HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΗ Περιπέτεια του Castello των Ορσίνι

Η Περιπέτεια του Castello των Ορσίνι

Γράφει ο Νίκος Βαγενάς

Μέσα από τούτο το σημείωμα, θα επισκευθούμε ένα κομμάτι του Κάστρου της Αγιομαύρας. Συγκεκριμένα θα… γνωρίσωμε (όσο είναι δυνατόν) το αρχικό οχυρό και συγχρόνως σημείον ελέγχου της περιοχής, κατά την τελευταία περίοδο του Μεσαίωνος έως και τον 19ο αι. Το εν λόγω οχυρόν οικωδομήθη περί τα τέλη του 1300μ.Χ. από τον τότε Αυθέντη του νησιού της Λευκάδας Ιωάννη Α΄ Ορσίνι. Η ιδιατερότης της ταυτότητός του, ωθεί μέσα από τα δυσδιάκριτα στοιχεία των μεταγενεστέρων τοπογραφικών αποτυπώσεων να παραλειφθή η περιγραφή του ανατολικού τείχους αν και μεγάλο τμήμα αυτού, ανήκε στο προειπωμένο έργο.

Με δυό λόγια: Τόσο τα στοιχεία που συνέθεταν την ταυτότητα του οχυρού, όσο και τα αντίστοιχα του τείχους, εάν και εφ’ όσον συναθροισθούν θα προκύψη τέτοια ύλη η οποία θα απευθύνεται προς ελάχιστους των αναγνωστών, κάτι που στην παρούσα περίπτωσι και συγκυρία δεν επιδιώκεται. Άλλως τε, με δεδομένη την κατοπινή κατασκευή του σημερινού Κάστρου, το έργο των Ορσίνι, περιήλθε σε δεύτερη μοίρα, λόγω εξελίξεως του πολέμου, ενώ το ανατολικό τείχος ετροποποιείτο και μεταλλάσσετο συνεχώς, σύμφωνα με την εξέλιξι του “Οχυρώνειν”.

Όσοι έχουν διαβάσει (έστω και ακροθιγώς) την ιστορία του Κάστρου της Αγιομαύρας, ξέρουν ότι η κατασκευή του ξεκίνησε υπό την μορφήν ενός οχυρού, απλουστάτης “φυσιογνωμίας” και μάλιστα χωροθετημένο στο Βορειοανατολικό άκρο μιας υπαρχούσης και ισοπέδου νησίδος. Μάλιστα η νησίδα φαίνεται να εδημιουργήθη εξ’ αιτίας δυό βασικών και φυσικών υδατίνων περασμάτων, δίκην ενύδρων χανδάκων(1) οι οποίοι και διετηρήθησαν από τα θαλάσσια ρεύματα καθώς εισέρχοντο στην σημερινή λιμνοθάλασσα του Αυλέμονος. Το ένα εξ’ αυτών, το ανατολικό (ως το πλέον εκτεθημένο κατ’ έναντι του Ιονίου) ήτο ισχυρότερον, τόσον, ώστε εμπόδισε τον σχηματισμόν της υφαλώδους πλακός. Το σημείον αυτό, εντοπίζεται στο βόρειο στόμιο της μεγάλης θαλλασίου τάφρου ανατολικώς του Κάστρου.

Σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, τον Ιούλιο του 1300μ.Χ. ο προειπωθείς Ιωάννης Α΄ Ορσίνι, αιτούσε εγγράφως από τον Βασιλικό Οίκο της Napoli, την άδεια ανεγέρσεως ενός οχυρωτικού έργου, επί της ανωτέρω νησίδας. Για τους γνωρίζοντες την περιοχή, επί της οποίας κείται η νησίδα αυτή, δεν είναι δύσκολο να την εντοπίσουν στο μέσον, περίπου, μιας αγόνου παρακτίου πεδιάδας, που αρχίζει από την περιοχή των σημερινών ανεμομύλων της Γύρας και απολήγει στην περιοχή της ημιυφαλώδους “Πλάκας” των Διαβασιδών. Όσον δε για την νησίδα επί της οποίας ο Ιωάννης Α΄ Ορσίνι ανήγειρε, στη συνέχεια, το οχυρό του, εκφράζεται η βεβαιότητα ότι δεν απετελείτο από προσχωσιγενή υλικά, ει μη στις παρυφές αυτού. Επί πλέον, οι εκατέρωθεν της νησίδας επιμήκεις ψαμμαθώνες (αμμώδεις λωρίδες) τυγχάνουν σχηματισμένοι υπό φερτού υλικού, ενώ η σύστασις του υπεδάφους της νησίδας τυγχάνει φυσική και αυτό ενισχύεται από την ύπαρξι τριών-τεσσάρων πηγαδιών, από τα οποία υδρεύοντο οι περίοικοι του Κάστρου έως πριν ολίγες δεκαετίες.(2)

Η ύπαρξι νερού σε παράκτιες περιοχές ήτο ο… κράχτης προς τα παραπλέοντα πλοία ιδίως τότε που ο πλούς εγένετο, σχεδόν, γυαλό-γυαλό. Γύρο από μιά τέτοια “ζωηφόρο πηγή” εδημιουργώντο, ως συνήθως, πάσης φύσεως εγκαταστάσεις είτε αυτές εξυπηρετούσαν τις ανάγκες εφοδιασμού των πλοίων, είτε εχρησιμοποιώντο ως χώροι εκφορτώσεως ή μεταφορτώσεως προϊόντων, από ή προς τα ενδότερα άλλων περιοχών. Το βασικώτερον όμως ήτο η ύπαρξι ιερών, κάτι που ήρχετο από την αρχαία εποχή και που συνεχίσθη και κατά τους επομένους αιώνες. Ήδη ο Διονύσιος ο Αλικαρνασεύς, “ομιλεί” για ένα τέτοιο ιερό της Αινειάδος Αφροδίτης(3), εντός του λιμνοθαλασσίου χώρου της αρχαίας πόλεως “Λευκάς”. Συγκεκριμένως, τοποθετεί το εν λόγω ιερό μεταξύ της αρχαίας πόλεως και Διορύκτου, δηλαδή του (δι’ εκβαθύνσεως του λιμνοθαλασσίου πυθμένος) ναυτικού αύλακος.

Μουσείο Κορέρ Βενετία: Εικονίζεται το Φρούριο της Αγίας Μαύρας με κλειστές τις βόρειες εισόδους των τάφρων από την προσάμμωση

Όσον αφορά δε την εκτιμωμένη θέσι του ιερού (και κατ’ επέκτασι της νησίδος επί της οποίας ανηγέρθη), έχουν προταθεί διάφορες γνώμες, από τις πλέον συζητήσιμες έως τις πλέον εξωφρενικές. Ωστόσο, στην άμεση περιοχή της νησίδος υπάρχουν αρχαία λείψανα λιμενικού ή διαυλικού έργου τα οποία, αν μη τι άλλο, δίνουν κάποιες πιθανότητες, ώστε το ιερόν της Αφροδίτης να ανηγέρθη επί του ειπωμένου χώρου. Φυσικά την εποχή του Τρωϊκού Πολέμου(4) δεν υφίστατο το, κοινώς λεγόμενο αυλάκι των πλοίων μέσα στην λιμνοθάλασσα του Αυλέμονος ώστε η προσέγγισι στην νησίδα να πραγματοποιείται δια μέσου αυτής. Επίσης δεν ξέρωμε πώς ήτο διαμορφωμένη η σημερινή ακτογραμμή των ψαμμαθώνων της Γύρας και των Διαβσιδιών. Όταν, πλέον, οι Κορίνθιοι κατέλαβαν την Λευκάδα το 750π.Χ. εξεβάθυναν τον πυθμένα της λιμνοθαλάσσης προς δημιουργία πλευσίμου αύλακος, του οποίου αύλακος το τεχνικό τμήμα του είσπλουν (ή του έκπλουν) απαντάται σήμερα υπό μορφήν ευθυγράμμου σειράς τετραγωνιαίων βραχολίθων. Η κατεύθυνσι του εν λόγω έργου είναι ταυτόσημη και δη κατ’ επέκτασι της μεγάλης ανατολικής τάφρου του Κάστρου. Εάν δεχθούμε την σημερινή νησίδα του Κάστρου ως της επιλεγείσα υπό του Αινείου, για την ανέγερσι-ίδρυσι του ιερού, τότε μπορούμε να διακρίνωμε δυό βασικούς λόγους για τους οποίους οι Κορίνθιοι έστρεψαν το αυλάκι των πλοίων προς εκείνη την περιοχή: α) Ο φυσικός ένυδρος χάνδακας, τον οποίον εδημιούργησαν τα θαλάσσια ρεύματα διαπλατυσμένος, τεχνητά, στο επιθυμητό εύρος και β) η δια λιμνοθαλάσσης προσέγγισις προς το ιερό της Αφροδίτης.

Ως εκ τούτου, με αναμφισβήτητη την ύπαρξι των εν ευθυγραμμία ογκωδών βραχολίθων, η πιθανότητα το στόμιο του αύλακος να συμπίπτη με το βόρειο στόμιο της ανατολικής τάφρου αποκτά ευρυτέρα βάσι. Εξ’ άλλου μέσα από τις γραπτές αναφορές των Ενετών Προβλεπτών και τις τοπογραφικές αποτυπώσεις των Στρατιωτικών Μηχανικών, προκύπτει το γνωστό πρόβλημα που εκαλούντο να αντιμετωπίζουν, κατά διαστήματα, οι αρχαίοι ναυσιπλόοι και που δεν ήτο άλλο, ει μη η προσάμμωσι του στομίου του αύλακος. Βεβαίως, η προσάμμωσι κατελάμβανε κάποιο εύρος μόλις ολίγων δεκάδων μέτρων οπότε και εγένετο η χρήσις της Διόλκου, κάτι που έπραξαν οι Σπαρτιάτες περί τα 427π.Χ.

Στη συνέχεια αναφερόμαστε στην οικοδόμησι του πρώτου οχυρωτικού έργου στο Β.ανατολικό άκρο του νησιού της Λευκάδας. Επειδή η ακριβής τοποθεσία επί της οποίας θα ανεγείρετο το οχυρό ήτο ανώνυμος, ο Ιωάννης Α΄ Ορσίνι προσεδιώριζε τούτη σε δυό, ήδη γνωστές, της αυτής περιοχής, ήτοι: Sanctus Nicolaus και Lettorna δηλαδή Άγιος Νικόλαος και Γύρα. Κατά πάσα πιθανότητα η νησίδα είχε απωλέσει την αρχαιο-ελληνική της ονομασία (όπως τόσες και τόσες άλλες) και απεξεχάσθη. Σημειώνεται ότι η επελεχθείσα θέσι συνεκέντρωνε όλα τα επιθυμητά αμυντικά στοιχεία που θα παρείχαν ασφάλεια, όπως ήσαν οι βάλτοι, τα αβαθή και οι φυσικές ένυδρες ρηγματώσεις του εδάφους.

Το προς ανέγερσι έργο δεν θα ήτο άλλο, ει μη μιά προωθημένη φρουρά των Ορσίνι, δεδομένου ότι κατά την περίοδο εκείνη ο Ιωάννης Α΄ διέμενε στην Κεφαλληνία. Εξ’ άλλου, προωθημένα οχυρά-παρατηρητήρια αυτού του είδους, ήσαν κατά κάποιον τρόπον η συνέχεια των Ρωμαϊκών Specule από τις οποίες εξήρχοντο καθημερινώς οι Speculatores, προς συγκέντρωσι παντός είδους πληροφοριών. Εν προκειμένω, οι διαμένοντες σε τέτοιου είδους οχυρά-παρατηρητήρια και σταθμούς ελέγχου, “εξαπολύοντο” έφιπποι σε καθημερινή βάσι προς εποπτείαν των δουλοπαροίκων, επιβλέποντες εάν και κατά πόσον εκτελούντο οι υποχρεώσεις των έναντι του απόντος Αυθέντου. Επί πλέον, με βάσι τα ύστερα κατάλοιπα των αρχαιο-ελληνικών πύργων (υλικά σε δευτέρα ή τρίτη χρήσι)(5) τα οποία ευρίσκονται διάσπαρτα σε όλο το νησί, ο Αυθέντης ειδοποιείτο δια φρυκτωριών για οιοδήποτε περιστατικό που θα διεσάλευε την τάξι.

Κατά την εποχή που ανηγέρθη το συζητούμεο έργο, η Λευκάδα επερνούσε περίοδο ερημώσεως και κοινωνικώς διαρθρωμένη από ολιγομελείς διασπάρτους κατωκημένες συστάδες. Ήδη πρό των ορσίνι απετέλη τα απομακρυνσμένα όρια μιας χωροδεσποτείας και δη εκείνης της Ηπείρου. Έτσι, λοιπόν, ενώ στα υπόλοιπα νησιά του Ιονίου υπήρχαν οι έδρες των Αυθεντών ή τουλάχιστον εγένετο η άμεση διαχείρησι των πόρων των, για την Λευκάδα δεν ξέρομε τον βαθμό διαχειρήσεως και της Διοικήσεως γενικώτερα. Ίσως μόνον την θρησκευτική διαχείρησι των πραγμάτων, μπορούμε ακροθιγώς να εικάσωμε. Η ανέγερσι του έργου ανάγεται στα τέλη του έτους 1300μ.Χ. και ειδικώτερον στους πρώτους μήνες του 1301μ.Χ.

Σύμφωνα με την Νορμανδική τεχνοτροπία των οχυρώσεων που εφηρμόσθη στην Πελοπόννησο και στα νησιά του Ιονίου (πλην της Κερκύρας) τα έργα τα οποία βραδύτερον εξελίχθησαν σε κάστρα, αρχικά εθεμελιώθησαν ως μικρές φεουδαρχικές κατοικίες περιτειχισμένες ή ενισχυμένες από ακρογωνιαίους πύργους. Από τα διάφορα κατάλοιπα των Δυτικών, πλην ορισμένων επί των νήσων του Αιγαίου, δεν προκύπτουν τα αριστουργήματα της Οχυρωτικής Τέχνης, όπως των αντιστοίχων της Εσπερίας Ευρώπης. Οι Νορμανδοί, κυρίως, αλλά και οι υπήκοντες προς αυτούς, Ιταλοί φεουδάρχες ή ηγεμονίσκοι, ηρκέσθησαν στην κατασκευήν των τυπικών και αυστηρού ύφους, ωχυρωμένων παρατηρητηρίων μηδέ εξαιρουμένων και των φεουδαρχικών κατοικιών τύπου Donjon, Jiulietta κ.ά. Στην ιδική μας λογική και αισθητική, οι εν λόγω κατασκευές, μπροστά στις αντίστοιχες της Ευρώπης, φαντάζουν σαν αρχοντο-χωριατο-τσιφλικόσπιτα, τα γνωστά κονάκια. Το είδος αυτό της οχυρώσεως, στο οποίο ανήκε και το αρχικό οχυρό των Ορσίνι, αρχικά κατεσκευάζετο με αιχμηρούς πασσαλοκορμούς (Fortis Lineis) όπως και κατά την Ρωμαϊκή περίοδο, ενώ μετά την περίοδο των Σταυροφοριών απαντάται με τοιχοδομή.

Πριν ακολουθήσει η περιγραφή του προειπωμένου έργου, παρίσταται η ανάγκη αποσαφηνίσεως της δομής που θα χαρακτηρίζη το κείμενο. Για την αμεσωτέρα κατανόησι του κειμένου το όλον θα συνοδεύεται από σχέδια στα οποία θα εμφαίνεται μόνον το προς συζήτησι θέμα, παρακάμπτοντας τα συνολικά σχέδια του Κάστρου. Τα ειπωθέντα σχέδια, θα απεικονίζουν το πρώτο οχυρωτικό έργο κατά τις διάφορες φάσεις των μεταβολών του, αποδομένα σε αντιγραφή από φωτογραφίες ή αντίγραφα των πρωτοτύπων και πάντα με το ιδικό μου σχεδιαστικό ύφος. Ωστόσο ως αρχικό σχέδιο, δημοσιευμένο εξ’ ολοκλήρου, προτιμήθη εκείνο που συνέταξε ο αββάς Mario-Vicenzo Coronelli στα 1685 κι’ αυτό επειδή εμφαίνει την επικρατούσα, έως τότε, κατάστασι καθ’ ότι, κατά το απώτερο παρελθόν, δεν υπάρχουν στοιχεία περί της ταυτότητός του. Επί προσθέτως οι διάφοροι αμυντικοί όροι, που συνοδεύουν το κείμενο, των οποίων η χρήσις απαντάτο εκείνη την εποχή (έως την περίοδο της Αναγεννήσεως) θα αναγράφονται στην Λατινικήν, ώστε να συνάδουν με την τότε φιλοσοφία του “Οχυρώνειν”.

Συνεχίζεται

Σημειώσεις

(1) Κάτι ανάλογο με τους φυσικούς ενύδρους χάνδακες που διαχωρίζουν τις φυτονησίδες, απέναντι από τον σημερινό “Τεκέ”, οσάκις παρατηρείται το φαινόμενο της πλημμυρίδος.
(2) Εξ’ αυτών, το πηγάδι που ευρίσκεται στο μέσον του τείχους της δυτικής πύλης και δη εξωτερικώς και εν επαφή αυτού, εχρησιμοποιείτο για το πλύσιμο των ρούχων.
(3) Ιδρυτής των ιερών της Αφροδίτης, φέρεται ο Αινείας κατά τον… δρόμο του προς την Ιταλία, αμέσως μετά την καταστροφή της Τροίας.
(4) Δεν υπάρχει ομοφωνία ως προς την χρονολογία διεξαγωγής του Τρωϊκού πολέμου. Άλλοι των μελετητών τοποθετούν χρονικά την πολιορκία περί το 1200 π.χ., άλλοι το 3300π.χ και άλλοι προ του 10000 π.χ.
(5) Πιθανότατα ο προ-προτελευταίος πύργος κατά μήκος της ανατολικής Λευκάδας είναι ο σημερινός σωζώμενος (υπό μορφήν καταλοίπων) στην περιοχή Ευγήρου.

Προηγουμενο αρθρο
Σκορπιός: Τα προβλήματα της οικογένειας Ριμπολόβλεφ με την... Πολεοδομία
Επομενο αρθρο
Για τον αείμνηστο Γιώργο Μάλφα - τον δάσκαλό μας

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *