HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΛευκάδα. Τι γνωρίζουμε για την Ιστορία της;

Λευκάδα. Τι γνωρίζουμε για την Ιστορία της;

Μαρία Λαμπρινού

H εξειδικευμένη ιστοριογραφία για τη Λευκάδα είναι σχετικά πρόσφατη και βασίζεται κυρίως στα πλούσια ευρήματα συστηματικών και σωστικών ανασκαφών, που έγιναν από τις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι σήμερα. Η ιστορία του νησιού μοιάζει να έχει αποτυπωθεί στο έδαφος για να αποκαλύπτεται σταδιακά.

Από την βιβλιογραφία κυρίως των Wilhelm Dörpfeld(1) και Πάνου Ροντογιάννη στο παρελθόν(2), αλλά και των αρχαιολόγων Αγγέλικα Ντούζουγλη και Κωνσταντίνου Ζάχου(3), Ιωάννας Ανδρέου(4), Γεωργίας Πλιάκου(5), Manuel Fiedler6, Franziska Lang(7), του αρχιτέκτονα και αρχαιολόγου Ernst- Ludwig Schwandner(8) και του γεωφυσικού Απόστολου Σαρρή(9) στα νεότερα χρόνια, γνωρίζουμε ότι στον κάμπο της Λευκάδας και στο θαλάσσιο χώρο του πορθμού, διασώζονται πολλά οικοδομικά κατάλοιπα της αρχαιότητας, αρκετά από τα οποία έχουν ήδη εντοπιστεί και μελετηθεί.

Όπως είναι γνωστό, η αρχαία πόλη ιδρύθηκε τον 7ο π.Χ αιώνα από Κορίνθιους άποικους σε στρατηγικό σημείο στον πορθμό της Λευκάδας. Η ακρόπολη κατείχε δεσπόζουσα θέση στην χερσαία και θαλάσσια ζώνη του πορθμού και από κει είχε πολύ καλό έλεγχο στην έξοδο του Κορινθιακού κόλπου προς το κεντρικό Ιόνιο Πέλαγος. Η πόλη οργανώθηκε στους πρόποδες των λόφων. Η ομαλή κλίση του εδάφους διευκόλυνε την κίνηση των ανθρώπων και των εμπορευμάτων προς το λιμάνι, αλλά και την φυσική απορροή των νερών της βροχής προς τη θάλασσα. Έξω από τα όρια της πόλης, στον εύφορο κάμπο της Λευκάδας και της απέναντι ακαρνανικής ακτής, αναπτύχθηκαν μικρές αυτοτελείς αγροτικές και βιοτεχνικές μονάδες.

Αραιά κατάλοιπα οικοδομημάτων αναφέρονταν ήδη σε κείμενα ή η θέση τους σημειώνονταν σε σχέδια του 17ου-18ου αιώνα(10), όπως το σχέδιο με μολύβι (εικ. 1) του Ενετού δημόσιου γεωμέτρη Santo Semitecolο(11). Στο σχέδιο αποτυπώνεται το περίγραμμα των τειχών (mure antiche), η ακρό- πολη στα δυτικά, στο κέντρο της οποίας σημειώνεται ο ναός του Αγίου Βλάσιου (Santo Blagio), στα βόρειο – δυτικά ο συνοικισμός Ζερβάτα (villa Zervata). Στα νότια, εκτός των τειχών της οχυρωμένης- πόλης, σημειώνεται η θέση της πηγής «Σπασμένη Βρύση» (Fontana rotta). Το τμήμα των τειχών από τον οικισμό Ζερβάτα μέχρι τη θάλασσα διαμορφώθηκε, ήδη πριν από το 1724, σε αγωγό νερού, που εφοδίαζε δύο υδρόμυλους, που απεικονίζονται στο σχέδιο δίπλα στο χωριό Καλιγώνι (villa Caligoni). Παράκτιο τείχος δεν σημειώνεται. Σήμερα παραμένουν ανάμεσα στα βάτα, τα ερείπια των δύο ενετικών υδρόμυλων με τις φτερωτές τους, ενώ το τμήμα του τείχους που φιλοξενούσε τον υδραύλακα, έχει επιχωματωθεί και δε διακρίνεται.

Ο ενετός μηχανικός Santo Semitecolo σχεδιάζει τον παράλληλο προς την δυτική ακτή του πορθμού δρόμο (strada), που αποτελούσε τον κυριότερο οδικό άξονα του νησιού. O δρόμος διέσχιζε την οχυρωμένη πόλη από τη βόρεια στη νότια πύλη και οδηγούσε νότια στην ενδοχώρα και βόρεια στην ανοικτή θάλασσα του Ιονίου. Από την βόρεια ακτή του νησιού συνέχιζε ανατολικά προς τον ισθμό της Γύρας, μέσω του οποίου η Λευκάδα επικοινωνούσε με την Στερεά Ελλάδα. Η χρήση του δρόμου είναι συνεχής από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Δίπλα σ’ αυτό το δρόμο αναπτύσσονταν οι καθημερινές δραστηριότητες των Λευκαδίων, όπως το εμπόριο, οι μεταφορές αγαθών, η μεταποίηση της γεωργικών προϊόντων, η βιοτεχνική παραγωγή κ.λ.π(12).

Από τα υποθαλάσσια ευρήματα στην περιοχή του πορθμού διαπιστώθηκε η διπλή προσπάθεια γεφύρωσης της αρχαίας πόλης με την απέναντι ακτή, με την προκυμαία του αρχαίου λιμανιού, μήκους 570 μέτρων και με τη γέφυρα, 750 μέτρων, που οδηγούσε στο κέντρο της παράκτιας πλευράς της αρχαίας πόλης, όπου θα υπήρχε η πύλη της θάλασσας(13). Στο μέσο περίπου του σχεδίου του Semitecolo, σημειώνεται η θέση του ναού Αγίου Γεωργίου(14). Πρόκειται για τον ερειπωμένο σήμερα ναό, που, σύμφωνα με σχέδιο του 1701, ιδρύθηκε το 1678 και ήταν αφιερωμένος στη λατρεία του Αγίου Γεωργίου(15). Ο ναός είναι κατασκευασμένος από ογκώδεις λαξευμένους λίθους σε δεύτερη χρήση. Θα ήταν σημαντικό για την ιστορία του τόπου να εξακριβωθεί με αρχαιολογική διερεύνηση, αν ο ναός αυτός είχε κατασκευαστεί σε κρηπίδωμα αρχαίου ιερού(16), καθώς από αρχειακή πηγή πληροφορούμαστε, ότι στην περιοχή βρίσκονταν ναός του Απόλλωνα, με αξιόλογα μωσαϊκά δάπεδα.

Στην ίδια πηγή αναφέρονται επίσης «ερείπια της αρχαίας Λευκάδας περικυκλωμένης από ευρύ περίβολο από μεγάλους υπέροχους λίθους, τοποθετημένους εν ξηρώ»(17). Η περιγραφή ταιριάζει στην εικόνα τμήματος του δυτικού τείχους δομημένου με ορθογώνιους έξεργους λίθους, που αποκαλύφθηκε σε σωστικές ανασκαφές, στη διασταύρωση του δρόμου Λευκάδας – Νικιάνας με τον νέο δρόμο από την παραλία των παλαιών αλυκών προς το Καλιγώνι.

Σε όλους τους χάρτες της περιόδου της Ενετοκρατίας και της Αγγλοκρατίας, αναφέρεται η θέση της αρχαίας πρωτεύουσας ως τοπωνύμιο με ιστορικό και γεωγραφικό προσδιορισμό, υποδηλώνοντας την ιδιαίτερη σημασία που της αποδόθηκε στην αντίστοιχη χρονική περίοδο.

Κατάλοιπα κτηρίων αμυντικού, θρησκευτικού και κοσμικού χαρακτήρα εντοπίζονται επίσης εκτός της τειχισμένης πόλης και τα περισσότερα βρίσκονται κατά μήκος των ορθογώνιων χαράξεων του οδικού δικτύου, που ανιχνεύεται στην πεδιάδα της Λευκάδας και αποτελούν τμήματα ενός ευρύτερου πλέγματος βασικών αξόνων. Δύο από τους άξονες αυτούς εντοπίστηκαν και αποτυπώθηκαν από τον λοχαγό R.N. Smydt, σε σχέδιο του 1819(18). Οι άξονες του οδικού συστήματος συμπίπτουν με τους κύριους δρόμους της σύγχρονης πόλης, όπως ο κεντρικός δρόμος της σημερινής πόλης Λευκάδας με κατεύθυνση Ανατολής – Δύσης, που οδηγεί πέρα από τον οικισμό της Απόλπαινας προς τα ορεινά χωριά. Η νοητή προέκτασή του προς τα βορειοανατολικά, διέρχεται από τη βορειοανατολική γωνία του φρουρίου(19) και συναντά στην είσοδο του λιμανιού Δέματα, κοντά στο ναό του Αγίου Νικολάου, στο σημείο, όπου σε χάρτη του 1930, αναφέρεται το τοπωνύμιο «κολώνα» και το ίδιο σημείο αναφέρεται ως «οβελίσκος», στο σχέδιο του Smyth(20).

Ο κεντρικός άξονας τέμνεται κάθετα από δύο παράλληλους μεταξύ τους δρόμους την οδό Φιλοσόφων και ανώνυμη. Οι δύο παράλληλοι δρόμοι έχουν κατεύθυνση Βορά – Νότου, ξεκινούν από τον κόλπο Αγίου Ιωάννη Ατζούση και από το γερμανικό πυροβολείο, κάτω από την οικία Σταύρου, και φτάνουν στην περιοχή Καλιγώνι, όπου συναντούν το επιχωματωμένο σήμερα τείχος της αρχαίας Λευκάδας, προφανώς στη βόρεια πύλη της οχυρωμένης πόλης. Αντίστοιχα οδικά πλέγματα, ιπποδάμειου συστήματος, εφαρμόστηκαν στην κλασική αρχαιότητα μέχρι και στη ρωμαϊκή εποχή και διευκόλυναν την ισομερή κατάτμηση της εύφορης πεδιάδας σε «κτηματομερίδια», για να αποδοθούν αρχικά στους κορίνθιους εποίκους και αργότερα σε Ρωμαίους, που πολέμησαν για την κατάκτηση του νησιού.

Οι χαράξεις αυτές είχαν άμεση σχέση με την οργάνωση του ευρύτερου χώρου της Λευκάδας, και κατ’ επέκταση με τη χωροθέτηση σε κομβική θέση ακόμα και νεότερων σημαντικών δημόσιων κτηρίων, όπως ο ναός της Παναγίας της Γύρας, το οχυρό Τεκές, το οχυρό Κωνσταντίνου(21) και το φρούριο Αγίου Γεωργίου στην Πλαγιά Ακαρνανίας, στη θέση αρχαίας πόλης (εικ. 2).

Σημαντική για την κατανόηση της διάρθρωσης του τοπίου και της ιστορικής συνέχειας του είναι η παρατήρηση ότι νεότερα εμβληματικά κτήρια, καταλαμβάνουν κομβικές θέσεις στο πλέγμα κατάτμησης της περιοχής και βρίσκονται σε αποστάσεις πολλαπλάσιες της μονάδας υποδιαίρεσης αγροτικών εκτάσεων, το actus(22). Η εμπεριστατωμένη έρευνα των αρχαίων χαράξεων στη Λευκάδα μπορεί να οδηγήσει σε ενδιαφέροντα συμπεράσματα, καθώς στην πολεοδομική οργάνωση της αρχαίας Λευκάδας παρουσιάζονται ομοιότητες ως προς άλλες αρχαίες πόλεις, όπως η Όλυνθος, η Ρόδος και η Πέλλα, στις οποίες ανασκάφτηκε το μεγαλύτερο μέρος του πολεοδομικού ιστού τους.

Η ραγδαία οικοδομική ανάπτυξη των τελευταίων χρόνων προκάλεσε την σημαντική αύξηση του αριθμού σωστικών ανασκαφών, οι οποίες απέφεραν πολλές νέες και αξιόλογες πληροφορίες για την ιστορία του νησιού. Τα αποτελέσματα όμως είναι πάντα αποσπασματικά, καθώς αποδίδουν μόνο μέρος του πλούτου πληροφοριών για την ιστορία μας. Αντίθετα τα σχέδια, που αναπαριστούσαν ιστορικές στιγμές πολεμικών αντιπαραθέσεων μεταξύ Ενετών και Οθωμανών στην περιοχή του πορθμού Λευκάδας αποδίδουν με πολλές λεπτομέρειες τα χαρακτηριστικά του τοπίου, αλλά και πολιτιστικών και στρατιωτικών ιδιαιτεροτήτων των δύο λαών (εικ. 3).

Επίσης οι περιηγητές και οι ξένοι «επισκέπτες», ήδη από τον 15ο αιώνα, κατέγραφαν σε λεπτομερείς χάρτες με σχόλια για όλες τις τότε γνωστές θέσεις με αρχαιότητες, αλλά και για την κάθε σχετική πληροφορία ή θρύλο.

Σήμερα, που διαθέτουμε τεχνολογία υψηλού επιπέδου (αεροφωτογράφιση, ηλεκτρομαγνητική διασκόπηση κ.λ.π.), είμαστε σε θέση, χωρίς μεγάλη δαπάνη και με ασφάλεια, να εντοπίσουμε και να χαρτογραφήσουμε όλες τις περιοχές ιδιαίτερου αρχαιολογικού ενδιαφέροντος της χώρας. Μια τέτοια χαρτογράφηση θα προσφέρει την δυνατότητα εντοπισμού και διάγνωσης αρχαιολογικών καταλοίπων στο υπέδαφος. Βάσει αυτής της τεκμηρίωσης, ο καθορισμός των ορίων εντός των οποίων θα γίνονται επεμβάσεις στα μεγάλα έργα θα είναι αποτελεσματικότερος. Επίσης θα στοιχειοθετούνται οι όροι ελέγχου των επιπτώσεων, που θα προκαλέσει η υλοποίησή τους στο περιβάλλον και στο ιστορικό τοπίο. Πρόκειται για μεθοδολογία που θα συμβάλει στον προγραμματισμό των ενεργειών για την προστασία και την αποκατάσταση των μνημείων και για τη διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομίας με άμεση εξασφάλιση ανταποδοτικών πόρων από αναπτυξιακά προγράμματα. Μέσω της διαδικασίας αυτής αποκτά νόημα το 1ο άρθρο της συνθήκης της Βαλέτα, όπου αναφέρεται ότι ο σκοπός της Συμβάσεως είναι η προστασία της αρχαιολογικής κληρονομιάς ως πηγής της ευρωπαϊκής συλλογικής μνήμης και ως μέσου για την ιστορική και επιστημονική μελέτη. Στοιχεία της αρχαιολογικής κληρονομιάς θεωρούνται όλα τα κατάλοιπα και τα αντικείμενα, καθώς και άλλα ίχνη ανθρώπινης υπάρξεως από το παρελθόν, γιατί η διαφύλαξη και η μελέτη επιτρέπει την ανάπλαση της ιστορίας του ανθρώπου και της σχέσεως του με το φυσικό περιβάλλον και γιατί οι κύριες πηγές πληροφορίας είναι οι ανασκαφές, οι ανακαλύψεις, αλλά και κάθε άλλη μέθοδος έρευνας του ανθρώπινου γένους και του περιβάλλοντός του. Στην αρχαιολογική κληρονομιά περιλαμβάνονται κατασκευές, οικοδομήματα, αρχιτεκτονικά σύνολα, οργανωμένοι χώροι και τόποι, κινητά αντικείμενα, μνημεία πάσης φύσεως μαζί με το πλαίσιο, στο οποίο εντάσσονται, είτε αυτά βρίσκονται στη γη, είτε μέσα στο νερό.

Με το άρθρο αυτό ο νομοθέτης προστατεύει ακριβώς τις περιπτώσεις που η ιστορία αποκαλύπτεται μέσα από την έρευνα και προλαμβάνει την διατήρηση της αυθεντικότητας του τοπίου, που αποτελεί ίσως το σημαντικότερο μέσο για τη τεκμηρίωση της. Δυστυχώς στο όνομα της ανάπτυξης, ίσως μετά από μία βιαστική θεώρηση της ιστορικότητα της περιοχής, παραγράφονται αρκετές σελίδες ιστορίας. Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση του περιβάλλοντος χώρου της αρχαίας πρωτεύουσας της Λευκάδας και των μνημείων του πορθμού γενικότερα. Η σημερινή πραγματικότητα έχει προκαλέσει σοβαρή αλλοίωση του πολιτιστικού και ιστορικού περιβάλλοντος των μνημείων του πορθμού, που αποτελεί την κοιτίδα της ιστορίας της Λευκάδας, σε βαθμό που να διακινδυνεύεται η αναγνώριση της ιστορίας της.

Σαν παράδειγμα αναφέρεται η μεταβολή που έχει υποστεί το άμεσο περιβάλλον του φρουρίου Αγίας Μαύρας από το 1900 μέχρι σήμερα. Η μεταβολή αυτή θα φέρει σε δύσκολη θέση τον ξεναγό του μέλλοντος, όταν θα προσπαθεί να πείσει τους αρχαιόφιλους για την ιδιοφυή στρατηγική του Φραγκίσκου Μοροζίνι, στην πολιορκία του φρουρίου της Λευκάδας(23). Η στρατηγική του, όπως διαβάζουμε στο ημερολόγιο του, που συμπληρώνεται με λεπτομερέστατα σχέδια για τα γεωγραφικά δεδομένα της εποχής, βασίστηκε κυρίως στην εκμετάλλευση, προς όφελός του, των φυσικών ιδιαιτεροτήτων του τοπίου. Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του τοπίου του πορθμού και ιδιαίτερα του περιβάλλοντος του φρουρίου δεν θα ανταποκρίνονται πλέον στις σχετικές περιγραφές των ιστορικών κειμένων και των σχεδίων, όπως διαπιστώνεται και από το συσχετισμό της σημερινής κατάστασης και του σχεδίου της αναπτυγμένης μορφής, που είχε πάρει το φρούριο τον 18ο αιώνα (εικ.4). Το εγγύς μέλλον προβλέπεται ακόμα περισσότερο δυσοίωνο, όταν υλοποιηθεί η υποθαλάσσια σύνδεση της Λευκάδας με την Αιτωλοακαρνανία.

Η υποθαλάσσια ζεύξη Λευκάδας – Αιτωλοακαρνανίας, σε συνδυασμό με τη διαπλάτυνση του διαύλου, αναμένεται να αυξήσει την επισκεψιμότητα του νησιού και την τουριστική κίνηση στη Λευκάδα. Για το λόγο αυτό επιβάλλεται η εκ παράλληλου εκτέλεση εργασιών στερέωσης και ανάδειξης στα μνημεία της περιοχής, που θα συμβάλλουν στην ποιοτική και ποσοτική ανάπτυξη του τουρισμού και τελικά στην καλυτέρευση των συνθηκών προστασίας του πολιτιστικού και φυσικού πλούτου μας.

Η περιοχή του φρουρίου, αλλά και η ευρύτερη έκταση του πορθμού αποτελεί σήμερα αρχαιολογικό χώρο απολύτου προστασίας, με μοναδικά οχυρωματικά και δημόσια έργα κατασκευασμένα από την αρχαιότητα μέχρι τον 19ο αιώνα(24). Η αποκατάσταση αυτών των μνημείων και η ανάδειξη τους ταυτόχρονα με τα τεχνικά έργα θα μπορούσε να συμβάλουν, ώστε η διαπλάτυνση του διαύλου να συνδυαστεί αρμονικά με τη διατήρηση της ιστορίας του τοπίου και της κλίμακας των μνημείων.

Μόνο με την αξιοποίηση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του ιστορικού τοπίου και των πολιτιστικών αγαθών της περιοχής, θα ήταν δυνατόν να επανενταχθεί, με τρόπο ασφαλή, το φρούριο της Αγίας Μαύρας, στο νέο αναβαθμισμένο περιβάλλον του.

Αξιοπρόσεκτο είναι όμως, ότι στα σχέδια των μελετών διαπλάτυνσης του διαύλου Λευκάδας και κατασκευής της υποθαλάσσιας σύνδεσης του νησιού με την Ακαρνανία, δεν αποτυπώνονται τα ζωτικά τμήματα της οχύρωσης, του μεγάλου ανατολικού προτειχίσματος έργο του 1732, το οποίο σήμερα τελεί υπό κατάληψη, ούτε και το νότιο τμήμα της οχύρωσης με την επωνυμία «baluardo del Cimiterio» στα ενετικά έγγραφα, ονομασία που οφείλεται στη χρήση της θέσης ως μουσουλμανικό νεκροταφείο πριν το 1684.

Υπενθυμίζουμε ακόμα ότι η μελέτη αποκατάστασης και ανάδειξης του φρουρίου και η μερική αποκατάσταση του είχε ενταχθεί παλαιότερα – με ιδιαίτερα χαμηλή επιχορήγηση – στο 2ο Πλαίσιο στήριξης και στο Interreg ΙΙ. Η έρευνα για την αξιοποίηση του φρουρίου και η μελέτη του υπεδάφους αποτέλεσαν αντικείμενο δύο ερευνητικών προγραμμάτων του Μετσόβιου Πολυτεχνείου(25) και του Πανεπιστημίου Πατρών, σε συνεργασία με το ΥΠΠΟ. Η ιστορική εξέλιξη του φρουρίου αποτέλεσε αντικείμενο διδακτορικής διατριβής της γράφουσας στο ΕΜΠ. Η προμελέτη προστασίας και ανάδειξης των ενετικών αλυκών της Λευκάδας(26) βραβεύτηκε το 1999 με ειδική διάκριση σε διεθνή διαγωνισμό υπό την αιγίδα της UNESCO (εικ. 5). Επισημαίνεται τέλος, ότι τα μνημεία του πορθμού αποτελούν έργα επώνυμων μηχανικών από την Ιταλία, την Αγγλία, την Γερμανία, την Τουρκία, την Ρωσία και την Ελλάδα. Η βλάβη ή η απώλεια τους θα προκαλούσε αντιδράσεις στις διεθνείς οργανώσεις για την προστασία των μνημείων και των ιστορικών τοπίων.

Ανακοίνωση της Μαρίας Λαμπρινού στο 2ου Διεθνές Αρχαιολογικό και Ιστορικό Συνέδριο με τίτλο: «Το αρχαιολογικό έργο στην Αιτωλοακαρνανία και τη Λευκάδα», που πραγματοποιήθηκε τον Δεκέμβριο 2013 στο Μεσολόγγι, από το Υπουργείο Πολιτισμού και την Εφορεία Αρχαιοτήτων Αιτωλοακαρνανίας και Λευκάδος.

1 Dörpfeld 1927.
2 Ροντογιάννης 1980.
3 Zάχος – Ντούζουγλη 2003.
4 Ανδρέου 2008, 251-273.
5 Πλιάκου 2001, 21-43.
6 Fiedler 2008, 275-298. Fiedler 2009, 38-46.
7 Lang 2008, 227-250.
8 Schwandner 2008, 407-418.
9 Sarris κ.ά. 2008, 7-84.
10 Λαμπρινού 2002, 332-335. Στο σχέδιο κτηματολογίου της πόλης της Λευκάδας του 1723 από τον Santo Semitecolo, σημειώνεται η θέση «botteche antiche» στον ελαιώνα της Λευκάδας. Πρόκειται μάλλον για το αγροτικό συγκρότημα, που ανασκάφτηκε στον ελαιώνα της Λευκάδας κατά τη διαπλάτυνση της οδού Φιλοσόφων.
11 Ο Santo Semitecolo έφτασε στην Λευκάδα με την ανακατάληψη του νησιού από τους Βενετούς το 1717. Εργάστηκε ως δημόσιος γεωμέτρης μέχρι τον θάνατό του το 1738.
12 Η χρήση του δρόμου κατά την μεσαιωνική εποχή δεν έχει μέχρι τώρα τεκμηριωθεί. Ενδέχεται δε, στην εποχή αυτή να καταστράφηκε τμήμα του από υπερχειλίσεις του παρακείμενου χειμάρρου ή από άλλα φυσικά αίτια και να μην αποκαταστάθηκε.
13 Αργότερα, όταν το 1564/65, επί οθωμανικής κατοχής, κατασκευάστηκε υδραγωγείο που έφερνε το νερό της Σπασμένης Βρύσης στο φρούριο της Αγίας Μαύρας, χρησιμοποιήθηκε ο αρχαίος δρόμος για την διέλευση του αγωγού. Την ίδια όδευση ακολουθούσε το υδραγωγείο μέχρι τον 19ο αιώνα, όπως φαίνεται σε σχέδιο της Αγγλοκρατίας, που φυλάσσεται στο Ιστορικό αρχείο Λευκάδας.
14 Λαμπρινού 2006, 47-54.
15 Λαμπρινού 2004, 181. Σχέδιο του Ενετού Emiglio Alberghetti και του Άγγλου Cox of Kelson, μηχανικών, που εργάστηκαν το 1701-1705 στη Λευκάδα για λογαριασμό της Βενετίας, Μαρκιανή Βιβλιοθήκη Βενετίας (ΙΤ VI492 (10061)n. 18)
16 Στην περιοχή αυτή φαίνεται ότι βρισκόταν η αρχαία αγορά.
17 Λαμπρινού 2006, 386.
18 Capt.Smyth, χάρτης του 1864, που περιλαμβάνεται στην πραγματεία του στρατιωτικού γιατρού W. Goodisson, A Historical and Topografical Essay upon the Islands of Corfu, Leucadia, Cephalonia Ithaca and Zante, London 1822 έκδοση του 1835, ιδιωτική συλλογή Τ. Χαραμόγλη.
19 Λαμπρινού 2006, 381-401.
20 Girolamo Delanges, χάρτης του 1757 με τίτλο Topografia dell’ isola di Leucada e scogli addiacenti alla mede(si)ma, come pure parte del Xeromero in Terra Ferma col suo littorale da Sta Sofia a Zaverda sino a Demata et à scali,parimente della linea di Voniza, e Prevesa parte del Combotti unindosi ad Argo Amfilochio non che del territorio d’Arta, Rogus e Luro, col littorale di Agrapidià sin la bocca di Prevesa e dell’ interno Ambrascio. di tutte le peschiere,fiumi e sorgenti, cosi di varie antichità, e situazioni di ville e monasteri, σημ. 19. Η ονομασία «Οβελίσκος» συνδέεται πιθανόν με τη διαμόρφωση της εισόδου στον λιμένα Αγίου Νικολάου, όπου πραγματοποιήθηκαν εκτεταμένα τεχνικά έργα για την υποδοχή του στόλου του Αντωνίου και Κλεοπάτρας πριν από την ναυμαχία στο Άκτιο, το 31 π.Χ.
21 Λαμπρινού 2005, 37-108. Το οχυρό βρίσκεται στη θέση όπου η αρχαιολογική έρευνα του Dörpfeld εντόπισε κατάλοιπα ρωμαϊκής γέφυρας.
22 Caniggia 1976, 175. Το actus αντιστοιχεί σε 35,52 x 35,52 τ.μ. και διαφοροποιείται από τον κάναβο 120 x 30 μ. που αναφέρει η Ανδρέου, γεγονός που σημαίνει ότι πρόκειται για μετρικό σύστημα προγενέστερο των ρωμαϊκών χαράξεων,βλ. Ανδρέου 2008, 256
23 Λαμπρινού 2004, 197-193, 198.
24 Λαμπρινού 1997, 64-70.
25 Φίλιππα-Αποστόλου 2001, 125-138.
26 Λαμπρινού – Μητσάκου 2001, 165-182.

BΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
EΛΛΗΝΟΓΛΩΣΣΗ
Ανδρέου 2008 I. Ανδρέου, Αρχαία Λευκάδα (πόλη), στο Αφιέρωμα W. Dörpfeld, 251-273.
Ζάχος – Ντούζουγλη 2003 Κ. Ζάχος – Α. Ντούζουγλη, Λευκάδα. Ιστορική-Αρχαιολογική Επισκόπηση μέσα από τα εκθέματα του Αρχαιολογικού Μουσείου, Αθήνα.
Λαμπρινού 1997 Μ. Λαμπρινού, Οχυρωματική και κοινωφελής δραστηριότητα στο στενό της Λευκάδας από το 14ο μέχρι το 19ο αιώνα, Πρακτικά Συμποσίου για την Τοπική παράδοση και τονπολιτισμικό τουρισμό, Αθήνα, 63-71.
Λαμπρινού 2002 Μ. Λαμπρινού, Αμαξική: ένα μεσαιωνικό προάστιο γίνεται πρωτεύουσα της Λευκάδας, Πρακτικά Στ΄ Διεθνούς Πανιόνιου Συνεδρίου, Ζάκυνθος 23-27 Σεπτεμβρίου 1997, Αθήνα,327-338.
Λαμπρινού 2004 Μ. Λαμπρινού, Τα υδάτινα σύνορα δύο κόσμων και ο παράκτιος έλεγχος για την προστασία της μεθορίου, στο Πρακτικά Ζ΄ Πανιόνιου Συνεδρίου, Λευκάδα 26-30 Μαΐου 2002,τ. Β΄, Αθήνα, 173-200.
Λαμπρινού 2005 Μ. Λαμπρινού, Τρία μνημεία στον πορθμό της Λευκάδας: Φρούριο Αγίας Μαύρας, Ναός Αγίου Γεωργίου, Ενετικές Αλυκές, Επετηρίς Λευκαδικών Μελετών, τεύχος Ι΄, Αθήνα, 37-108.
Λαμπρινού 2006 Μ. Λαμπρινού, Χάρτης Φυσικών πόρων και Αρχαιοτήτων Λευκάδας και περιχώρων του έτους 1797, Ηπειρωτικά Χρονικά 40, Ιωάννινα, 382-401.
Λαμπρινού Μ. Λαμπρινού – Ε. Μητσάκου, Οι αλυκές στου Καρυώτη, στο Σκλαβενίτης – Σκλαβενίτης 2001, 165-182.
Πλιάκου 2001 Γ. Πλιάκου, Η αρχαία πόλη «Λευκάς». Το άστυ και η ευρύτερη περιοχή του, στο Σκλαβενίτης – Σκλαβενίτης 2001, 21-43.
Ροντογιάννης 1980 Π. Ροντογιάννης, Ιστορία της Λευκάδας, Αθήνα.
Σκλαβενίτης Δ. Χ. Σκλαβενίτης – Τ. Ε. Σκλαβενίτης (επιμ.), Οι πρωτεύουσες της Λευκάδας, Αρχαία Λευκάδα-Νήρικος, Κάστρο Αγίας Μαύρας, Αμαξική, Πρακτικά Δ΄ Συμποσίου Λευκάδα 6-8Αυγούστου 1999, Αθήνα.
Fiedler 2009 M. Fiedler, Η αρχαία Λευκάδα και τα σπίτια της, Αρχαιολογία & Τέχνες 112, 38-46.
Φίλιππα-Αποστόλου 2001 Μ. Φίλιππα-Αποστόλου, Η μεσαιωνική πρωτεύουσα της Λευκάδας. Στρατηγικοί στόχοι και συμπεράσματα μιας διεπιστημονικής έρευνας στο ΕΜΠ, στο Σκλαβενίτης – Σκλαβενίτης 2001, 125-138.
ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΗ
Dörpfeld 1927 W. Dörpfeld, Alt Ithaka, München.
Caniggia 1976 G. F. Caniggia, Struture dello Spazio Antropico, Firenze.
Fiedler 2008 M. Fiedler, Nicht nur Homer: Wilhelm Dörpfelds Forschungen zum antiken Leukas, στο Αφιέρωμα W. Dörpfeld, 275-298.
Lang 2008 F. Lang, Die andere Seite- Horizontalstratigraphische Forschung am östlichen Sund von Lefkas, στο Αφιέρωμα W. Dörpfeld, 227-250.
Sarris κ.ά 2008 A. Sarris – S. Topouzi – F. Triantafyllidis – S. Soetens – G. Pliakou, Application of Near-Surface Geophysical Tools and GIS for Mapping the Ancient City of Lefkas, στο Y. Facorellis (επιμ.), Proceedings of the 4th Symposium of the Hellenic Society for Archaeometry, BAR International Series 1746, 7-84.
Schwandner 2008 E. -L. Schwandner, Nerikos und die akarnanische Peraia der Leukadier, στο Αφιέρωμα W. Dörpfeld, 407-418.
– Μητσάκου 2001
– Σκλαβενίτης 2001

Προηγουμενο αρθρο
«ΕφΣυν» (ξανά) κατά Πολάκη: Αρκουδιάρης και αρκούδα μαζί σ' ένα σώμα
Επομενο αρθρο
Δήμος Λευκάδας: τοποθέτηση νέας ηλεκτροκίνητης σειρήνας συναγερμού

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *