HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΗ Περιπέτεια του Castello των Ορσίνι -Μέρος Γ΄

Η Περιπέτεια του Castello των Ορσίνι -Μέρος Γ΄

Γράφει ο Νίκος Βαγενάς

Σύμφωνα, λοιπόν, με τον τύπο οχυρώσεως και δη επί επιπέδου εδάφους το έργο ανήκει στον Ρωμαϊκό τύπο του παραλληλογράμμου σχήματος, καλούμενος ως Castra Tertia.(1) Ο εν λόγω τύπος υιοθετήθη υπό των Γάλλων κατά τον 8ομ.Χ. αιώνα απεκληθείς, ένεκα της περιορισμένης του εκτάσεως, ως Curticula, δηλαδή μικρός περιτειχισμένος χώρος ή μικρος αύλειος χώρος (Curits = αυλή, Curticula = μικρή αυλή και σημερ. Cortile = αυλή και δη περιβαλλομένη υπό τείχους ή τοιχών οικημάτων).

Ας μη προξενεί εντύπωσι η επιλογή έργων που εφηρμόζοντο προ αιώνων, καθ’ ότι η περίοδος του Μεσαιώνος ήτο η συνέχισις της ρωμαϊκής κουλτούρας (υπό τον Χριστιανικόν μανδύαν όμως) και επί πλέον η αναφυομένη, αισθητική των κτηρίων (π.χ. Ρωμανικός ρυθμός) εξελίσσετο με αργούς ρυθμούς. Έτσι, επερνούσαν μεγάλα χρονικά διαστήματα δίχως να αποτιναχθή τελείως η Ρωμαϊκή επιρροή στην επακολουθήσασα κοσμική και οχυρωτική Τέχνη της Μεσαιώνου περιόδου.

Εξ’ άλλου, πλείστα έργα που αφορούσαν τις μεταγενέστερες οχυρώσεις (ιδίως πριν τον 16ο αι.) είχαν τις ρίζες των στους αρχαίους λαούς της Μεσογείου δηλαδή στους Έλληνες, στους ανατολ. λαούς, στους Καρχηδονίους και τέλος στους Ρωμαίους. Έτσι, το παρόν έργο στην Ρωμαϊκή εποχή θα απαντάτο της αιχμηρής κορμο-πασσαλοφραγής, γνωστό ως Fortis Lineis και ακόμη ως Castellum ή Castello. Ως έργον, επί περιόδου της Νέας Ρώμης(2) ήτο ένα προωθημένον οχυρό, καλούμενον ως Castella, το οποίον εκτός της χρήσεώς του ως παρατηρητήριον και σταθμός ελέγχου επί των συνόρων, εφιλοξένει τα βράδυα και τους “Φυλάγους” ή “φυλάχους” δηλαδή τους εφίππους οδίτες που εκτελούσαν περιοπολία από σταθμό σε σταθμό των ειπωμένων συνόρων.

Το παρόν έργο, αν και περιφερειακό ιδίως δε και ήσσονος σημασίας, σε ό,τι αφορά τις εξωτερικές του διαστάσεις, φέρει ανθρωποκεντρικά στοιχεία, οι οποίες διαστάσεις “ώφειλον όπως εκφράζωνται δ’ ευτάκτων αναλογιών”. Εδικώτερον οι διαστάσεις του έργου αντιστοιχούν ως εξής: Το μήκος του κυρίως οχυρού, ισούται με το ύψος ενός κανονικού ανθρώπου, το δε πλάτος με το εύρος αυτού στο ύψος των ώμων. Επί πλέον, το γώνιασμα του δυτικού τείχους απολήγει, μεταφορική εννοία, στο μέσον του μηρού ενός ορθίου ανθρώπου και δη σε στάσι “προσοχής”. Σύμφωνα με την κλίμακα σχεδιάσεως του σχεδιαγράμματος Coronelli, δίχως τους διδύμους τετραγωνιαίους πύργους της βορείου πλευράς, το μήκος του Castello ανήρχετο περί τα 79 μέτρα, το δε πλάτος αυτού περί τα 28 μέτρα.

Από τους τέσσερις, συνολικά, πύργους που εμφαίνονται στην αποτύπωσι, ο νότιος πύργος (Turris) ήτο ο μεγαλύτερος και το αυτό εικάζεται και για τον ελλείποντα της νοτίας πλευράς, δηλαδή εκείνον που σημειώνεται στο επόμενο Σχέδιο Νο 3 με εστιγμένη γραμμή. Με βάσι, πάντα, την κλίμακα σχεδιάσεως, οι δυό πύργοι της νοτίας πλευράς, εκτός του ότι ήσαν τετραγωνική διατομή, ανήρχοντο περί τα 11,50 x 11,50 μέτρα ο καθείς. Οι εκ διαμέτρου αντίθετοι πύργοι της βορείου πλευράς ήσαν και αυτοί τετραγωνικής διατομής, πλην όμως μικροτέρων διαστάσεων οι οποίες ως ισοδύναμες προς τους δυό πύργους, ανήρχοντο περί τα 8, 70 x 8,70 μέτρα.

Στην συνέχεια οδηγούμεθα στο δυτικό γωνιώδες τείχος. Παρατηρούμε ότι στο «γώνιασμα» φιλοξενείται ένας ακόμη πύργος του οποίου οι εκτεθημένες πλευρές, συνανήκουν στην εξωτερική δυτική τειχοποιία. Ο πέμπτος, αυτός κατά σειράν πύργος ήτο ακόμη μικροτέρας διατομής, η οποία ανήρχετο περί τα 7,00 x 7,00 μέτρα και απετέλει την κυρίαν είσοδο (Porta Principalis) για το εσωτερικό του οχυρού. Σύμφωνα με τις τότε πρακτικές, ασφαλώς επάνω από την κυρία πύλη ήτο διαμορφωμένη η κατοικία των φρουρών της εισόδου. Λόγω της μικρότητος του έργου αλλά και του περιθωριακού χαρακτήρος του, θα ήτο ριψοκίνδυνον να υποστηριχθή η ενίσχυσις της πύλης με κάθετη (καταπίπτουσα) καγκελλο-φραγή, καλουμένη ως Port(i)culis, ενώ κατά μεγάλη πιθανότητα θα υπήρχε το κατάχυστρον υπεράνω της πύλης γνωστόν ως Machicoulis.

Μιά δευτέρα εξωτερική πύλη, αποτυπώνεται στο σχέδιο Coronelli, μεταξύ των δυό πύργων της βορείου πλευράς. Πρόκειτο για την θαλασσία πύλη (Porta Navalis), η οποία στα οχυρωτικά έργα των επομένων αιώνων απαντάται σε διάφορα μεγέθη και θέσεις γνωστή ως Porta Marina και ενίοτε ως πύλη βοηθείας (Porta del Soccorso, Porta del Salvo, Portello κ.ά.). Κατά τα φαινόμενα, η βορεία πύλη, εξυπηρετούσε τις θαλάσσιες μεταφορές, την άφιξι πιθανών ενισχύσεων κι’ ακόμη την λάθρα διαφυγή των Αυθεντών. Ανήκε στον απλό τύπο πύλης καθ’ ότι έμπροσθεν αυτής δεν υπήρχε ικανός χώρος προκειμένου να αποβιβασθή πλήθος εφορμούντων δια λέμβον από την μεριά της θαλάσσης. Κατά τον πλέον συνήθη τρόπο, εδημιουργείτο ένα απλό άνοιγμα στην τειχοποιία και όπισθεν αυτού κατεσκευάζετο η δίδυμη κλίμακα αναβάσεως προς τον περιτείχιο δρόμο της επάλξεως.

Το Castello, δεν ανήκε στην κατηγορία εκείνη μέσα από την οποία θα ανεδύετο, στα μάτια του επισκέπτου, η ισχύς του ηγεμόνος, αλλά εκείνη που εχαρκτήριζε τα εξ’ ανάγκης οχυρωτικά κτίσματα. Άλλως τε, γι’ αυτό, η πιθανή-συνολική εικόνα του έργου, παρέπεμπε σε αμυντικά στοιχεία προηγουμένων περιόδων. Σ’ αυτό, ίσως, θα συνέτεινε και η μη διαμονή του Ιωάννη Α΄ Ορσίνι στην Λευκάδα, αφού, όπως ήδη εσημειώθη, διέμενε στην Κεφαλληνία. Ένας επί πλέον βασικός παράγοντας που συνετέλεσε στο μη εκλεπτυσμένον της κατασκευής, ήτο η απόμακρος και προωθημένη θέσι του έργου, προορισμένου μόνον για στρατιωτικό και εποπτικό (επί των δουλοπαροίκων), ρόλο.

Επειδή, μεγάλο μέρος της σιωπής των κειμένων αφορά την περιγραφή των αμυντικών γραμμών των οχυρώσεων εν γένει, εξ’ ανάγκης στην παρούσα περιγραφή θα γίνη αναφορά των αμυντικών στοιχείων τα οποία κατά κόρον εχρησιμοποιώντο εκείνη την εποχή, χωρίς αυτό να σημαίνη ότι, απ’ όσα θα περιγραφούν, απαντήθησαν εξ’ ολοκλήρου στο Castello. Ως εκ τούτου κανείς δεν είναι σε θέσι να αμφισβητήση την ύπαρξι των περιμετρικών θωρακίων, τις καθ’ ημάς οδοντωτές επάλξεις, δηλαδή τα τμηματικά (ή ατομικά) τοιχώματα, όπισθεν των οποίων εκαλύπτοντο οι υπερασπειστές. Το κάθε τοιχόκτιστο θωράκιον, εκαλείτο ως Lorica και στην Λατινική του Μεσαιώνος παρέπεμπε και στο θωράκιον (θώρακα) της πανοπλίας. Ο θώρακας της πανοπλίας στην ελληνοποιημένη Λατινική απαντάται ως Λωρίκιον, ενώ σε αντιδιαστολή με τον μεγάλο θωράκιον των επάλξεων, στην Λατινική του Μεσαιώνος απαντάτο ως Loricula.

Στην επιφάνεια του τοιχοκτίστου θωρακίου, διενοίγετο η βελοθυρίς, δηλαδή η κάθετος διαμπερής σχισμή, δια της οποίας ο τοξότης (arcubus armatus) εσκόπευεν και εξετόξευε τα βέλη, καλυπτόμενος όπισθεν αυτού. Ήτο και η βελοθυρίς μια, ακόμη, επιννόησις του Αρχιμήδους την οποίαν εφήρμοσε κατά την μάχην των Συρρακουσών, εν έτει 215π.Χ. όταν η πόλις επολιορκείτο υπό του Μάρκου-Κλαυδίου Μαρκέλλου. Η εν λόγω βελοθυρίς απεκαλείτο ως cruna και στην ελληνοποιημένη Λατινική κατεγράφη ως Κρουνός. Ελλείψεως της βελοθυρίδος, η τοξοβολή (όπως και άλλου είδους βολές, εγένετο από το ενδιάμεσο κενό των θωρακίων. Έκαστον κενόν απεκαλείτο ως crena, το δε σύνολο της αμυντικής γραμμής που ενεφάνιζε αλλεπάλληλος οδόντωσι, απεκαλείτο ως crenelatum για να καταλήξη ο όρος στην ιταλική ως crenellazione. Η μετακίνησις των υπερασπιστών πέριξ της οχυρώσεως, εγένετο από έναν στενό περιμετρικό διάδρομο, όπισθεν των οδοντωτών επάλξεων, ο οποίος δίχως προστατευτικό τοιχάριο κατά μήκος του εσωτερκού χείλους, απεκαλείτο ρωμαϊστί ως alatoium και Μεσεωνιστί ως Alur ή Alure ή Aluris. Το σύνολον των επάλξεων απεκαλείτο ως Pinnae.

Επανερχόμεθα στο “γώνιασμα” του δυτικού τείχους, επί του οποίου διενοίχθη η κυρία πύλη. Σε αυτό ακριβώς το σημείο, ερμηνεύεται η δυσνόητος φράσι του Ρωμαίου αρχιτέκτονος Vitruvius (1ος αι.μ.Χ.) δια της οποίας εγένετο η προτροπή, ως προς την θέσι και την άμυνα της πύλης. Δι’ αυτής της προτροπής, η πύλη ώφειλε να κατασκευάζεται σε τέτοια θέσι και τέτοιον προσανατολισμό, ώστε ο κύριος δρόμος της εξοχής (Via Vehicularis) ή οιοσδήποτε δρόμος προσπελάσεως προς αυτήν, να οδηγή τους επιτιθεμένους κατά τέτοιον τρόπον, ώστε το δεξιό πλευρόν του σώματος να έχουν ακάλυπτον, αφού την ασπίδα εκρατούσαν με το αριστερό χέρι. Η οδηγία αυτή, δίκην προτροπής, ήρχετο από βάθος χρόνου και εστηρίζετο στην στρατιωτική τακτική που εφήρμοσε ο Ιούλιος Καίσαρ, διευθετώντας τα στρατιωτικά τμήματα (cohortes, centurie) κατά τέτοιον τρόπον, ούτως ώστε ο εχθρός υπεχρεώνετο να κινείται έχοντας την δεξιά του πλευρά ακάλυπτη. Το σύστημα αυτό, απέμεινε γνωστόν ως “Latus apertus” δηλαδή “ανοικτή πλευρά-όν” και κατ’ επέκτασιν “ανυπεράσπιστη πλευρά-όν”. Μία παραλλαγή αυτού του συστήματος, εφηρμόζετο και κατά τον προσανατολισμόν μιας οχυρώσεως, όπου στα πλέον ευάλωτα μέτωπα ή σε εκείνα από τα οποία ανεμένετο ο εχθρός, εδίδετο τέτοια στροφή στο κάθε κενό των θωρακίων, ούτως ώστε οι τοξότες του εχθρού όχι μόνον να δυσκολεύωνται να σκοπεύσουν προς τα, οπτικά, στενά ανοίγματα (crene) των θωρακίων, αλλά και οι ίδιοι να στρέφουν κατάσηθα το σώμα των προς τα βέλη των υπερασπιστών.

Το προειπωμένο “γώνιασμα” του δυτικού τείχους ήτο δυνατόν να κατασκευασθή και στρογγυλοποιημένο, δηλαδή το εξωτερικό γώνιασμα να μην προκύπτει εκ του αποτελέσματος δυό προσπιπτουσών καθέτων ευθειών, όπως στο παρόν, αλλά οι δυό ευθείες να ενώνονται μεταξύ των δια της “καμπύλης συναρμογής”(3). Ωστόσο, σε όποιον τύπο “γωνιάσματος” κατέληγε ο Στρατιωτικός Μηχανικός (Inzenarius Militare) ο αμυντικός όρος που συνόδευε αυτό το έργο, απεκαλείτο ως Clavicula ήτοι: μικρή κλείδα, μικρός ώμος. Εάν ομως για κάποιους λόγους, δεν ήτο εφικτό να δημιουργηθή επί της τειχοποιίας μία clavicula, τότε η πύλη προασπίζετο από έναν ή δυό παραπλεύρους πύργους, ανεξαρτήτως εάν ήσαν τετραγωνικής ή πεταλοειδούς διατομής. Και στις δυό περιπτώσεις, το γωνιώδες σχήμα των τετραγωνικών πύργων και το καμπύλο των πεταλοσχήμων, ανταποκρίνοντο πλήρως στον όρο της Clavicula και δη της διπλής clavicula (clivicula duplex).

Σημείωσι: Το έργο της clavicula συνεχίσθη και κατά τους επομένους αιώνας. Το “γώνιασμα” της δυτικής πύλης σε στρογγυλοποιημένη clavicula μπορούμε να παρατηρήσωμε σήμερα στο κάστρο της Αγιομαύρας και δη στο σημείο ενώσεως (όχι συναρμογής) μεγάλου προμαχώνα της εισόδου (πορτονιού) και Ν. Δυτικού τείχους επί του οποίου διανοίχθη η δυτική πύλη. Τώρα, ως προς την πιστότητα της ορθογωνισμένης clavicula (όπως εκείνης του Castello) μπορούμε να παρατηρήσωμε στην ανατολική πύλη του Κάστρου, όπου διανοίχθη στην αντίστοιχη clavicula των ανατολικών τειχών. Με δυό λόγια: Η clavicula δεν ήτο τίποτε άλλο παρα΄το έργο εκείνο το οποίο καθιστούσε όσο το δυνατόν αθέατη και συνεπώς μή βαλλομένη την πύλη μιας οχυρώσεως. Βεβαίως το εν λόγω έργο, εάν εξετασθή περαιτέρω, θα διαπιστωθή ότι προστάτευε και τις πύλες των φρουρίων του 16ου αι. Και εντέυθεν, ιδίως σαν αναπόσπαστο τμήμα των καρδιοσχήμων προμαχώνων τύπου Balvardo, εντοπιζόμενο είτε στο οπισθομέτωπο τμήμα των (spalla), δίχως το πρόσθετο ημικυκλικό τμήμα (orecchione) είτε φέροντες αυτό.

Συνεχίζεται
————

(1) Οι αναλογίες του έργου διεφοροποιούντο, αναλόγως της χρήσεως αυτού. Έτσι η αναλογία μήκους προς πλάτος στα στρατόπεδα ήτο 3 προς 2 και στα οχυρά 3 προς 1.
(2) Μία από τις τόσες ονομασίες της Κωνσταντίνου Πόλεως με προεξάρχοντα και επισήμως παγιωμένη εκείνης της Νέας Ρώμης.
(3) Καμπύλη συναρμογής = η αρμονική σύνδεσις δυό γραμμών διαφορετικής κατευθύνσεως η κάθε μιά, με την βοήθεια μιάς καμπύλης κατά τέτοιον τρόπον ώστε να μην διακρίνετο το (ή τα) σημεία ενώσεως.

Προηγουμενο αρθρο
Οι Κηπουροί του Ανθισμένου Μέλλοντός μας
Επομενο αρθρο
Βρακατσάνοι, το «εθνικό φρούτο του Δρυμώνα» που … εξαφανίστηκε

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *