HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΗ Λευκάδα της δεκαετίας του ’60: Ανάγκη για ελπίδα

Η Λευκάδα της δεκαετίας του ’60: Ανάγκη για ελπίδα

Απόγευμα στις 12 Μάιου 1962 ο αδελφός μου κι εγώ περνούσαμε με το αυτοκίνητο το Κάστρο της Αγίας Μαύρος. Όταν το σιτροέν μας έφτασε στην περαταριά, μια δυνατή γυναίκα άρχισε να γυρίζει ένα μοχλό για να κινήσει τη βαριά σιδερένια αλυσίδα και αργά-αργά γλιστρήσαμε πάνω από το μικρό κανάλι στη Λευκάδα. Στη Χώρα γεμίσαμε το ντεπόζιτο στο βενζινάδικο του Φραγκούλη -το μοναδικό βενζινάδικο στο νησί – και ξεκινήσαμε για τον Άγιο Πέτρο. Οδηγώντας κάτω από τον απογευματινό ήλιο στον γεμάτο λακκούβες δρόμο περάσαμε μέσο από μικρά χωριά κατά μήκος της ανατολικής ακτής. Αντίκρισα για πρώτη φορά τη βαθυγάλανη θάλασσα και τους άγονους λόφους γύρω από τη Βασιλική που θα γινόταν ο χώρος εργασίας μου για τα επόμενα χρόνια.

Είναι απίστευτο πόσο διαφορετική ήταν η Λευκάδα εκείνης της εποχής από τη Λευκάδα του σήμερα. Οι γυναίκες στα χωριά φορούσαν την παραδοσιακό στολή τους, τη χωριάτικη φορεσιά. Οι δρόμοι και τα καφενεία του Άγιου Πέτρου, όπου διέμεινα αρχικά, έσφυζαν από ζωή και τα σχολεία όταν γεμάτα μαθητές. Κάθε πρωί εκατοντάδες αγρότες με τα γαϊδουράκια τους φορτωμένο εργαλεία, ακολουθούμενοι από αιγοπρόβατα, έφευγαν για δουλειά στον κάμπο.

Νωρίς το πρωί δύο γεμάτα λεωφορείο (μέσω Χορτάτων και Βασιλικής) μετέφεραν άνδρες, γυναίκες και αρρώστους στη Χώρα και επέστρεφαν το απόγευμα. Οι χωρικοί πήγαιναν για ψώνια, για να επισκεφτούν κάποια υπηρεσία, τράπεζα, γιατρό ή για να παραστούν σε δίκες. Ο Άγιος Πέτρος είχε κάμποσα παντοπωλεία, όπου μπορούσαν να προμηθευτούν διάφορα πράγματα για να καλύψουν τις καθημερινές ανάγκες: ζυμαρικά, κονσέρβες με κρέας, παπούτσια, φορέματα, οδοντόπαστα, σαπούνι και χλωρίνη για να πλύνουν τα ρούχα τους και φυσικά, κεριά για την εκκλησία, μπαταρίες για τον φακό και κηροζίνη για να ανάψουν τα φώτα στο σπίτι τη νύχτα. Όσοι δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν κηροζίνη χρησιμοποιούσαν ένα ή δύο λυχνάρια που άναβαν με ελαιόλαδο. Το χωριό απέκτησε ηλεκτρικό μόλις τη δεκαετία του εβδομήντα.

Στον Νικολή, όπου διέμεινε η οικογένειά μου αργότερα, δύο φορές την εβδομάδα ερχόταν με τα πόδια από τον Άγιο Πέτρο ο ταχυδρόμος. Κόρναρε, καθόταν κάτω από το μεγάλο πλατάνι της πλατείας και μέσα σε λίγο χρόνο κατέφθαναν οι χωρικοί για να πάρουν τα γράμματα και τα χρήματα που τους έστελναν συγγενείς από μακριά.

Σε κάθε χωριό υπήρχε ένα τηλέφωνο που βρισκόταν σε ένα κατάστημα ή σε ένα καφενείο. Για να συνδεθεί κανείς διαρκούσε τουλάχιστον δέκα λεπτά, ακόμα και ώρες μερικές φορές, ή δεν δούλευε καθόλου. Για να ανακοινώσουν νέα, όπως έναν γάμο, κάποιο συγκεκριμένο άτομο μοίραζε τις προσκλήσεις από σπίτι σε σπίτι ή και σε άλλα χωριά με τα πόδια. Τα μονοπάτια ήταν απότομα, στενά και γεμάτα πέτρες. Στον Άγιο Πέτρο και τη Βασιλική μπορούσε κανείς να νοικιάσει φορτηγά για βαριές μεταφορές. Σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης μπορούσε κανείς να καλέσει το μοναδικό ταξί που είχε η Βασιλική. Περισσότερα ταξί αλλά και κάποια ΙΧ υπήρχαν στη Χώρα.

Τη δεκαετία του εξήντα οι γυναίκες δούλευαν αδιάκοπα από νωρίς το πρωί μέχρι αργά τη νύχτα. Φρόντιζαν τα παιδιά, τους αρρώστους και τους ηλικιωμένους συγγενείς, έφτιαχναν τον πρωινό καφέ, μαγείρευαν το μεσημεριανό, το δείπνο, έφτιαχναν το τυρί και έψηναν το ψωμί. Πήγαιναν να φέρουν νερό που το κουβαλούσαν πάνω στο κεφάλι τους μέσα σε βαριούς χάλκινους τεντζερέδες. Έπειτα έπρεπε να πλύνουν τα ρούχα για όλη την οικογένεια είτε στο πηγάδι κοντά σε κάποιο αρδευτικό κανάλι ή σε κάποιο ποτάμι. Επίσης το μάζεμα των καυσόξυλων από κάποιο κοντινό ή μακρινό δάσος ήταν υποχρέωση της νοικοκυράς.

Εκτός αυτών έπρεπε να βοηθήσουν στα χωράφια, να βοσκίσουν τα πρόβατα και τις κατσίκες, και κατά τη διάρκεια των κρύων χειμωνιάτικων ημερών μάζευαν ελιές και χόρτα. Ένα επιπλέον βάσανο για τις νιόπαντρες ήταν η σκληρή συμπεριφορά της πεθεράς. Οι γυναίκες υπέφεραν από τη βία και οι σύζυγοι συχνά ήταν πολύ σκληροί απέναντί τους.

Μετά τη δουλειά στα χωράφια οι άνδρες συναντιούνταν στα καφενεία με φίλους για να συζητήσουν, να πιουν και να παίξουν χαρτιά. Για να θρέφουν τις οικογένειες τους πολλοί έπρεπε να αναζητήσουν προσωρινή εργασία στα καπνά ή στο βαμβάκι στην απέναντι στεριά (Ακαρνανία). Πολλοί άνδρες ήταν χρεωμένοι σε φίλους ή στην τράπεζα εξαιτίας κάποιας αρρώστιας στο σπίτι, λόγω της προίκας που έπρεπε να μαζέψουν για την κόρη τους ή λόγω του τζόγου. Στα χωριά τα σπίτια ήταν κτισμένα το ένα κοντά στο άλλο κάτι που συχνά κατέληγε σε συγκρούσεις μεταξύ των γειτόνων. Αιτία των συγκρούσεων αυτών ήταν συχνά μικροπράγματα, όπως: το δικαίωμα χρήσης κάποιου μονοπατιού ή ζημιές που προκαλούσαν οι κότες. Παρόλα αυτά οι συγκρούσεις αυτές κατέληγαν σε δαπανηρές και χρόνιες δικαστικές υποθέσεις και σε μιαν έχθρα που δεν μιλούσαν ο ένας στον άλλο για το υπόλοιπο της ζωής τους.

Τα χωριάτικα σπίτια στους λόφους αποτελούνταν από ένα μόνο ισόγειο. Αν κάποιος αγρότης είχε την οικονομική δυνατότητα να χτίσει ένα ξεχωριστό μικρό οίκημα κοντά στο σπίτι τότε αυτό ήταν μια κουζίνα. Τα παράθυρα των δωματίων δεν είχαν τζάμια αλλά ξύλινα παντζούρια που έκλειναν τη νύχτα. Ένα σπίτι είχε το πολύ τέσσερα χωρίσματα αλλά δεν είχε ταβάνι και ο χειμωνιάτικος παγωμένος αέρας περνούσε μέσο από τα κεραμίδια στα δωμάτια. Ο μόνος τρόπος θέρμανσης ήταν η φωτογωνιά γύρω από την οποία καθόταν η οικογένεια. Τα κεραμίδια που δεν ήταν καλά στερεωμένα έπεφταν από τους συχνούς σεισμούς. Έτσι τα κεραμίδια έπρεπε να επανατοποθετηθούν πριν ξεκινήσουν οι έντονες βροχοπτώσεις του χειμώνα.

Καθώς εκείνη την εποχή τα αντιβιοτικά σπάνιζαν, οι άνθρωποι φοβόνταν μήπως κρυολογήσουν ή μήπως αρρωστήσουν από πνευμονία, που είχε ήδη κοστίσει πολλές ζωές στο παρελθόν, όπως μου διηγούνταν οι ντόπιοι γέροντες. Για να προστατευτούν από το κρύο οι γυναίκες φορούσαν αρκετά ρούχα ακόμα και τις πιο ζεστές μέρες του καλοκαιριού ενώ οι άνδρες φορούσαν μια χοντρή φανέλα, πλεγμένη από μαλλί των δικών τους προβάτων. Υπήρχε ένα μικρό αγροτικό ιατρείο στον Άγιο Πέτρο το οποίο διηύθυνε ένας γιατρός και κάποιες νοσοκόμες. Άλλο ένα υπήρχε στην Καρυά, ενώ το κεντρικό νοσοκομείο βρισκόταν στη Χώρα.

Η γέννηση ενός αγοριού ήταν μεγάλη ευτυχία για τους γονείς, αλλά η γέννηση ενός κοριτσιού ήταν βάρος, καθώς οι γονείς είχαν την έγνοια της προίκας. Καθώς δεν υπήρχαν ακόμα τότε μωρουδιακά ρουχαλάκια και πάνες, τύλιγαν το νεογέννητο ολόκληρο, συμπεριλαμβανομένων και των χεριών, με φασκιές που σταθεροποιούνταν με μια παραμάνα. Τα βρώμικα ρούχα πλένονταν. Όταν γεννιόταν ένα κορίτσι, η γιαγιά, η μητέρα και το ίδιο το κορίτσι μόλις μεγάλωνε και μπορούσε, ξεκινούσαν να δουλεύουν για τη συγκέντρωση τας προίκας. Ύφαιναν καρπέτες, πάντες και σακούλια, κεντούσαν μαξιλαροθήκες και μαντήλια, έπλεκαν κάλτσες και πουλόβερ και άλλα πολλά.

Έκαναν οικονομίες για να μπορέσουν να αγοράσουν κλινοσκεπάσματα και ρούχα από το παζάρι και από πραματευτάδες. Κάθε μητέρα ήταν περήφανη για την προίκα της κόρης της και έδειχνε στους επισκέπτες τον ψηλό γίκο που ήταν τοποθετημένος σε τέτοιο σημείο του καθιστικού ώστε να φαίνεται. Όταν συμφωνούσαν και οι δύο γονείς με την πρόταση της προξενήτρας καθοριζόταν η μέρα για τα καρφώματα. Την ημέρα αυτή η οικογένεια και οι συγγενείς του γαμπρού έρχονταν στο σπίτι της νύφης για να μετρήσουν – και να καρφώσουν με κόκκινη κλωστή -κάθε αντικείμενο της προίκας. Το βράδυ ο γαμπρός κουβαλούσε την προίκα σπίτι. Ο γάμος ακολουθούσε μία με δύο εβδομάδες αργότερα.

Το 1970 ένας ισχυρός σεισμός προκάλεσε σοβαρές ζημιές σε σπίτια στο Κομηλιό. Μέρες αργότερα ο Πατακός μαζί με τον Νομάρχη επισκέφθηκε το Κομηλιό και αποφάσισε ότι ένα νέο χωριό θα πρέπει να χτιστεί εκεί κοντά. Εκείνα το χρόνια – με χρηματοδότηση της κυβέρνησης – Άγιος Βασίλειος και Ρουπακιάς μετακινήθηκαν στον Άγιο Πέτρο, ενώ οι κάτοικοι του Νικολή και του Μανάση αρνήθηκαν να μετακινηθούν.

Το διάστημα 1962 -1972 η Λευκάδα έχασε περίπου 25% του εργατικού της πληθυσμού εξαιτίας της μετανάστευσης! Τα πρώτα χρόνια νέοι άνδρες και γυναίκες μετανάστευσαν στην Αυστραλία. Μετά το 1966 ενεργοί αγρότες άφησαν τις οικογένειές τους για να δουλέψουν στις χώρες της Βόρειας Ευρώπης. Όταν επέστρεφαν μετά από κάποια χρόνια δεν έδειξαν κάποιο ενδιαφέρον να επενδύσουν τις οικονομίες τους στο χωριό. Αντί αυτού αγόρασαν διαμερίσματα στην Αθήνα. Και σύντομα ακολούθησε και όλη η οικογένεια. Αυτή η μεγάλη απώλεια εργατικού δυναμικού της Λευκάδας ήταν το τελειωτικό χτύπημα για τα ημιορεινά χωριά. Αργά- αργά ερήμωσαν και οι εγκαταλελειμμένοι αγροί αφέθηκαν στις δυνάμεις της φύσης.

Κείμενο και φωτογραφίες: Fritz Berger από το βιβλίο: «Η Μορφή των Χρόνων – Λευκάδα 1962 -2016»

Προηγουμενο αρθρο
Το Δημόσιο των… αρίστων
Επομενο αρθρο
Σεισμός 7,1 Ρίχτερ με δεκάδες νεκρούς στο νότιο Μεξικό

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *