφο σώμα .Φορούσε ρούχα σκισμένα και παπούτσια τρύπια έλαμπε όμως και μοσχοβολούσε από καθαριότητα .

«Με ζηλεύουν θειά με ζηλεύουν σήμερα εγώ όμως είμαι ευτυχισμένη πετώ από χαραααααααααά» και συνέχιζε να χοροπηδά κουνώντας στον αέρα τα μαλλιά της που τα ανακάτωνε με τα χέρια της .

«Τι είναι τούτα τα καμώματα μαρή; τι σε έχει πιάσει και τρέχεις πάνου- κάτου; σταμάτα και μου έφερες σκοτούρα κοπέλα μου». «Και ποια είσαι καμάρι μου εσύ;» την ρώτησε με απορία .

Άσε με άσε με θειά δεν μπορώ τώρα να σου εξηγήσω γιατί θέλω να χορτάσω την γιορτή μου, μια φορά τον χρόνο γιορτάζω και είμαι πολύ χαρούμενη γιατί αυτή ή άλλη ή πλούσια ή ψηλομύτα θα σκάσει από την ζήλια της γιατί σήμερα δεν ασχολείται κάνεις μαζί της

«Ποια είναι αυτή που σε ζηλεύει και τι ζηλεύει από σένα κοπέλα μου, τα τρύπια σου ρούχα και τα τρύπια παπούτσια σου ; Δεν μ΄φαινεσε καλά κοπέλα μου . Καλά λένε ότι ο νηστικός καρβέλια ονειρεύεται.»

«Όλα αυτά που αισθάνομαι σήμερα θειά γίνονται μια φορά τον χρόνο , όλες τις άλλες μέρες του χρόνου η Κυρά πλούσια παίρνει τα δίκια της ,αλλά ότι και να κάνει γιορτή τέτοια στο όνομα της δεν υπάρχει και μάλιστα παγκόσμια γιορτή , δεν πρόκειται να δει τέτοιο πράγμα ποτέ στην ζωή της.»

«Θα μου πεις με ποια είσαι; και με ποια τα έχεις βάλει και έχω σκάσει από περιέργεια της είπε η κυρά Μ΄νού. «Αλλά πρώτα πες αν θες πως σε λένε κοπελιά μου;

«Με λένε….Φτώχια», είπε με καμάρι και έφτιαξε τα μαλλιά της.

«Και από ποτέ γιορτάζει η Φτώχια παιδάκι μου και δεν το ξέρω εγώ που είμαι η ποιο φτωχιά από όλους. Το έχεις χάσει εντελώς; ΄ Έχεις δει ποτέ φτωχό εσύ να γιορτάζει και να χοροπηδά σαν και εσένα;»

«Η γιορτή της φτώχιας θειά, είναι μια φορά τον χρόνο και μάλιστα την γιορτάζουν σε όλο τον πλανήτη»

«Και τι κερνάνε σε αυτή την γιορτή κοπέλα μ΄ οι φτωχοί σε όλο τον κόσμο κοτσούλους;»

«Τίποτα θειά μου. Τίποτα. Μόνο χαμόγελο!»

«Είναι φτωχοί αλλά… είναι ΑΝΘΡΩΠΟΙ. Κανένας δε μπορεί να τους το κλέψει αυτό το βιός!!!»
«Πες μου και εσύ Χρόνια μου πολλά!« φώναξε η Φτώχια και χάθηκε χορεύοντας στο επόμενο στενό .

«Να τα χιλιάσεις Φτώχια μου» είπε η κυρά Μ΄νού κοιτάζοντας τον άδειο δρόμο, «χρόνια πολλά κοπελ΄μ΄και του χρόνου να ‘σαι καλά» είπε γελώντας.

Ο ήλιος είχε πέσει στην γειτονιά, «έβαλε ψύχρα» είπε η κυρά Ντινα σηκώθηκε από την μεριά της, πήρε το σκαμνάκι της και πέρασε το κατώφλι της παράγκας της. Κοίταξε για τελευταία φορά στο σοκάκι πριν κλείσει την πόρτα της για βράδυ και μουρμούρισε… «άντε Χρόνια Πολλά και σε σένα κυρά Ντίνα μιας και γιορτάζεις σήμερα» και φύσηξε με το μαντίλι την μύτη της… «Ας το καλό κρύωσα», είπε .

Και ένα δάκρυ κύλισε στο ζαρωμένο μάγουλό της…

Fexis oritzinale

Προηγουμενο αρθρο
Δηλώσεις του προέδρου του Τηλυκράτη Βασίλη Κατωπόδη
Επομενο αρθρο
Μπράβο μας, πατριώτες

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *