HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΗ συνοικία του Πουλιού

Η συνοικία του Πουλιού

Αφήνουμε τον κύριο μώλο, κι’ ακλουθούμε δυτική κατεύθυνση δίπλα στ’ αυλάκι του Πουλιού. Μέχρι το 1951 στην αρχή τ’ αυλακιού, ήτανε μια πλωτή κατοικία – αποθήκη. Η παράγκα του Λιώρη. Στην πρόσοψή της είχε δύο ταμπέλες. Η μια έγραφε «αριθ. νηολογίου 23» κι’ η άλλη αυγοτάραχο η οκά 360. Η μεγάλη επαφή με το Ξηρόμερο είχε σαν αποτέλεσμα, εκτός απ’ την Αγγλική λίτρα (δράμια 144) σε ορισμένες συναλλαγές να χρησιμοποιούν και την οκά.

Η παράγκα ήτανε γερά δεμένη στο μώλο και συγκρατούνταν ακίνητη από δύο βαρείες, φουνταρισμένες στ’ αυλάκι άγκυρες. Ο μπάρμπας Γρηγόρης, ο Μεμέτης, κι ο… παπαγάλος, ήταν το πλήρωμα της πλωτής παράγκας.

Φθάνουμε στη συμβολή των δύο δρόμων, Γουλιέλμου Δαίρπφελδ την είσοδο της πόλεως και λεωφόρου Αγγέλου Σικελιανού, για να μπούμε στη γειτονιά του Πουλιού. Η γνήσια γειτονιά μ’ αυτό το όνομα, αρχίζει καμιά εκατοστή μέτρα πιο πέρα, απ’ τα Κακαρέϊκα και τον Αι – Βασίλη, αλλά αναγκαστικά περιλαμβάνουμε και το κομμάτι αυτό στη γειτονιά μας γιατί δεν είχε ξεχωριστή ονομασία, εκτός αν το ονομάσουμε, κάπως γενικά κι’ αόριστα, γειτονιά του μώλου.

Ο τέταρτος δρόμος, κάθετος προς τη σημερινή λεωφόρο Σικελιανού, οδός Κόνταρη, καταλήγει σ’ ένα παλιό μεγάλο διώροφο κτίριο, ιδιοκτησίας Κόνταρη, και σήμερα Μαρίας Αίγιαλίδου. Αυτό το, κτίριο έχει άρρηκτα δεθεί στη μνήμη των παλιών που το θυμούνται με συγκίνηση, γιατί απέραντα χρόνια στέγαζε το Σχολαρχείον (τριτάξιον Ελληνικόν Σχολείον).

Τρεις δρόμους πιο κάτω, σ’ ένα παμπάλαιο χαμηλό παραλιακό σπίτι, έζησε η οικογένεια του περίφημου ξυλογλύπτη Στάθη Προσαλέντε ή Μαϊστράλη, γόνου της περίφημης οικογενείας Κερκύρας, βυζαντινής καταγωγής, η οποία εγκαταστάθηκε στην Κέρκυρα μετά την άλωση τής Κωνσταντινουπόλεως.

Η γειτονιά το Πουλιού είχε πολλές ομοιότητες με την προηγούμενη γειτονιά της Άγια Κάρας, άλλα κι’ αρκετές διαφορές. Δεν λείπανε φυσικά κι’ εδώ οι ξύλινες παράγκες, φτιαγμένες με καδρόνια και τάβλες καρφωμένες με καρφιά γύφτικα, κι’ απ’ έξω επενδυμένες με ντενεκέδες του πετρελαίου που γρήγορα σκουριάζανε, αλλά υπήρχαν περισσότερα καλά σπίτια, δε λείπανε οι φτωχοί ψαράδες, αλλά μένανε και πολλοί επαγγελματίες.

Στην παραλία του Πουλιού αράζανε κάμποσα μικρά ψαράδικα, μονόξυλα και πριάρια, τα τελευταία τις περισσότερες φορές τα τραβούσανε έξω και τα ρίχνανε στη θάλασσα άμα θα πηγαίνανε για δουλειά, αλλά κι’ όλες οι βάρκες που μεταφέρανε τους επιβάτες στα καράβια και τους μπανιαδώρους στο Κάστρο, γιατί ήτανε κοντά στο λιμάνι.


Μερικοί κάτοικοι αυτής της γειτονιάς φορούσανε τις Λευκαδίτικες μπουραζάνες και πολλοί περισσότεροι ζωνόντανε με ζωνάρια μάλλινα, άσπρα ή κόκκινα, κάμποσες βόλτες στη μέση τους, γιατί τα θεωρούσανε πολύ υγιεινά, κι’ οι νταήδες άφηναν να κρεμάει η άκρη των ζωναριών με τα κρόσσια. Σήμερα μονάχα ένας Λευκαδίτης φοράει τέτοιο ζωνάρι, ο Άγγελος, ο πασίγνωστος Μπολσεβίκος (παρατσούκλι σε άκρα αντίθεση με τα φρονήματά του) με, τ’ απαραίτητο γαρύφαλλο στ’ αυτί.

Κάτι που έκανε να ξεχωρίζει η γειτονιά του Πουλιού, ήτανε ο πιο εύθυμος χαρακτήρας των κατοίκων της. Αγαπούσανε τις διασκεδάσεις, ήτανε άλλως τε πιο εύποροι από τους κατοίκους της Άγια – Κάρας και συχνά στις γιορτές στήνανε χορό στις αδιειές και χορεύανε με τη συνοδεία από μαντολίνα και κιθάρες, στην ανάγκη τραγουδώντας.

Στου Πουλιού ήτανε βέβαια αρκετοί φτωχοί ψαράδες, αλλά ήτανε η γειτονιά των πλουσίων ψαράδων με τα ιβάρια και με τα καλαμωτά δίχτυα με επιπλέοντα καλάμια για το ψάρεμα των κεφαλικών, γι’ αυτό μαζί με τους αρκετά εύπορους επαγγελματίες είχαν την ευχέρεια να διασκεδάζουν, άλλα και μια πολύ περίεργη συνήθεια. Των Βαγιών να τρώνε πολύ μεγάλα ψάρια, συνήθως μουξουνάρια ή μαυρακούνια, 7 – 8 λίτρες το καθένα κι’ από τα ψάρια αυτά να περνούν δύο απ’ τα κόκαλα της κοιλιάς και να τα… μπλέκουνε στις τρίχες απ’ τ’ αρειμάνια μουστάκια τους. Αυτό το θεωρούσανε σαν γούρι, αλλά φυσικά ήτανε κι’ ένας τρόπος επιδείξεως ότι φάγανε πολύ μεγάλο ψάρι, κι’ έτσι στολισμένοι γυρίζανε σε συγγενικά σπίτια και τους κερνούσανε ή καθόντανε στο καφενέ του Μούμπουκα ή στη ταβέρνα του Κουτσουνή επιδεικνύοντας τα ψαροκόκαλα των μουστακιών τους. Κι όσοι τους βλέπανε λέγανε αυτός έβαλε το κόκαλο! Θα πρέπει να σημειώσουμε πως ήτανε άνθρωποι καθ’ όλα σοβαροί κι’ αξιοπρεπείς, αλλά και ευκατάστατοι νοικοκυραίοι.

Ακόμα τηρούσε πιστά το έθιμο την παραμονή της γιορτής της Αγιά – Μαρίνας να καίνε τον Ιούδα. Κατασκευαστής του ομοιώματος του Ιούδα, ήτανε ο Γιώργης ό Κοντινός. Ένα άδειο ξύλινο βαρέλι από ρέγκες, ένα ξύλο στη μέση κι’ ανάλογα συρμάτινα πλέγματα, αποτελούσαν το σώμα του Ιούδα που το ντύνανε με παλιά κουρέλια και τοποθετούσανε μια μαύρη μάσκα για πρόσωπο. Αυτό το κατασκεύασμα παραγέμιζαν με σανό, άχερα και προ παντός αρκετή μπαρούτι Δημητσάνικη, αλλά και άφθονα καψούλια. Η πομπή ξεκινούσε απ’ του Πουλιού με τον Ιούδα τοποθετημένο πάνω σ’ ένα κάρο, περνούσε απ’ τη κεντρική αγορά σε μια θριαμβευτική παρέλαση που συμμετέχανε όλα τα παιδιά της χώρας, άφθονα κείνο τον καιρό, αλλά και πολλοί μεγάλοι, για να καταλήξουνε στο γραφικό ξωκλήσι της Αγίας Μαρίνας κι εκεί τα μεσάνυχτα, έξω στο προαύλιο, βάζανε φωτιά. Χαλούσε ο κόσμος απ’ τους κρότους και τις εκρήξεις της μπαρούτης και των καψουλιών, ενώ η…. μπάντα της Φιλαρμονικής παιάνιζε θριαμβευτικά εμβατήρια (μαρς), κι’… ενορχήστρωνε την αφάνταστη ευθυμία. Αυτή η μεγάλη φασαρία άναβε το κέφι μικρών και μεγάλων, ύστερα μάλιστα απ’ το γενναίο υπαίθριο φαγοπότι που είχε προηγηθεί, κι άρχιζε το σπρώξιμο, από το οποίο καμιά φορά δε γλυτώνανε ούτε οι γυναίκες, όσες συμμετείχαν, σ’ αυτό το έθιμο. Μ’ άλλα λόγια, η παρέλαση και το κάψιμο του Ιούδα έδινε αφορμή για ένα άνευ προηγουμένου… φαρομανητό!

Άλλο έθιμο σ’ όλες τις γειτονιές της Λευκάδας, αλλά προ παντός στη γειτονιά του Πουλιού ήταν τα «λάμπαρδα». Την παραμονή της γιορτής του Αϊ – Γιάννη του Βαπτιστού ή Λαμπαδιάρη, στη μεγάλη αδειά, που ακόμα διατηρείται, παλιότερα με μια βρύση στη μέση, μα που δεν διαμορφώθηκε ποτέ σε πλατεία, ανάβανε μεγάλες φωτιές και πηδούσανε πάνω απ’ αυτές, στην αρχή οι νέοι, αγόρια και κορίτσια, κατόπιν όμως και οι μεγάλοι άνδρες και γυναίκες, κι όταν καταλάγιαζε η φωτιά, και μερικοί γερόντοι να τσουρουφλιστούν, όπως λέγανε, για το καλό. Άλλοι εκμεταλλευόντανε τη θράκα που έμενε για να ψήσουνε… κρεμμύδια κι ολόκληρα κεφάλια σκόρδα!

Ο κάτοικοι του Πουλιού δεν χάσανε το κέφι τους ούτε στην κατοχή! Δημιουργήσανε μιαν ορχήστρα απ’ το Σπύρο Γεωργάκη Καπόνη, ακορντεόν, ‘Ομηρο Λαυράνο, κλαρίνο, Νίκο Βρεττό, βιολί και Νίκο Μαλακάση τζαζ και χορεύανε στην πλατεία τους και μετά την ώρα της απαγορεύσεως της κυκλοφορίας. Οι Ιταλοί απ’ τις γειτονικές φυλακές, στην αρχή κάνανε μερικές εφόδους να δούνε τι συμβαίνει, μα, τόσο τους γήτευσε η ορχήστρα που σταθήκανε και παρακολουθήσανε αρκετή ώρα, για να φύγουνε τελικά άπρακτοι.

Αλλά και το έθιμο του Ιούδα διατηρήθηκε και επί κατοχής με πρωτομάστορα του ομοιώματος τον Αντώνη Μαλακάση, με τη διαφορά πως αντί για μπαρούτι και καψούλια, τοποθετούσανε στο σώμα του Ιούδα, μπόλικο χονδρό αλάτι απ’ τις αλυκές μας, και στουπιά με πετρέλαιο και τον καίγανε στην ίδια αδειά. Επακολουθούσε το σχετικό γλεντάκι μ’ άφθονο κρασί, αλλά… χωρίς μεζέ!

Θα πρέπει να προσθέσουμε για να ολοκληρώσουμε την εικόνα της γειτονιάς μας, ότι οι κάτοικοί της αγαπούσαν πολύ το λούσο, κι’ αν δουλεύανε αναγκαστικά ξυπόλητοι, ιδιαίτερα οι ψαράδες και ξυπόλητοι με μπαλωμένα ντρίλλινα παντελόνια κουβαλούσανε τα ψάρια που πιάνανε στο Μαρκά για πούλημα, μέσα στις μεγάλες αβαθείς κόφες, είχανε, όσοι φυσικά τα καταφέρνανε, το καλό τους κουστούμι από σεβιότ μαύρο ή μπλε σκούρο, συνήθως το γαμπριάτικο, και τ’ απαραίτητα μαύρα λουστρίνια (ψηλά παπούτσια με λάστιχα στις δύο πάντες) και παγαίνανε στην εκκλησία και κατόπιν στον καφενέ ή στην ταβέρνα. Οι πιο εύποροι, φορούσανε στο γιλέκο τις διπλές χρυσές καδένες με το Αμερικάνικο κατά κανόνα χρυσό ρολόι.

Πλησιάζουμε στις Φυλακές. Ο περίπατος μας κοντεύει να τελειώσει. Αλλά την τελευταία στιγμή, θυμηθήκαμε το μύλο του Χόρτη. Δε θα μας το συγχωρούσανε οι παλιοί αν τον ξεχνούσαμε. Το απατηλό όνειρο του Πέτρου Χόρτη ποτέ Καλογήρου, με συνεταίρους τον Θόδωρο Πέτρου Κατωπόδη και τον Νικόλαο Δημητρίου Ρομποτή.

Οι τρείς συνεταίροι το 1748 αποφάσισαν να κατασκευάσουνε έναν πρωτότυπο αλευρόμυλο, είδος ανεμόμυλου, με πρωτοποριακό όμως μηχανισμό, την εφεύρεση του Χόρτη. Το κτίσμα το μύλου θεμελιώθηκε σε κάποια απόσταση απ’ τις Φυλακές προς την κατεύθυνση των ανεμόμυλων της Γύρας, αλλά για πολλούς λόγους η κατασκευή δεν ολοκληρώθηκε. Έδωσε όμως αφορμή, λόγω της φρικτής από πλευράς καθαριότητας, τοποθεσίας που διαλέξανε, σε διακωμωδήσεις και σάτιρες, κι’ ακόμα και σήμερα πολλοί Λευκαδίτες αναφέρουν, έτσι για γούστο και σαν εκδήλωση αποτροπιασμού, το μύλο του Χόρτη, απ’ τον οποίον δεν σώζονται ούτε τα θεμέλια.

Οι πέπλοι τής νύκτας απλώνουν τ’ ανάλαφρα μαγνάδια τους και μας καθηλώνουν στην νυχτερινή μαγεία. Αυτή την ονειρεμένη Νιρβάνα, ξαφνικά ταράσσουν βροντερές φωνές. «Φύλακες, γρηγορειτεεεε! Φύλακες γρηγορείτεεεε», είναι οι σκοποί απ’ τις διπλανές φυλακές! Η μαγεία διαλύεται μπροστά στην πραγματικότητα της ζωής και γυρίζουμε γοητευμένοι αλλά και περίλυποι.

Τάκη Μαμαλούκα: «Λαογραφικά της Λευκάδας», 1978

Προηγουμενο αρθρο
Πρόβα τζενεράλε της μαντολινάτας του Ορφέα με τον Νίκο Πορτοκάλογλου
Επομενο αρθρο
Καθρεφτίσματα εν Λευκάδι

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *