HomeΕΠΙ ΠΑΝΤΟΣ ΕΠΙΣΤΗΤΟΥΘραύσματα: τα πολύτιμά μας

Θραύσματα: τα πολύτιμά μας

Κείμενο Συλλόγου για τον Πολιτισμό και το Περιβάλλον Νυδρίου Β. Νταίρπφελντ

Ελληνικό σχολείο του Βούπερταλ – γενέθλια πόλη του Β. Νταίρπφελντ – και ένας χαιρετισμός που συγκινεί ένα χρόνο μετά και θα συγκινεί για όλα τα χρόνια που έρχονται.

Η ΛΕΥΚΑΔΑ ΤΙΜΑ ΤΟΝ ΒΙΛΧΕΛΜ ΝΤΑΙΡΠΦΕΛΝΤ ΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΓΕΡΜΑΝΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟ, ΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΦΙΛΛΕΛΛΗΝΑ ήταν ο τίτλος της εκδήλωσης στο Μουσείο της Ακροπόλεως.
26 ΝΟΕΜΒΡΊΟΥ 2017
Κυριακή
ΦΩΤΙΖΕΤΑΙ ΣΗΜΕΡΑ Η ΗΜΕΡΑ, ΓΙΑΤΙ ΤΙΜΑ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ, ΤΟΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΑ, ΤΟΝ ΣΚΑΠΑΝΕΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΝΤΑΙΡΠΦΕΛΝΤ

Με αυτή την φράση αποσπασμένη από το κείμενο χαιρετισμού του ελληνικού Γυμνασίου του Βούπερταλ, είχαμε ανοίξει την τιμητική εκδήλωση για τον Β. Νταίρπφελντ στο Μουσείο της Ακροπόλεως πριν ένα χρόνο, την οποία ο Σύλλογός μας διοργάνωσε σε συνεργασία με το Επιμελητήριο και μετά από πρόσκλησή του.

Γιατί σαν αρχαίο επίγραμμα κρατάει το νόημα και την ουσία του ορισμού αυτής της μεγάλης προσωπικότητας.

Ο χαιρετισμός ήταν μια έκπληξη για εμάς. Πως, ξένοι με την Λευκάδα και μακρινοί με το δικό μας βίωμα εκπαιδευτικοί, αισθάνονται, κατανοούν και τιμούν τον δικό μας αρχαιολόγο με την δική μας οικειότητα, συναίσθημα και υπερηφάνεια.

Ο Νταίρπφελντ εμπνέει χωρίς τον περιορισμό του τόπου και του χρόνου, όπως όλοι οι μεγάλοι.

Το κείμενο αποτελεί βιογραφικό σημείωμα και συγχρόνως ένα επίκαιρο σημείωμα για τον κόσμο μας, που και εμείς προσπαθούμε να καταλάβουμε.

Ο ρηξικέλευθος συναισθηματισμός και η βαθιά συγκίνηση δεν περιορίζουν, αλλά ανοίγουν το μυαλό και την διάθεση για γνώση.

Είναι υπογεγραμμένο από τους καθηγητές κ. Γκαλένη Σπυρίδωνα – διευθυντή και κ. Αναγνωσταρά Μαρία. Σπουδαίοι εκπαιδευτικοί, όπως θα διαπιστώσετε.

Απόσπασμα του κειμένου που αναφέρεται στον Παρθενώνα είχε διαβαστεί από την ηθοποιό κ, Βάνα Πεφάνη συνοδευόμενο από την φωτογραφία του Β. Νταίρπφελντ στον Παρθενώνα. Την αναδημοσιεύουμε πιο κάτω στην παρούσα ανάρτηση.

Ο ελληνισμός αναπνέει μέσα στις λέξεις τους, η Ιστορία μας και τα παιδιά, τα ελληνόπουλα εκεί στο Βούπερταλ, έχουν την δυνατότητα και την μεγάλη τύχη να συνδέσουν την ηλικία της αγωγής και της μάθησης με εμπνευσμένους δασκάλους.

Είμαστε επιφορτισμένοι με την αγωγή και την παιδεία των ελληνοπαίδων εδώ στην ξενιτειά, με το μεγάλο και ιερό αυτό καθήκον, μας είχε πει τότε σε μία συνομιλία μας ο ο διευθυντής κ. Γκαλένης.

Κλείνουμε, σαν θραύσμα που ανακαλύψαμε στην δική μας γη, στην μεγάλη συλλογή των ευρημάτων μας, το ελληνικό σχολείο του Βούπερταλ και αυτόν τον χαιρετισμό

Ελληνικό Γυμνάσιο – Λύκειο Βούπερταλ

Χαιρετισμός

Φωτίζεται σήμερα η ημέρα, γιατί τιμά τον Άνθρωπο, τον Επιστήμονα, τον Σκαπανέα του Πολιτισμού, τον κύριο Νταίρπφελντ.

Αγαπητοί φίλοι,

η «κοιλάδα του Βούπερ», το Βούπερταλ, είναι μια γκρίζα, μουντή και άχρωμη βιομηχανική πόλη, κρύα και νοτισμένη από την ακατάπαυστη βροχή, με καμινάδες που ορθώνονται, για να χαθούν μέσα στην ομίχλη και τα βαριά απειλητικά σύννεφα που αδηφάγα καταπίνουν το φως. Ξαπλωμένη στις όχθες του ποταμού Βούπερ και σκαρφαλωμένη πάνω στους απόκρημνους καταπράσινους λόφους της, που, ανηφορίζοντας και κατηφορίζοντας, εκτείνονται για χιλιόμετρα, για κάποιους, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια βαρετή και άχρωμη, τυπική γερμανική μεγαλούπολη, που μάλλον δεν φαίνεται να ξυπνά στον κάτοικο και στον επισκέπτη το ενδιαφέρον.

Αν, όμως, θελήσεις στη βόλτα, που, οπωσδήποτε ως περιηγητής θα κάνεις με το Σβέμπεμπαν, το εναέριο τρένο που κρέμεται πάνω από το ποτάμι, να αφεθείς και να τραμπαλιστείς στη στέγη του μολυβένιου ουρανού, θα δεις στα πόδια σου να ξεπροβάλλει μια «άλλη» πόλη, φωτεινή και ακτινοβόλα, με στέρεα αυτοπεποίθηση και ιστορική συνείδηση.

Μια πόλη, που, αν διαβείς τα φιδογυριστά δρομάκια της, στιγμές – στιγμές, θαρρείς πως σε οδηγούν ακόμη και στα … γλυκύτατα πράσινα του Λυκαβηττού, εκεί όπου ο παθιασμένος φιλέλληνας από το Μπάρμεν της Πρωσίας, ο Νταίρπφελντ, στέγασε τον φλογερό έρωτά του για την Ελλάδα.

Γιός διακεκριμένου παιδαγωγού της Πρωσίας, φίλος του Κάιζερ και αγαπημένος μαθητής του αρχαιολόγου Φρίντριχ Άντλερ, ρίχτηκε στην παλλόμενη αρτηρία της μεγάλης ελληνικής εξερεύνησης. Θέλησε να σηκώσει τις μεγάλες πέτρες και να αφουγκραστεί τους αρίφνητους θησαυρούς της αρχαίας Ολυμπίας, της Τροίας, της Τίρυνθας, της Ακρόπολης, της Περγάμου, της Αρχαίας Αγοράς της Αθήνας. Συντροφεύτηκε από τον απλό λαό, ζυμώθηκε με τους Έλληνες χωρικούς, ξαπόστασε στα τραπέζια τους, πλάγιασε στα σπίτια τους. Τους κέρδισε όλους με τη σεμνότητά του, την προσήνεια και την ευγένειά του, με το χάρισμα του καθαρού λόγου, με τον ενθουσιασμό του γνήσιου επιστήμονα. Αδιαμφισβήτητα του αναλογούσε το λευκό, το μεσογειακό, το ελληνικό, γιατί, ύστερα από 50 χρόνια μόνιμης εγκατάστασης στην Ελλάδα, η ψυχή του και η μορφή του πήραν σταδιακά το χρώμα και τη δύναμη της δεύτερης πατρίδας του, λούστηκαν στην κάψα του ήλιου και στην αλμύρα της θάλασσας. Με μεγαλοσύνη αποκάλυψαν και γύμνωσαν τη σκληράδα του μαρμάρου.

Η Ελλάδα ολοένα και τον ταξίδευε. Από βοηθός στις ανασκαφές της Γερμανίας στην Αρχαία Ολυμπία, ο νεαρός αρχιτέκτονας σύντομα αναγνωρίζεται ως το ταλέντο της αρχαιολογίας. Ιδρύει τη Γερμανική Σχολή των Αθηνών. Διορίζεται ως διευθυντής του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου. Επινοεί τη μέθοδο της στρωματογραφίας. Τεκμηριώνει γραπτά και με απόλυτη ακρίβεια τις οποιεσδήποτε αρχαιολογικές επιχειρήσεις. Εγκαινιάζει τα περίφημα Νταίρπφελντ -Ράϊζεν, μια σειρά τακτικών περιηγητικών διαδρομών στην Πελοπόννησο με αρχαιολογικό προσανατολισμό. Δίνει διαλέξεις. Οργανώνει εβδομαδιαίες ξεναγήσεις στην Αθήνα και, εν τέλει, εξελίσσεται σε εξέχουσα φυσιογνωμία της αθηναϊκής κοινωνίας.

Ο προσωπικός του δρόμος, λοιπόν, είναι «γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις». Και παρά το ότι αγαπάει την Αθήνα, τελικά, ονειρεύεται τη Λευκάδα, που, στον πηγαιμό του, αποδεικνύεται η δική του «Ιθάκη», την οποία, μάλιστα, και ταυτίζει με την ομηρική Ιθάκη.

Πατώντας το παμπάλαιο χώμα, ως νεόκοπος Οδυσσέας, μένει πιστός στον πνευματικό του πατέρα, τον Όμηρο που ήθελε τον ήρωά του «γιο της πέτρας» και «οδηγό». Κάνει συνεχώς ανασκαφές σε διάφορα σημεία του νησιού. Σύμφωνα με τη θεωρία του, «η Ιθάκη ήτο «πανυπερτάτη προς ζόφον», τελευταία προς δυσμάς, μετά το Δουλίχιον, την Σάμην και την Ζάκυνθον», ήταν, δηλαδή, η σημερινή Λευκάδα, που απώλεσε το ομηρικό της όνομα, όταν οι κάτοικοί της εκτοπίσθηκαν από τους Δωριείς και κατέφυγαν στη γειτονική Σάμη, όπου και ίδρυσαν μια νέα πόλη που την ονόμασαν «Ιθάκη», τιμώντας έτσι το όνομα της χαμένης τους πατρίδας.

Ο αυθεντικός αυτός άνθρωπος, ο ακαταπόνητος σκαπανέας έζησε στο νησί και συνδέθηκε στενά και βαθιά με τους ανθρώπους του. Αυτοί, οι γεωργοί και οι ψαράδες του νησιού, ο ταπεινός κόσμος του μόχθου και της ταλαιπώριας, ήταν εκείνοι που τον αποχαιρέτησαν μία εβδομάδα πριν από τη γερμανική Κατοχή, τη Μεγάλη Παρασκευή, στις 25 Απριλίου του 1940, συνοδεύοντάς τον στο μέρος που ο ίδιος επέλεξε να ενταφιαστεί, κοντά στο εκκλησάκι της Αγίας Κυριακής.

Σήμερα, το έργο και η προσφορά του Νταίρπφελντ καθίσταται ίσως περισσότερο επίκαιρο και λαλίστατο από ποτέ, λειτουργώντας ως υποδειγματικό παράθυρο διαλόγου στις σχέσεις Γερμανίας – Ελλάδας. Η Γερμανία τότε, χρηματοδοτώντας τις αρχαιολογικές έρευνες στην Ελλάδα, και ειδικότερα στην Ολυμπία, τόπο με τεράστιο συμβολικό περιεχόμενο παγκοσμίως, αφενός ενίσχυε την αρχαιολογική της υπεροχή στην Ελλάδα και, αφετέρου, διεύρυνε τη γενικότερη διεθνοπολιτική της βαρύτητα. Σε αυτό το περιπλεγμένο πολιτικό σκηνικό, ο Νταίρπφελντ συνειδητά επέλεξε να μην γίνει άλλος ένας απλός αναμεταδότης της σκοτεινιάς. Δεν θέλησε να βγάλει από το μαύρο μαύρο. Απέβλεπε στη μεταμόρφωση. Ίσως το σταθερό του βλέμμα αντίκρισε και σεβάστηκε «των βράχων τ’ αγάλματα». Έτσι, δεν ξεχώρισε την επιστήμη του από την ανθρωπιά και τη δικαιοσύνη. Η επιστήμη, που με συνέπεια, υπευθυνότητα και σοβαρότητα υπηρέτησε, ήταν ενάρετη και ταυτίστηκε με τη σοφία. Γι αυτό και ο Νταίρπφελντ ανέδειξε την πολιτιστική ανασκαφή έναντι της πολιτικής ανασκαφής. Με αυτό τον τρόπο, η ζωή του συνιστά πολλαπλό ερέθισμα προσωπικής και συλλογικής αυτογνωσίας τόσο για τους Γερμανούς όσο και για τους Έλληνες.

Στους χαλεπούς σύγχρονους καιρούς που επανατοποθετούνται αρχές και αναζητούνται νέες ταυτότητες, που, από τη μία, γκρεμίζονται τείχη αλλά, από την άλλη, ταυτόχρονα, ίσως υψώνονται άλλα πολύ πιο ψηλά και αρραγή (και γι’ αυτό αόρατα και άκρως επικίνδυνα), που οι λαοί τείνουν να απομονωθούν και που, τελικά, συνευρίσκονται μόνο και μόνο για να εξαπολύσουν κατηγορίες ο ένας στον άλλον, παγιδευμένοι πάντα στο φαντασιακό παραληρηματικό υπερεγώ τους, ο Ευρωπαίος πολίτης, ο Γερμανός πολίτης, ο Έλληνας πολίτης μετεωρίζεται ανάμεσα στα προσωπικά του όρια και στα όρια της κοινωνίας του.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο έρχεται ο Νταίρπφελντ, για να μας υπενθυμίσει πως μόνο οι ανιδιοτελείς ανταλλαγές ιδεών, εμπειριών και επιτευγμάτων βοηθούν κάθε χώρα να εξελιχθεί και να προοδεύσει και πως καμία «κόκκινη γραμμή», κανένα «χτύπημα του χεριού στο τραπέζι» δεν σημαίνει το τέλος και την αρχή ενός έθνους, τη στιγμή που τον αυθεντικό Πολιτισμό θα τον συναντήσουμε μόνο στον γνήσιο Κοσμοπολιτισμό. Ο Νταίρπφελντ έδωσε τα χέρια του στον Ελληνισμό και έδεσε τα χέρια του με τον Ελληνισμό από επιλογή, αποδεικνύοντας πως έχουμε ανάγκη την ουτοπία, έχουμε ανάγκη το όνειρο, γιατί έχουμε ανάγκη τη λογική.

Αν στρέψουμε το βλέμμα μας στο ιερό σπίτι της πάνσοφης Θεάς, τον Παρθενώνα, μάλλον θα τον δούμε να δραπετεύει από την αγκαλιά των κιόνων, να τυλίγει με την ανήσυχη και αεικίνητη δρασκελιά του τον Ιερό Βράχο, να κρεμιέται από τον Ουρανό, να δανείζεται τα λόγια του Κωστή Παλαμά και να μας λέει: «Άνθρωπος είμαι, τίποτα κι’ από τ’ ανθρώπινα όλα ξένο δεν είναι, και μπορεί να γνωριστώ και με όλα. Κι αν ο κόσμος η Πατρίδα μου, κι ο κόσμος μια Πατρίδα».


Να μας μιλάει απλά λοιπόν…
Όπως έζησε.
Όπως αγάπησε.
Όπως αποχώρησε από τα γήϊνα.

Φωτίζεται, λοιπόν, συνολικά ο Πολιτισμός που δεν γνωρίζει σύνορα, αλλά αποτελεί κοινή αφετηρία στη διαδρομή των δύο λαών και επιβεβαιώνει ότι η ολόψυχη αφιέρωση του κυρίου Νταίρπφελντ είχε νόημα και σκοπό, την ίδια την υπηρεσία στο Ανθρώπινο Γένος.

Ο Διευθυντής                                       Η καθηγήτρια (ΠΕ02)
Γκαλένης Σπυρίδων                                    Αναγνωσταρά Μαρία

Σπουδαίοι εκπαιδευτικοί, δεν νομίζετε;

Για τον Σύλλογό μας
Ελένη Βερυκίου

ΥΓ. Οι φωτογραφίες έχουν προστεθεί τόσο στο εισαγωγικό κείμενο, όσο και στο κείμενο του χαιρετισμού από τον Σύλλογό μας.

Προηγουμενο αρθρο
Την πίτα της έκοψε η Νέα Χορωδία
Επομενο αρθρο
Πορεία στο χρόνο

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *