HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΗ Καθολική Εκκλησία στη Λευκάδα

Η Καθολική Εκκλησία στη Λευκάδα

Τα στοιχεία που συγκεντρώσαμε και παραθέτουμε για την ίδρυση και λειτουργία της Καθολικής Εκκλησίας στη Λευκάδα, είναι ό,τι καταφέραμε να βρούμε μετά από μια μικρή ερασιτεχνική έρευνα. Δεν έχουν χρονολογική  σειρά αλλά κυρίως, εννοιολογική, θεωρώντας ότι, το καθολικό θρησκευτικό δόγμα κάνει την εμφάνισή του στη Λευκάδα μετά το 1300 με την κυριαρχία  των  Φράγκων και κλείνει τον κύκλο του, με το σεισμό του 1948(;), μετά την πιθανή κατάρρευση του Καθολικού ναού που ήταν κτισμένος στην παραλία.

Οι Καθολικοί ναοί του νησιού  με την πάροδο του χρόνου κατέρρευσαν από τους σεισμούς. Δεν αναστηλώθηκαν από έλλειψη πιστών του Καθολικού δόγματος είτε στη θέση τους κτίστηκαν Ορθόδοξοι ναοί. Η ύπαρξή τους μας είναι γνωστή, περισσότερο, μέσα από γραπτά κείμενα των λευκαδίων ιστορικών, που αναφέρονται στη δημιουργία τους και βασίζονται σε μελέτη εγγράφων του Ιστορικού Αρχείου, καθώς και από προφορικές διηγήσεις παλαιοτέρων που μεταδίδονται από γενιά σε γενιά.

Υπάρχει βεβαίως μέχρι τις μέρες μας η ερειπωμένη  Φραγκοκλησιά, (στην περιοχή της Μεγάλης Βρύσης), η οποία δείχνει να είναι το τελευταίο εναπομείναν ίχνος του Καθολικού δόγματος  στο νησί. Είναι (γνωστή) ως τελευταία ημερομηνία τέλεσης θρησκευτικού τελετουργικού,  το 1943.

Στη διάρκεια της κυριαρχίας των Φράγκων στη Λευκάδα (1300-1479) πολλές οικογένειες από την Καλαβρία της Κάτω Ιταλίας είχαν εγκατασταθεί στα νότια του νησιού και είχαν δημιουργήσει το χωριό Άγιος Πέτρος. Εκεί ανήγειραν Λατινικό ναό. Μετά την εγκατάλειψη της Καθολικής εκκλησίας αφού γκρεμίστηκε από τους κατά καιρούς σεισμούς, είχε απομείνει ακέραμο το Άγιο Βήμα, το οποίον καλύφθηκε από χώματα μέχρι και πιο πάνω από το θόλο. Από το μέρος εκείνο και προς ανατολάς κτίσθηκε ο σημερινός ναός των Αγίων Αποστόλων. Υπήρχε μέχρι το 1700 καθολικός αντιπρόσωπος ο οποίος συντηρούσε και περιποιούνταν το ναό. Αναφέρεται στις παραδόσεις του χωριού κάποιος ονόματι Αυγουστίνος, που ζούσε μετά της συζύγου του και πέθανε γύρω στα 1700 και ενταφιάστηκε στη ρίζα του μεγάλου κυπαρισσιού έξω από την εκκλησία.

– Tο 1334, ο τότε Αυθέντης Λευκάδας, δούκας Ουαλτέριος Β΄, κόμης (de Brienne), κατάργησε το Ορθόδοξο Επισκοπικό της Λευκάδας και σύστησε Λατινική Επισκοπή, στην οποία Επίσκοπος αναδείχτηκε κάποιος Ριχάρδος. Ο διορισμός του επικυρώθηκε από τον Πάπα Ιωάννη των ΚΒ! Ο Ορθόδοξος Κλήρος και οι κάτοικοι του νησιού υποχρεώθηκαν να αναγνωρίσουν τον Επίσκοπο Ριχάρδο ως πνευματικό Αρχηγό και να κάνουν δεήσεις υπέρ αυτού στις Λατινικές γιορτές. Επίσης, το νησί κατέβαλε σε αυτόν ετήσιο φόρο. Η Λατινική Επισκοπή διατηρήθηκε για 31 χρόνια. Το 1429 επανιδρύθηκε ο Ορθόδοξος Επισκοπικός θρόνος από τον Λεονάρδο Β’ Τόκκο δούκα της Λευκάδας.

Μετά τον καταστρεπτικό σεισμό του 1767 σε έγγραφο – παράκληση των κατοίκων του Αθανίου προς τον Βενετό Προβλεπτή, για τις απώλειες του χωριού από τον καταστρεπτικό σεισμό, πρώτος σε μια λίστα 30 ατόμων, Αθανιτών, υπογράφει ο καθολικός ιερέας. (ABATE  DELSON NICOLO SALBATORE). Ο Καθολικός ναός του Αθανίου βρισκόταν στην περιοχή που και σήμερα ονομάζεται «Σωτήρος». Υπάρχουν και λείψανα.

Η Φραγκοκλησιά κοντά στη Μεγάλη Βρύση

Λίγο έξω από την πόλη της Λευκάδας στο δρόμο προς το Νυδρί υπάρχουν ερείπια ενός Καθολικού ναού. Φραγκοκλησιά την αποκαλούν οι ντόπιοι, χωρίς άλλα στοιχεία σε ποιον άγιο ή αγία ήταν αφιερωμένος. Πρόκειται για μικρό ναό, με ημικυκλικά παράθυρα, στο εσωτερικό του οποίου υπάρχουν σήμερα δυο ταφικές πλάκες. Εκεί θάφτηκε ο Ιταλός συνταγματάρχης Ottalevi και ο υπασπιστής του, οι οποίοι εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς τον Σεπτέμβριο του 1943 μετά την κατάρρευση και συνθηκολόγηση της Ιταλίας (8 Σεπτέμβρη 1943).

Η Φραγκοκλησιά υπήρξε το κοιμητήριο των Καθολικών. Στο πρακτικό Νο 53 του Επαρχιακού συμβουλίου στις 6 Μαρτίου 1857 αναφέρετε, πως, είχε παραχωρηθεί στους Καθολικούς για νεκροταφείο μια περιοχή στον Άγιο Αντώνιο, αλλά γρήγορα κρίθηκε ακατάλληλη και επιλέχτηκε η περιοχή της Μεγάλης Βρύσης.

(Οι φωτογραφίες της Φραγκοκλησιάς τραβήχτηκαν το 2013 με πολλή δυσκολία. Η περιοχή τότε, ήταν μια μικρή ζούγκλα. Σήμερα δεν ξέρουμε σε τι κατάσταση βρίσκεται ούτε τι έχει απομείνει.)

Ο Φραγκίσκος Μοροζίνη μόλις εισήλθε στο φρούριο της Αγίας Μαύρας στις 8 Αυγούστου 1684 ύψωσε αμέσως τη σημαία της Βενετικής Πολιτείας. Εντοίχισε πάνω από την κύρια πύλη του φρουρίου τον Λέοντα της Βενετίας και επέτρεψε όπως μετατραπούν σε χριστιανικούς ναούς, Ορθόδοξο και Λατινικό, τα δυο υπάρχοντα στο φρούριο Μουσουλμανικά τεμένη. Ο μεν Ορθόδοξος αφιερώθηκε στην Αγία Μαύρα, στην οποία και αρχικώς άνηκε, ο δε Λατινικός εις τον κατά την ημέρα της αλώσεως εορτάζοντα, Παντοκράτορα (San Salavatore) .

Ο ναός του παντοκράτορα στο No 3, ο ναός της Αγίας Μαύρας στο Νο 15

Ο ναός του Παντοκράτορα παραχωρήθηκε στη συνέχεια στους μοναχούς του τάγματος του Αγίου Φραγκίσκου, οι οποίοι οικοδόμησαν ομώνυμη Μονή. Κατά τον σεισμό του 1723 κατέρρευσε ο ναός του Παντοκράτορα και ανοικοδομήθηκε εκ θεμελίων. Μέχρι τα μέσα και πλέον του 18ου αιώνα, η Μονή συντηρούνταν από τις προσόδους των κτημάτων που της παραχωρήθηκαν υπό του Μοριζίνη και τις εισφορές των Λατίνων πιστών. Στο πέρασμα του χρόνου καθώς ο αριθμός των πιστών του Καθολικού δόγματος ελαττωνόταν συνεχώς, η Βενετική σύγκλητος παραχώρησε στη Μονή μηνιαία συνδρομή.

Το 1797 όταν οι δημοκρατικοί Γάλλοι κατέλαβαν τη Λευκάδα μετέτρεψαν σε στρατώνες τον ναό του Παντοκράτορα και τα υπόλοιπα κτίρια της Μονής. Από τότε η Μονή διαλύθηκε και με την πάροδο του χρόνου κατέρρευσε.

Επί Βενετοκρατίας η Λατινική εκκλησία της Λευκάδας υπαγόταν στη δικαιοδοσία του Επισκόπου Κεφαλληνίας και Ζακύνθου. Παρά τις μεγάλες θρησκευτικές διαφορές που υπήρχαν στα δυο δόγματα της Καθολικής και της Ορθοδόξου Εκκλησίας, οι Βενετοί όντας συνετοί και εχέφρονες, προσπάθησαν να προσελκύσουν, παρά να αποξενώσουν τα αισθήματα των υπηκόων τους. Η Βενετική κυβέρνηση επέβαλε στους Λατίνους να εορτάζουν σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο. Το 1695 ο αρχιεπίσκοπος Λευκάδας Άνθιμος Μαρίνος επέτυχε το δικαίωμα στις επίσημες γιορτές των καθολικών, την Πρώτη του έτους, του Αγίου Μάρκου, των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, του Σώματος Κυρίου και της Αγίας Ιουστίνης, όπως οι δυο κλήροι να πανηγυρίζουν από κοινού στο ναό του Παντοκράτορα μέσα στο Κάστρο.

Στις 14 Ιουνίου 1697 εγκρίθηκε από την Βενετική Σύγκλητο  η ίδρυση στην πόλη, στον ορθόδοξο ναό της Ευαγγελίστριας, παρεκκλήσι(cappella), του Λατινικού δόγματος. Ιδρύθηκε μέσα και Αγία Τράπεζα των Λατίνων (Altari) για να συλλειτουργούν και καθολικοί ιερείς. Λόγω όμως της δυσχέρειας που παρατηρούνταν κατά την εκτέλεση των τελετουργιών κατά τις εορτάσιμες ημέρες, αποφασίστηκε η ίδρυση ξεχωριστού ναού.

(Λατινική Αγία τράπεζα (Altari) σώζεται μέχρι και σήμερα μέσα στον ναό του Αγίου Μηνά -τότε ονομαζόταν Άγιος Μαρτίνος- σε χώρο δίπλα στο Ιερό.)

– Το 1722 ο Προνοητής Θαλάσσης Ανδρέας Κόρνερ παραχώρησε στους καθολικούς της Λευκάδας οικόπεδο στην κεντρική πλατεία, όπου ανεγέρθηκε Λατινικός ναός. Αφιερώθηκε στο όνομα της «Ασπίλου Συλλήψεως», (Immacolota Concezione). Στο ναό αυτό παραχώρησε το 1726 κτήμα στην Απόλπαινα, ώστε να φωτίζεται και να συντηρείται. Ο ναός κατεδαφίστηκε από τον σεισμό του 1825.

Στο Νο 1 ο ναος του Αγίου Σπυρίδωνα, στο Νο 2 του χάρτη, η Καθολική εκκλησία στην κεντρική πλατεία

Όπως αναφέρει ο ιστορικός Πάνος Ροντογιάννης  (1976) σε περιγραφή του για το εσωτερικό του ναού του Αγίου Σπυρίδωνα στην κεντρική πλατεία:

«Στους πλαϊνούς τοίχους το ναού υπάρχουν τέσσερις πολύ μεγάλες ελαιογραφίες σε πλαίσια (διαστ. 2 Χ 2). Στο βόρειο τοίχο ανατολικά είναι ο Μυστικός Δείπνος. Του δυτικότερου πίνακα το θέμα είναι ασαφές. Πρόκειται πιθανότατα για μαρτύριο κάποιου αγίου. Ο Πίνακας ο προς τ’ ανατολικά, στο νότιο τοίχο, εικονίζει τη Θυσία του Αβραάμ και ο προς τα δυτικά τη Σαλώμη, που κρατεί την αποτομημένη κεφαλή του Προδρόμου.
Τα έργα αυτά σύμφωνα με αόριστη παράδοση βρίσκονταν ως τα 1825 στη λατινική εκκλησία που ήταν στην άλλη άκρη της πλατείας και απέναντι από τον Άγιο Σπυρίδωνα και καταστράφηκε το 1825. Οι τέσσερις αυτοί πίνακες έχουν πάθει ζημιές από νεώτερο πλύσιμο.»

Η καθολικός ναός στην παραλία της Λευκάδας

Μετά το 1825 δεν επιτράπηκε να ξαναγίνει η καθολική εκκλησία και να λειτουργήσει το νεκροταφείο στην νότια πλευρά της κεντρικής πλατείας.

(Στην πόλη σε όλες σχεδόν τις εκκλησίες υπήρχαν πέριξ αυτών άλλα τόσα νεκροταφεία. Αυτά μαζί με τα λιτρουβειά, στον περιορισμένο και κλειστό χώρο της πόλης, με τους στενούς δρόμους, αποτελούσαν πηγή μόλυνσης. Τα νεκροταφεία έκλεισαν το 1888.)

Η παρακάτω εικόνα είναι άγνωστης ημερομηνίας. Εικονίζεται  η καθολική εκκλησία στην παραλία της Λευκάδας να είναι περιφραγμένη και να καταλαμβάνει μέρος του γνωστού από φωτογραφίες, κήπου, «Μποσκέτο».
«Ανατολικά του Μποσκέτου, στο εκεί πλάτωμα, υπήρχε μια καθολική εκκλησία, δεδομένου ότι τότε στην πόλη της Λευκάδας διέμεναν οικογένειες ιταλικής κυρίως καταγωγής, που, για να ακριβολογήσουμε, ήταν μπουρανέλλοι που δεν είχαν αφομοιωθεί από το ντόπιο στοιχείο. Η εκκλησία λειτουργούσε κάθε Κυριακή και ο καθολικός ιερέας, ο φλάρης, ερχόταν από την Κέρκυρα με το πλοίο της γραμμής, το γνωστό Ντελίνι.
Γράφει ο Βασίλης Φίλιππας για το Θέμα αυτό: «Η καθολική Εκκλησία της πόλης [παραλίας], βρισκόταν στην ανατολική πλευρά του σημερινού πάρκου, του παλιού «Μποσκέτου» της παραλίας, στο χώρο όπου σήμερα βρίσκεται το ξενοδοχείο «Ιόνιον Σταρ». Εκεί μέχρι και πριν από τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο εκκλησιαζόταν η ιταλική παροικία που αποτελούσε κατά κύριο λόγο τη μικρή καθολική Κοινότητα της Λευκάδας, καθώς και οι πολλοί καθολικοί ναυτικοί που έρχονταν στη Λευκάδα με τα πλοία τους για τη μεταφορά του λευκαδίτικου κρασιού. Ο Παναγιώτης Κουνιάκης στο βιβλίο του Η σύγχρονη Λευκάς ( 1937) γράφει ότι σ’ αυτόν «εκκλησιάζοντο άπαντες οι εν Λευκάδι ιταλοί, η οικογένεια Σουμιέν Βράτιξ και πλείστοι άλλοι. Δεσποινίδες έψαλλον αρμονικώς επί του αρμονίου το «Ανe Μaria dolorosa» και εγέμιζε ο ναΐσκος εκείνος από τα τότε χάρματα της Λευκαδίας νεότητας». Τη λειτουργία έκανε ο «φλάρης» ή «φλάρος», ο καθολικός ιερέας που ερχόταν ειδικά γι’ αυτό το σκοπό από την Κέρκυρα, ο οποίος παρέδιδε και δωρεάν μαθήματα ιταλικών σε όποιον Λευκαδίτη το επιθυμούσε.»

Στην επόμενη εικόνα του 1931, (67 χρόνια μετά την Ένωση), φαίνονται οι μεταβολές που έχουν επέλθει στο παραλιακό μέτωπο της πόλης. Το Μποσκέτο έχει οριοθετηθεί και μεταξύ αυτού και της εκκλησίας έχει διανοιχτεί δρόμος. Τα παραλιακά κτίρια αριστερά και πίσω του Λατινικού ναού κτίστηκαν από το 1910 μέχρι το 1925. Διαφέρει όμως και η είσοδος του ναού. Επειδή και οι εκκλησίες είχαν την ίδια τύχη με τα υπόλοιπα κτίρια κατά τους καταστρεπτικούς σεισμούς που έπλητταν το νησί, είναι πιθανόν σε κάποιο σεισμό ο ναός να υπέστη ζημιές και να αναστηλώθηκε.

Η καθολική εκκλησία στο Νο 2, το 1931

Μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα οι Καθολικοί ναοί συντηρούνταν από τις εισφορές των καθολικών της πόλης. Όλοι οι περιηγητές της εποχής αναφέρουν την φτώχεια που μάστιζε σε όλα τα Επτάνησα την Καθολική Εκκλησία. Σε αυτό είχε συντελέσει κυρίως το γεγονός της ελάττωσης του αριθμού των καθολικών, όχι εξαιτίας αποχώρησης από τα νησιά αλλά γιατί οι Βενετοί νυμφεύονταν γυναίκες ορθοδόξου δόγματος και τα παιδιά ενστερνίζονταν το θρησκευτικό δόγμα της μητέρας τους. Αυτό είχε συμβεί σε μεγάλο βαθμό και στη Λευκάδα.

Σύμφωνα με προσωπικές μαρτυρίες μέχρι και τον πόλεμο του 1940 ο Λατινικός ναός στην παραλία της Λευκάδας λειτουργούσε τακτικά με ιερέα που ερχόταν από την Κέρκυρα. Οι ντόπιοι κάτοικοι τον ονόμαζαν Φλάρη(2). Είναι πιθανόν, ο ναός είτε να κατεδαφίστηκε είτε να έπαθε μεγάλες ζημιές από τον καταστρεπτικό σεισμό του 1948 και ελλείψει Καθολικών πιστών, να μην οικοδομήθηκε ξανά.

———————-

(1) Βλ. Βασίλης Φίλιππας, «Πραγματολογικός και λαογραφικός υπομνηματισμός», Ανδρομάχη Φίλιππα-Χαριτωνίδου ηθογραφίες λευκαδίτικες Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών, Αθήνα 2010, σ. 271-272.

(2) Στην Λατινική Μονή του Παντοκράτορα στο Κάστρο, επί Ενετοκρατίας λειτουργούσε Σχολή στην οποία οι μοναχοί του τάγματος του Αγίου Φραγκίσκου αποκαλούμενοι Φρεμεντούροι (1), παρέδιδαν μαθήματα στην Ελληνική και Λατινική γλώσσα. Από το Freres mineurs ή Frari (fratelli) όπως αποκαλούνταν στη Δύση οι μοναχοί του τάγματος του Αγίου Φραγκίσκου. (από εκεί προέρχεται και το Φλάρης που αποκαλούσαν οι ντόπιοι των καθολικό ιερέα.)

Πληροφορίες αντληθήκαν από τους ιστορικούς Κωνσταντίνο Γ. Μαχαιρά και Πάνο Ροντογιάννη.

Ευχαριστώ θερμά τον Μάκη Μελά για την πολύτιμη βοήθεια που μου προσέφερε από το προσωπικό του αρχείο.
Η κεντρική φωτογραφία του τίτλου ανήκει στη συλλογή παλαιών φωτογραφιών που συγκέντρωσε η Μίρκα και η Μαριάννα Ζακυνθινού με αφορμή την έκθεση που έγινε στο Μαρκά στις 12/10/2018

Προηγουμενο αρθρο
Βιβλιοπαρουσίαση Θοδωρή Γεωργάκη
Επομενο αρθρο
Η ενημερωτική ημερίδα για τη διαχείριση των στερεών αποβλήτων της Λευκάδας

2 Σχόλια

  1. ΝΙΚΟΣ ΣΟΛΔΑΤΟΣ
    17 Απριλίου 2019 at 08:49 — Απάντηση

    Πολύ καλό άρθρο!

  2. Σπυρδώνης
    16 Απριλίου 2019 at 23:59 — Απάντηση

    Μπράβο! Υπέροχο άρθρο! Να καταθέσω τη μαρτυρία μου. Η βαβά μου, μου έλεγε ότι θυμάται όταν ήταν 10 χρονών (το 1918) το Φλάρο (καθολικό ιερέα) με τη συνοδεία του να πηγαίνει πεζός κρατώντας κάποια ιερά σκεύη από την πόλη της Λευκάδας προς την Φραγκόκλησσα στη Μεγάλη Βρύση. Θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να μαθαιναμε την ονομασία της καθολικής αυτ΄ς εκκλησίας. Θυμάμαι μάλιστα ότι όταν κάποιος φλυαρούσε πολύ του έλεγε (η βαβά μου) περιπαικτικά «Τσώπα μωρέ Φλάρε!».

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *