HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΘυμητάρια από μακρινές Χριστουγεννιάτικες γιορτές

Θυμητάρια από μακρινές Χριστουγεννιάτικες γιορτές

Χρόνια αλλοτινά, χρόνια υπέροχα, χαραγμένα ανεξίτηλα στις δικές μας … Μωσαϊκές Πλάκες, που η σαϊτα του πανδαμάτορα χρόνου προσπαθεί να τρυπήσει και να ξεθωριάσει, όμως η δύναμη της αχαλίνωτης μνήμης φέρνει και ξαναφέρνει στο νού…

Γράφει ο Θοδωρής Γεωργάκης

Αυτές οι άλλες… Γιορτές, που έρχονται σαν θύμησες στο νου, να τον οδηγήσουν εκεί που φώλευε η αγάπη, η ανυποκρισία και η πραγματική αλληλεγγύη. Να ματώσουν οι μνήμες για τις ημέρες εκείνες που λάμπρυναν την οικογένεια, που ατσάλωναν τους δεσμούς, που χάλκευαν την πραγματική ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ! Ένα απέραντο λιοστάσι νηνεμίας και θαλπωρής σε κάθε σπίτι, μια ομήγυρι γύρω απ΄την φωτιά της ζωής, χωρίς ατομικούς αυτοαποκλεισμούς στον τεχνητό κόσμο της τεχνολογίας, μια υμονολογία στην ΛΕΥΚΑΔΙΤΙΚΗ ΦΑΜΕΛΙΑ, που περίμενε Χριστούγεννα, Αϊ Βαισιλιού και Φώτα να ξετυλίξει όλον εκείνο τον καμβά των Λευκαδίτικων εθίμων, να ναματισθεί σε ένα αγιασμένο οικογενειακό μπουρίνι, ατσαλωμένοι να προχωρήσουν την σκληρή ανηφόρα της ζωής, μ’έναν τεράστιο καθρέφτη στο μέτωπο, να αντιφεγγίζει το τίμιο και καθαρό πρόσωπο, τις δούλεψες και τους ιδρώτες για τα παιδιά! Κάθε θυσία για να αλλάξει η ζωή τους, να μην είναι τυραγνισμένη, σαν αυτή των ξωμάχων γονιών τους, που πάλευαν με όλες τις αντιξοότητες και τις κακουχίες να τ’ αναστήσουν, σαν κεντρομάδες, σα ΝΕΟΦΥΤΑ ΕΛΑΙΩΝ γύρω απ’ το τραπέζι!!!

Οι γιορτές των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και του Αγίου Βασιλείου, στην Λευκάδα των περασμένων δεκαετιών, απέχουν παρασάγγας απ’ το νεωτεριστικό κύμα των παντοειδών σημερινών εκδηλώσεων, οι οποίες παρουσιάζονται σαν μια επέλαση ευδαιμονισμού και ατομικής εξιλέωσης στην καταπίεση τάχα, που προσπορίζουν στον άνθρωπο οι άλλες μέρες του χρόνου, πιεσμένες απ’ τα δυσεπίλυτα κοινωνικοοικονομικά προβλήματα. Απεκδύθηκαν αυτές οι γιορτές τον κοινωνικό και οικογενειακό χαρακτήρα που είχαν και ντύθηκαν την εσάρπα του καταναλωτισμού, της επίδειξης, της ευμάρειας, της διασκέδασης της τρυφηλής φενάκης….

ΟΙ ΓΙΟΡΤΕΣ ΚΑΙ Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ!

Οι Λευκαδίτες αντιμετώπιζαν αυτές τις γιορτές του Δωδεκαημέρου με ιδιαίτερο ηχόχρωμα, με μια ιδιαίτερη γιορταστική λυτρωτική αγωνία, σαν ένα πέρασμα απ’ τον τραχύ αγώνα σε ημέρες ανάτασης σωματικής και ψυχικής, μα κυρίως σαν ημέρες ατσάλωσης των κοινωνικών και οικογενειακών σχέσεων, σε ένα άρρηκτο δέσιμο και μια ομογενοποίηση, αυτό που προαναφέραμε και ονομάζουμε ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ! Δεν χρειάζονταν προσκλήσεις και ρεβεράντσες για να ανοίξει την πόρτα του ο Λευκαδίτης και να υποδεχθεί τον συγγενή, τον γείτονα, αυτές τις Άγιες Μέρες… Πάντα ήταν ανοιχτή να μπει να πει τα ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΆ! Να τον φιλέψουν ένα μήλο και ένα πορτοκάλι κομμένο στα τέσσερα με την οδοντογλυφίδα καρφιτσωμένη, ένα κομματάκι σαλάμι, η μια σφήνα τυρί, για το κρασί του, ένα πιατέλο γλυκό ραζακί σταφύλι, τον ΒΑΣΙΛΙΑ των γλυκών του κουταλιού, όσοι ακόμη νοιώθουμε στο στόμα μας αυτό τον εξαίσιο μύθο του ραζακιού! Να πουν για τις δουλειές τους, για τα ζωντανά τους, για το χιόνι που έκαψε τα λιόδεντρα, για τα μαρτίνια του σπιτιού που άρχισαν να γεννάνε, για τον αγριοκόκι που έσπειραν σαν αζωτούχο λίπασμα για τις ελιές, για τον Στρογάρμπη που βοηθάει στο μάζεμα των ελιών, να δανεισθούν τα λιόπανα, να συμφωνήσουν για τις Αϊταριές, ώστε να μάσουν γρήγορα τον λιόκαρπο, να μιλήσουν για συμπεθερέματα και κουμπαριές, να τραγουδήσουν γύρω απ’ την αναμένη φωτιά και να ευχηθούν ολόψυχα, χωρίς μισόλογα και υστεροβουλίες, πηγαία, λεβέντικα τα ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!

Χριστούγεννα! Με τι λαχτάρα περιμέναμε να ξημερώσει. Καμάρι μεγάλο! Καινούργιο σακκάκι και παντελόνι, καινούργια παπούτσια! Επιτέλους, πετάγαμε εκείνες τις μαύρες λαστιχένιες μπότες, που είχαν κάνει… γαϊτάνι στα καλάμια των ποδιών μας απ’ την πολυφορεσιά! Μας τ’αγόρασε όλα ο πατέρας απ’ την Χώρα, πουλώντας δυό μπετόνια λάδι στον Πομπιεμένο! Αίσθημα υπεροχής και ευφορίας από παιδιά που γνώριζαν να τιμούν και να αξιολογούν τα απλά, τα ανεπιτήδευτα, σαν μιια μεγάλη προσωπική κατάκτηση!

Ακόμη μου έρχεται στο μυαλό εκείνη η εξαίσια μυρωδιά απ’ το κάμελ με το οποίο, πρωί πρωί, βερνίκωνε τα παπούτσια του ο πατέρας για την εκκλησιά! Ακόμη μου έρχεται στο μυαλό εκείνη η εξαίσια μυρουδιά απ’ την σμυρτιά του θριάμβου, με την οποία έντυνε ο παππάς την εικόνα της Γεννήσεως! Ακόμη στριφογυρνάει στο μυαλό μου, σα νέκταρ θείας ευωδίας, η αυγοκομμένη μανέστρα απ’ τον κοκοτό, που μεγάλωνε απ’ το καλοκαίρι η γριά βαβά για να ξοδιάσει το Χριστουγεννιάτιο τραπέζι! Ακόμη σπαρταρώ στην θεία ευωδία που ανέδιδε το Χστοκούλουρο πάνω στον μαστραπά με το κρασί, να το κόβει στα τέσσερα ο παπούλης του σπιτιιού κα να ακουμπάνε όλα τα μέλη της οικογένειας το χέρι πανω στο σταυροειδώς κομματισμένο ψωμί, για ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ, για ακόμη μεγαλύτερο δέσιμο των άρρηκτων οικογενειακών δεσμών! Ακόμη φυλάω στο συρτάρι της μνήμης τους σταυρούς για τα αγόρια και τις παλούμπες για τα κορίτσια με τη μαύρη σταφίδα και το σουσάμι, που έφτιιαχνε η μάννα στον φούρνο! Ήταν το Χρσιτουγιάννιτικό μας δώρο, ήταν η παιδική μα απόλαψη σε μια ζωή που έτρεχε με βήμα αλέστο και γοργό, που την κρατούσαμε στα χέρια μας και σπαθίζαμε τον αγέρα μια ώρα αρχήτερα να μας φέρει στην δημιουργία…

Ακόμη θυμάμαι τον συχωρεμένο τον μπάρμπα μου τον Τάσο, τον Καλατζή, που καλάγλιζε τα χαλκώματα των χωριών μας, να στέλνει στον … Κόσμο τα μπαλόνια με τα ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ! Έβαζε σπίρτο του άλατος, το γνωστό υδροχλωρικό οξύ, που χρησιμοποιούσε για να καθαρίζει τα γιομένα χαλκώματα, σε ένα μπουκάλι και αυτό βράζοντας ελευθέρωνε αέριο, εφάρμοζε πάνω στο πώμα του το μπαλόνι το οποίο γέμιζε, έδενε στον λαιμό του μπαλονιού ένα χαρτάκι με ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ και το άφηνε στον αέρα! Να πετάξει στον ουρανό, να πάει όπου το καλούσαν οι βοριάδες, να πάει στον .. Κόσμο, να του πεί απλά, τίμια και άδολα ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ, από ένα μικρό χωριιουδάκι, που … χόρευε στα κανάλια τ’ ουρανού, που γλεντοκοπούσε με απέριτες, τίμιες και απλοϊκές στιγμές…

ΤΟ ΠΟΔΑΡΙΚΟ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ!

Τα Αϊ Βασιλειού! Με τεράστια προσοχή και σχεδόν δέος αντιμετώπιζαν οι παλιοί Λευκαδίτες την Πρωτοχρονιά, αφού της προσέδιδαν θεμελιακό χαρακτήρα, για την ροή του νέου χρόνου που ερχόταν. Περισσότερο με μυστικισμό και λαχτάρα για το επερχόμενο άγνωστο νέο, εξόρκιζαν το κακό με εκδηλώσεις και συνήθειες ενδεείς. Κανείς, ανήμερα της Πρωτοχρονιάς, δεν πήγαινε στο σπίτι του άλλου, ακόμη και συγγενή, παρά μόνον, ήταν η μοναδική φορά, αν προσκαλούνταν για «ποδαρικό».

Καμία πόρτα δεν άνοιγε σε παιδί που μοίραζε, πρωί – πρωί την Πρωτοχρονιά, τις κτσούνες (σκληροκρεμμύδες), εκτός και αν ο νεαρός ήταν της αρεσκείας του νοικοκύρη και τον θεωρούσε γούρικο. Τις περισσότερες φορές μας είχαν αβυζάρει απ’ την παραμονή οι νοικοκυραίοι ποιόν ήθελαν για ποδαρικό… Κοίταζαν από μέσα απ’ την κολτρίνα της λάστρας του παραθυριού και αν ήταν το παιδάκι με τις κτσούνες της αρεσκείας τους του άνοιγαν… Ο μπάρμπα Βασίλης ο Τσάνες, ο μπάρμπα Βασίλης ο Τσερβέλας, ο μπάρμπα Γιώργης ο Γιαλομάτης, ο Ζώης ο Ρόκιος, ο μπάρμπα Μήτσος ο Αλιβίζης και τόσοι άλλοι σεβάσμιοι, τότε νοικοκυραίοι, με έπιαναν, θυμάμαι, απ’ την παραμονή της Πρωτοχρονιάς: «Σε θέλουμε αύριο χαράματα νάρτεις για να μας κάνεις ποδαρικό στο σπίτι…» Και που να πρωτοτρέξω…

Η Πρωτοχρονιά ήταν εξ ολοκλήρου ημέρα οικογενειακή. Αμέσως μετά την εκκλησία οι μεγαλύτεροι, μέσα στο σπίτι, έκαναν την καθιερωμένη στρούνα στα μικρά παιδιά! «Γέροντα, έλεγε η βαβά μου στον παπούλη, ξεκίνα εσύ πρώτος, σαν προγιαστός να κάμεις στρούνα στ’ αγγόνια σ’»! Έβγαζε τα φραγκιδίφραγκα που είχε αλλάξει στο μπακάλικο ο παπούλης και μας έκανε την στρούνα! Ένα μικρό χρηματικό δώρο, που με λαχτάρα προσδοκούσαμε, αφού διαχειριζόμαστε αυτά τα λιγοστά χρήματα, όπως θέλαμε…. Αλλά να επανέλθουμε σ’ αυτό το ωραίο έθιμο με τις κτσούνες, γιατί έρχεται απ’ τα χρόνια της αρχαιότητας και έχει έναν ιδιαίτερο συμβολισμό. Αυτό το συγκεκριμένο φυτό, η σκληροκρεμμύδα, έχει την ιδιότητα, λόγω του ογκώδους βολβού του, να διατηρείται για μεγάλο χρονικό διάστημα και εκτός εδάφους, ενώ ριζώνει αυτόματα, όπου φυτευθεί.

Οι κτσούνες τοποθετούνταν την Πρωτοχρονιά σχεδόν σε όλα τα μέρη του σπιτιού, μα κυρίως στα βαένια με το κρασί, στα δεπόζιτα με το λάδι και στα σακιά με τα γεννήματα. Είχε αυτόν ακριβώς τον συμβολισμό, να ριζώσουν, να πληθυνθούν και να διατηρηθούν σαν τις κτσούνες, ώστε να αποκτά ποσέσο η οικογένεια σε κάθε αντιξοότητα, σε κάθε δύσκολη στιγμή, πουλώντας λάδι και κάποτε κρασί για όλες της τις ανάγκες. Το χάραμα της Πρωτοχρονιάς, ο παππούλης βγαίνοντας στην αυλή του σπιτιού και αντικρύζοντας τα γύρω βουνά, τα Ακαρνανικά, τα Σταυρωτά, την Ελάτη και τα βουνά της Ηπείρου, ήταν η πρώτη… ζωντανή συνάντηση που ήθελε να έχει, πριν δει άνθρωπο, γι’ αυτό και απευθύνονταν αρχικά σ’αυτά τραγουδώντας: «Καλημέρα σας βουνά και καλή Πρωτοχρονιά. Να ζείτε αιώνια βουνά, ν’ αντικρύζετε πάσα γενιά»! Είναι αυτή η επίκληση της άνωθεν δύναμης, για υγεία και προκοπή, που μόνο η αιωνιότητα των βουνών μπορεί να εκφράσει, σιωπηλοί, μάρτυρες στο πέρασμα των γενεών.

Η βασιλόπιττα! Το αιώνιο Λευκαδίτικο Πρωτοχρονιάτικο γλυκό, η λιγωτική απόλαψη μιας ζωής που πέρασε, σαν παραμύθι, με όλα του τα φαντασιακά να στοιχειώνουν θετικά τις ζωές μας και να τροχειοδεικτούν προς την αμάραντη πορεία! Ανταμικά οι γυναίκες της γειτονιάς έφτιαχναν και έψηναν στον φούρνο, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, την πίτα. Ολόκληρο το χωριό στο πόδι και να μοσχοβολά απ’το βρασμένο λάδι, με τις γυναίκες τρείς – τρείς πάνω απ’την τσέτζερη, άλλη να ανακατεύει συνεχώς, άλλη να ρίχνει το αλεύρι και άλλη το σιρόπι, προκειμένου να πετύχει η πίττα, αφού, πέραν απ’το κόψιμό της ανήμερα της Πρωτοχρονιάς, έπρεπε, μ’αυτή την πίττα, να φιλέψουν τον δάσκαλο και τον παππά του χωριού, και έπρεπε να βγούν ασπροπρόσωπες οι νοικοκυρές.

Ο παππούλης, αφού σταυρώσει τρείς φορές το ταψί με την πίττα, κόβει τα φελιά και μοιράζει σε καθέναν το δικό του, με ευχές για υγεία και Χρόνια Πολλά, ενώ, στο τέλος του τραπεζιού, η γριά-βαβά θα φέρει κυδώνια, απίδια χειμωνιάτικα και σταφύλια κορύθια, που είχε κρεμασμένα, ανά δύο, στα ματέρια του σπιτιού. Μερικές φορές και ξεραμένη στον ήλιο μουστόπιττα και τζούκια, καρύδια μπελονιασμένα σε κλωστή και βουτηγμένα μέσα στην καυτή μουστόπιτα, που τάχε πιθωμένα μέσα στο αρμάρι. Απλωμένα στον ήλιο και ξεραμένα δημιουργούσαν μια κρούστα απέξω η οποία προστάτευε για μεγάλο χρονικό διάστημα το περιεχόμενο, το οποίο καθάριζαν και έβαζαν στα σπερνά των γιορτών, αλλά και στα τραπέζια των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, σαν γλύκισμα στο τέλος του φαγητού. Τη φύλαγε την ξεραμένη μουστόπιτα η γριά βαβά απ’τον Σεπτέμβρη, για τις «Καλές Μέρες», όπως έλεγε χαρακτηριστικά, που θα έρθουν και οι ξενητεμένοι. Τους ξενητεμένους περιμέναμε όλα τα παιδιά, στο υποτυπώδες κέντρο του χωριού, και τρέχαμε στα σπίτια, για να αναγγείλουμε τον ερχομό τους, μόλις ξεπρόβαιναν απ’την Γκιόκα και το Καρτέρι, δεν υπήρχαν, βλέπετε, τότε τηλέφωνα να ειδοποιήσουν για τον ερχομό τους και έφταναν απροειδοποίητα γα τις Καλές Μέρες, τρέχαμε τα παιδιά προκειμένου να πάρουμε τα «Συχαρίκια», ένα πενηντάλεπτο, ή μια δραχμή! Περιουσία ολόκληρη, τότε…

ΤΑ ΦΩΤΑ, ΤΑ ΠΑΓΑΝΑ ΚΑΙ ΤΑ ΝΤΕΣΙΜΑΤΑ!

Οι γιορτές του Δωδεκαημέρου κλείνουν με τα Φώτα. Την παραμονή των Φώτων, ημέρα του Σταυρού, ο παππάς περνάει και αγιάζει όλα τα σπίτια του χωριού. Ξημερώνοντας του Σταυρού, οι νοικοκυρές, θαμπά και πριν βγει ο ήλιος, καθαρίζουν την γωνιά του σπιτιού και την στάχτη την ρίχνουν στα τέσσερα τσούπια (γωνίες) του σπιτιού, για να φύγουν τα παγανά…. Τα παγανά, στην Λευκαδίτικη παράδοση, είναι τα κακά πνεύματα, που απελευθερώνονται απ’ τον Άδη, στην έναρξη της σαρανταήμερης νηστείας των Χριστουγέννων, και επιστρέφουν στον Άδη την παραμονή των Φώτων… τραγουδώντας μάλιστα: «Πάμτε να φεύγουμε, γιατί έρχεται ο ζουρλόπαπας με την αγιαστούρα».

Αυτές οι δοξασίες για παγανά, κακά πνεύματα, νεράϊδες, ίσκιους και ξωτικά, ήταν διάχυτες στην μικρή κοινωνία των χωριών μας. Μάλιστα είχαν και σχετικές προτροπές-παροιμίες, που μιλούσαν για τα κακά πνεύματα, τα οποία κυρίως εμφανίζονταν στις γιορτές του Δωδεκαημέρου, και κατά τους μήνες Μάϊο και Αύγουστο, όπως πίστευαν: «Tου Μάη την νύχτα φύλαγε τα μεσημέρια κάθου, γιατί νεράϊδες θα σε βρούν και θα σε παραλλάξουν», ή «Του Μάη τη νύχτα φύλαγε, τ’Αυγούστου την ημέρα». Δεν ήταν, μάλιστα, λίγες εκείνες οι περιπτώσεις, που τα ψυχολογικά προβλήματα τα απέδιιδαν σε …Ντεσίματα, όπως έλεγαν! «Το βλοημέν’ μου εκειό το παιδί έντεσε μαρές», άκουγες να λένε στις γειτονιές, εννοώντας πως του έχουν κάνει μάγια, ή ισκιώθηκε από κακά πνεύματα…

Τεράστιο θρύλοι δημιουργούνταν, μέσα στο σκοτάδι-πίσσα, που υπήρχε στα χωριά μας, αφού το ηλεκτρικό ρεύμα ήρθε περί τα μέσα της δεκαετίας του 1960, με τα τρίστρατα, δηλαδή τις διασταυρώσεις των δρόμων, όπου πίστευαν πως, σ’αυτά τα τρίστρατα, στήνονταν χοροί δαιμόνων τις νύχτες, γι’αυτό και έφτιαχναν εκείνα τα πανέμορφα πέτρινα εικονίσματα, τα οποία φύλαγαν τους νυχτερινούς διαβάτες. Δέος προκαλούσε, όχι μόνο στους μικρούς, αλλά και στους μεγάλους, το τρίστρατο στο Καρτέρι, εκεί που διασταυρώνονται οι δρόμοι για Ασπρογερακάτα, Πινακοχώρι και Πηγαδισάνους, μια στράτα που ελάχιστοι την διάβαιναν μόλις χαλίπωνε. Μάλιστα, την δεκαετία του 1950, όταν συνέβησαν κάποιοι περίεργοι θάνατοι, σ’αυτό το σημείο, τότε η λαϊκή φαντασία θέριεψε, δημιουργώντας μύθους αξεπέραστους μέχρι τις μέρες μας. Ακόμη εκείνοι οι ερειπωμένοι ανεμόμυλοι, πόσο εξήπταν την φαντασία, πόσους δεν τρόμαξαν τα κουφάρια τους, πόσες σκιές δεν «στεγάστηκαν» στα σωθικά τους, όπως ο περίφημος «Μύλος της Σαράντως», στα Κοντράτα, πόσους… δαίμονες δεν έκρυβε στη δωρική θωρειά του!

Μια μεταφυσική ιδιότητα έβλεπαν, οι απλοϊκοί χωρικοί, και στην στάχτη που έριχναν στα τσούπια του σπιτιού, για να διασκορπισθούν τα παγανά, όπως η στάχτη στον αέρα, κατά το βιβλικό: «… Και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού και φυγέτωσαν από προσώπου Αυτού, οι μισούντες Αυτόν», γι’αυτό ακολουθούσε και ο αγιασμός του παππά. Αυτή η περιοδεία του παππά του χωριού και ο αγιασμός των πιστών αποδιώκει τα κακά πνεύματα και προετοιμάζει τους χωριανούς να δεχθούν τον φωτισμό των Φώτων. Kατά τον αγιασμό των υδάτων, όλοι οι χωρικοί θα πάρουν τον αγιασμό και θα ραντίσουν, ψάλλοντας το «εν Ιορδάνη», όλα τα μέρη του σπιτιού, τα βαένια με το κρασί, τα δεπόζιτα με το λάδι, το αχούρι με τα ζώα, αλλά και τα κτήματα, με την ενδόμυχη ευχή και αναμονή να αυγατίσουν και να προκόψουν.

Χρόνια αλλοτινά, χρόνια υπέροχα, χαραγμένα ανεξίτηλα στις δικές μας … Μωσαϊκές Πλάκες, που η σαϊτα του πανδαμάτορα χρόνου προσπαθεί να τρυπήσει και να ξεθωριάσει, όμως η δύναμη της αχαλίνωτης μνήμης φέρνει και ξαναφέρνει στο νού και στην καρδιά Παπαδιαμαντικές σκηνές, μιάς άλλης εποχής, που ο αξιακός κώδικας της δικής μας μικρής κοινωνίας είχε σαν επικεφαλίδα και λίθο ακρογωνιαίο το αδιάσπαστο των σχέσεων, το αϊτάρισμα στις δουλειές, τη συμπόνια στην δοκιμασία, τα ειλικρινή συγχαρητήρια στην επιτυχία, όλα εκείνα τα στοιχεία που δημιουργούν την «ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ» και όχι τον συρφετό και τις επίπλαστες, όσο και υστερόβουλες σημερινές «αρετές» της κατ’ευφημισμόν κοινωνίας της τεχνολογίας και της τρυφηλής φενάκης…

Προηγουμενο αρθρο
Συνάντηση Κέντρου Κοινότητας Δήμου Λευκάδας και ΟΑΕΔ
Επομενο αρθρο
Σύλλογος Πολιτικών Συνταξιούχων Λευκάδας: Έχουμε παχυλές συντάξεις και μπορούμε να πληρώνουμε

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *