HomeΕΠΙ ΠΑΝΤΟΣ ΕΠΙΣΤΗΤΟΥΘυμάμαι τα χρόνια εκείνα… – Του Νίκου Κονδυλάτου

Θυμάμαι τα χρόνια εκείνα… – Του Νίκου Κονδυλάτου

Θυμάμαι τα χρόνια εκείνα που παιδιά ερχόμαστε να περάσουμε τα καλοκαίρια στο νησί, ο πατέρας προσπαθούσε να μας μεταδώσει τη δική του αγάπη και να μας εμφυσήσει τα δικά του αισθήματα που έτρεφε για τον τόπο του. Έτσι, μας πήγαινε σε μέρη αγαπημένα όπου στεκόταν εκστασιασμένος μπροστά στο όμορφο τοπίο και εμείς προσπαθούσαμε να εισχωρήσουμε στον δικό του κόσμο και να νιώσουμε τα συναισθήματα που εκείνος ένιωθε γι’ αυτά.

Αν σκεφτεί κανείς πως αυτά τα μέρη, «τα αγαπημένα», όπως τα είχαμε βαφτίσει, έχουν χαραχθεί βαθειά μέσα μας και τα αναζητούσαμε την κάθε στιγμή που βρισκόμαστε στο νησί, τότε ο πατέρας, εκεί που βρίσκεται μπορεί να αισθάνεται δικαιωμένος! Βέβαια συνεργοί στην επιτυχία αυτή, ήταν και τα ίδια «τα αγαπημένα» καθώς από μόνα τους είχαν τόσα πολλά να σου πουν. Έτσι, έκαναν το έργο του πατέρα ευκολότερο.

Ένα από τα πιο αγαπημένα μέρη ήταν το πεζούλι πάνω από το κανάλι απ’ όπου μπορούσες να δεις ένα μαγευτικό ηλιοβασίλεμα. Εκεί, το ηλιοβασίλεμα δεν είχε καμία σχέση με τα άλλα που διαφημίζουν για τις ανάγκες του τουρισμού σε άλλα μέρη όπως π.χ. στη Σαντορίνη ή αλλού.

Μπροστά σου απλωνόταν ένα επίμηκες κανάλι με τα ήρεμα νερά του, που άρχιζε από το πεζούλι που καθόμασταν και τελείωνε πεντακόσια μέτρα περίπου προς το Δύση, εκεί όπου αργότερα κατασκευάστηκε το δημοτικό κτήριο. Μία μικρή λουρίδα γης το χώριζε από το λιμνοθάλασσα προς το Βορρά ενώ από την απέναντι πλευρά ο δρόμος με τη συστάδα των πολύχρωμων σπιτιών, κατά κανόνα διώροφων, ακολουθούσε το κανάλι σε όλο του το μήκος. Στο βάθος διακρίνονταν οι μύλοι, εκεί που τελειώνει η λιμνοθάλασσα και αρχίζει το πέλαγος.

Δεν μπορεί κανείς να περιγράψει τα αισθήματα που σε κατέκλυζαν, όταν καθισμένος στο πεζούλι παρακολουθούσες τον ήλιο σιγά-σιγά να πέφτει στη θάλασσα, ανάμεσα από τους μύλους, μέσα σε ένα πορφυρό κάδρο που σχηματιζόταν στον ορίζοντα. Τα πριάρια μπροστά σου λικνίζονταν ναζιάρικα, όταν τα ήρεμα νερά ταράσσονταν από κάποια ψαροπούλα που έφευγε για το ψάρεμα, ενώ οι κέφαλοι έκαναν σάλτους έξω από το νερό, θέλοντας έτσι να δείξουν την ευδαιμονία αλλά και την ευγνωμοσύνη τους μέσα σε ένα τόσο αρμονικό περιβάλλον που τους έλαχε να ζουν. Τα χρώματα που έπαιρνε το φώς αυτές τις ώρες έδιναν τις τελευταίες πινελιές σ’ αυτό το ονειρεμένο κάδρο.

Η αγαλλίαση που ένιωθε κανείς απολαμβάνοντας την ηρεμία και τη γαλήνη που απέπνεε αυτό το σπάνιας ομορφιάς τοπίο έμελλε να διακοπεί, όταν μπροστά ακριβώς από το πεζούλι κατασκευάστηκε μία ξύλινη γέφυρα πάνω στον οποία οι τουρίστες ζουν την δική τους ευδαιμονία φωτογραφίζοντας το τοπίο και τα αγαπημένα τους πρόσωπα, καβάλα στις κουπαστές της γέφυρας…

Χρόνο με το χρόνο τα αγαπημένα μέρη χάνονται το ένα μετά το άλλο (οικισμοί-κυρίως παραθαλάσσιοι-παραλίες, τοπία, δάση, κτίρια κ.ά.) καθώς οι αλλοιώσεις και οι παραμορφώσεις που έχουν υποστεί, τους έχουν στερήσει την ομορφιά και την έλξη που μας ασκούσαν πριν.

Κάποια μέρη μάλιστα έχουν αλλοιωθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε σήμερα όχι μόνο να μην τα αγαπούμε αλλά και να τα αποστρεφόμαστε. Χρόνο με το χρόνο τα αγαπημένα μέρη λιγοστεύουν κι εμείς, κάθε τόσο στις συζητήσεις μας, με θλίψη, νοσταλγία, πίκρα και οργή, ψάχνουμε να βρούμε ποιός έχει τις ευθύνες, τι έφταιξε ή τι έπρεπε να είχε γίνει.

Παρ’ όλα αυτά ενώ διαπιστώνουμε το κακό που έχει γίνει, παραμένουμε απαθείς και αδιάφοροι ακόμα και σήμερα. Το λυπηρό δε είναι ότι παραμένουν θεατές και αδιάφοροι οι νέοι άνθρωποι. Αυτοί που όταν γίνουν σαν εμάς, αν τα πράγματα συνεχισθούν έτσι, θα ζουν μέσα σε ένα υποβαθμισμένο τόπο και φυσικά θα ψάχνουν, με τη σειρά τους να βρουν, ποιος έχει τις ευθύνες, Τι έφταιξε ή τι θα έπρεπε να έχει γίνει!

Αυτό που παραλάβαμε είναι δημιούργημα του πολιτισμού των προηγούμενων. Το αλλοιώσαμε, το καταστρέψαμε. Δεν θα έπρεπε σήμερα να συναισθανόμαστε την ευθύνη να κάνουμε κάτι για να το αποκαταστήσουμε; Δεν θα έπρεπε η αγωνία μας αλλά και η φιλοδοξία μας να μας κατευθύνει ώστε αυτό που επιθυμούμε και στοχεύουμε να είναι ο σύγχρονος πολιτισμός που εμείς δημιουργούμε να αντικατοπτρίζεται στις πόλεις και τους οικισμούς και να περάσει στις επόμενες γενιές με στοιχεία που αξίζει να διατηρηθούν και να συνεχιστούν;…

(Απόσπασμα από το βιβλίο του Νίκου Κονδυλάτου :«Η Λευκάδα αύριο» – Από την τουριστική μονοτροπία στη διαλεκτική της βιωσιμότητας, εκδόσεις fagottobooks, 2017)

Προηγουμενο αρθρο
Πρόγραμμα ΕΣΠΑ για την χρηματοδότηση νέων Τουριστικών Επιχειρήσεων
Επομενο αρθρο
Ενημέρωση για τα μέλη της Ομοσπονδίας Ενοικιαζομένων Δωματίων

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *