HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΛευκάδα 1819, ξαναγράφοντας την ιστορία

Λευκάδα 1819, ξαναγράφοντας την ιστορία

Χριστίνα Παπακώστα

1819, ένα ταραχώδες έτος για τα ελληνικά πράγματα, από τις ακτές του Αιγαίου έως αυτές του Ιονίου πελάγους. Στις αρχές της άνοιξης του 1819 στην πόλη της Σμύρνης, μία πόλη με αρκετούς κατοίκους, οι οποίοι κατάγονταν από τα Ιόνια νησιά, ξεσπά κρίση. Οι συντεχνίες των ταπεινών επαγγελματιών της πόλης διεκδικώντας ανακατανομή των φόρων και έλεγχο της κοινοτικής διοίκησης, παρεμβαίνουν δυναμικά στις αρχαιρεσίες του κοινοτικού συμβουλίου. Προηγουμένως οι ίδιοι με τη συνδρομή και της τοπικής Μητρόπολης είχαν κινηθεί κατά των αρχόντων. Κάποια μίλησαν για αντιπαράθεση μεταξύ των οπαδών και των αντιπάλων του Διαφωτισμού. Η κοινωνική αναστάτωση οδήγησε σε ανασχηματισμό της κοινοτικής οργάνωσης της πόλης αλλά και σε ευρύτερες κοινωνικές ανακατατάξεις. Όμως, «η νέα ανάγνωση των πηγών μοιάζει να υποδεικνύει την ύπαρξη μιάς πραγματικότητας πολύ πιο σύνθετης», όπως σοφά σημειώνει ο Φίλιππος Ηλιού, ο οποίος μελέτησε σε βάθος τα γεγονότα της ιωνικής πόλης.

Τις ίδιες περίπου ημέρες στο Ιόνιο πέλαγος και συγκεκριμένα στην πόλη της Πάργας 150 στρατιώτες αποβιβάζονται από μία αγγλική φρεγάτα. Ο αρμοστής Μαίτλαντ για λογαριασμό του Ηνωμένου Βασιλείου είχε συμφωνήσει με τον Αλή πασά των Ιωαννίνων να του παραδώσει την ηπειρωτική πόλη. Ο πασάς επιτέλους θα αποκτούσε την πόλη-λιμάνι που από το 1791 εποφθαλμιούσε. Οι Παργινοί αποφασίζουν να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές εστίες τους και να βρουν καταφύγιο στα γειτονικά Επτάνησα.

Παράλληλα, αναζητούν βοήθεια σε ευρωπαϊκό επίπεδο, προκειμένου να προασπίσουν τα συμφέροντά τους και να επιστρέψουν σύντομα στον τόπο τους. Ο Ugo Foscolo, ο ζακυνθινοβενετός ποιητής, στέκεται στο πλευρό τους, και με τη συνδρομή και του Καποδίστρια, δίνει μάχη στο Λονδίνο για να προασπίσει τα δίκαια των Παργινών.

Στα μέσα Απριλίου οι τελευταίοι Παργινοί αναχωρούν για την Κέρκυρα. Ο Καποδίστριας, υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας πιά, την εποχή αυτή βρίσκεται στο νησί του επισκεπτόμενος την οικογένειά του. Το Πάσχα του 1819 ο Καποδίστριας απευθύνει από το νησί του ένα κείμενο στους κατοίκους του ελλαδικού χώρου. Στο κείμενο, μεταξύ άλλων, αναφέρει «οφείλουμε να συγκροτήσουμε ένα έθνος, να υποφέρουμε εξαιτίας αυτής της πεποιθήσεως, να συλλάβουμε το βαθύ νόημα των δεινών μας και να αισθανθούμε την ανάγκη να απαλλαγούμε για πάντα από αυτά». Σχολιάζοντας δε τα γεγονότα της Πάργας γράφει «Ο στρατηγός Μαίτλανδ μεταχειρίζεται τους συμπατριώτας μου ως Ινδούς. Αλλ’ούτοι θα αντιδράσουν και θα έχετε λίαν σοβαράς δυσχερείας εις ην στιγμήν δεν θα το περιμένετε».

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Καποδίστριας έλειπε από το Ιόνιο πάνω από δέκα χρόνια. Μετά την πολιορκία της Λευκάδας από τον Αλή πασά και τη σύναξη στο Μαγεμένο, η ευρωπαϊκή πολιτική του καριέρα θα τον κρατήσει μακριά από τα Επτάνησα. Όπως το 1807, πριν την αναχώρησή του, είχε συναντηθεί με κλεφταρματωλούς έτσι και τον Μάιο του 1819 στην Κέρκυρα αυτή τη φορά θα συναντηθεί με κλεφταρματωλούς αλλά και μέλη της Φιλικής Εταιρείας. Ο ίδιος ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης δηλώνει ότι πήγε στην Κέρκυρα με πρόφαση να ζητήσει από τον Μαίτλαντ χρήματα που του όφειλε ο αγγλικός στρατός, στην πραγματικότητα, όμως, για να συναντήσει το Καποδίστρια. «Τον αντάμωσα, εκάθησα 30 ημέρες και επέστρεψα οπίσω εις την Ζάκυνθο. Εκεί ωμιλήσαμε πολλά περί της υποθέσεως» αφηγείται ο γέρος του Μοριά.

Στη Λευκάδα στις 27 Σεπτεμβρίου 1819 ν.η. ο δημογέροντας της Γεωργίας και της Παιδείας Νικόλαος Διονυσίου Σταύρος με εντολή του επάρχου Λευκάδας Νικόλαου Καββαδά μετέβη στους Σφακιώτες και συγκεκριμένα στη μονή της Επισκοπής, για να συλλέξει πληροφορίες για την οικονομική κατάσταση των κατοίκων. Η κίνηση αυτή απέρρεε από την απόφαση της 25ης Ιουνίου του ίδιου έτους, σύμφωνα με την οποία θα επιβαλλόταν έκτακτη φορολογία στους κατοίκους του νησιού, προκειμένου να γίνουν έργα διάνοιξης στη διώρυγα. Για τα γεγονότα που ακολούθησαν μας μίλησε με τρόπο αναλυτικό ο κύριος Σπύρος Σκλαβενίτης.


Το ψηφιδωτό των ιστορικών γεγονότων μέχρι σήμερα ήταν μικρών διαστάσεων καθώς όλοι όσοι ασχολήθηκαν με τα γεγονότα, ανέτρεξαν, κυρίως, στην υπάρχουσα βιβλιογραφία κάνοντας ελάχιστη αρχειακή έρευνα. Το 2010 χάρη στη γενναία πρωτοβουλία της τότε Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ταξινομήθηκε και καταλογογραφήθηκε κεφαλαιωδώς το αρχειακό υλικό της περιόδου 1684-1864, το οποίο απόκειται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους – Αρχεία Νομού Λευκάδας. Τότε ήρθαν στο φως αρχειακά τεκμήρια, τα οποία μέχρι τότε σκεπάζονταν από τόνους σκόνης και καλύπτονταν από την ιστορική λήθη. ΄Ετσι εντοπίστηκαν τα αρχεία των φυλακών, τα αρχεία της Υψηλής Αστυνομίας, η οποία ενεπλάκη ζωηρά στην καταστολή της στάσης και στον εντοπισμό των υπαιτίων, τα αρχεία της επιτροπής, η οποία ασχολήθηκε με τη δήμευση των περιουσιών των εμπλεκομένων στα γεγονότα και πολλά άλλα έγγραφα που φωτίζουν σκοτεινές ή και άγνωστες πτυχές των γεγονότων. Ο Ροντογιάννης στη Ιστορία του, όμως, μιλούσε για την οργάνωση ενός «δικαστηρίου». Τα πρακτικά του δικαστηρίου αυτού δεν κατάφερα να τα εντοπίσω μέχρι σήμερα στο αρχειακό υλικό της Λευκάδας.

Στο βιβλίο του βρετανού ιστορικού Thomas Gallant «Η εμπειρία της αποικιακής κυριαρχίας. Πολιτισμός και εξουσία στα Επτάνησα 1817-1864» γίνεται μνεία στα πρακτικά της δίκης, τα οποία φυλάσσονται πια στα βρετανικά αρχεία. Έτσι η έρευνα επεκτάθηκε και στο Λονδίνο. Το υλικό και εκεί άφθονο. Έχει μελετηθεί μόνο ένα τμήμα του και αυτό οδήγησε την έρευνά μου και σε ιταλικά αρχεία, καθώς τα γεγονότα της Λευκάδας προκάλεσαν το ενδιαφέρον τόσο ευρωπαίων πολιτικών όσο και ανθρώπων των γραμμάτων. Στη συνέχεια θα δούμε για ποιο λόγο. Ας περάσουμε σε κάποια από τα ιστορικά ρεάλια που ήρθαν στο φως.

Συνηθίζουμε να μιλάμε για τη στάση των χωρικών στους Σφακιώτες. Δηλ. για μία αυθόρμητη κίνηση των κατοίκων της υπαίθρου, οι οποίοι υποφέροντας από τη φτώχια και την ανέχεια, δεν θα μπορούσαν να αντέξουν το βάρος ενός ακόμα φορολογικού δοσίματος. Τα έγγραφα της εποχής μιλούν για μία στάση των κατοίκων της Λευκάδας (revolt of the inhabitants of Santa Maura), για μία ταραχή (disturbance), για μία ενοχλητική και παράνομη συμπεριφορά των κατοίκων στην ύπαιθρο (tumuloso ed illegal procedimento nella campagna dell’isola). Δίνεται δηλ. ένας τοπικός προσδιορισμός στα γεγονότα και όχι ταξικός.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η στάση δεν ήταν μόνο ανδρική υπόθεση. Στις συμπλοκές έλαβαν ενεργά μέρος και γυναίκες, οι οποίες εφοδιασμένες με πέτρες, στράφηκαν κατά των αγγλικών στρατευμάτων. Έτσι κατέθεσε την 1η Οκτωβρίου 1819 στο Υγειονομείο της Κέρκυρας ο καπετάνιος Γεώργιος Παπαλουκάς, ο οποίος είχε αποπλεύσει από τη Λευκάδα στις 29 Σεπτεμβρίου. Ο ίδιος δίνει μία ακόμα σημαντική πληροφορία: οι Λευκαδίτες του είχαν πει ότι δεν τα έβαλαν με την αγγλική διοίκηση αλλά με τους συμπατριώτες τους, οι οποίοι άδικα τους είχαν επιβαρύνει τόσο οικονομικά.

Ο άγγλος τοποτηρητής στη Λευκάδα Frederick Stovin, θα πρέπει να αποκαταστήσουμε ορθά το όνομά του καθώς μέχρι τώρα στη βιβλιογραφία λανθασμένα είχε καταγραφεί ως Stoven ή Stovens, αναρωτιέται για ποιο λόγο οι Λευκαδίτες περίμεναν σχεδόν τρεις μήνες από την έκδοση του διατάγματος για την έκτακτη φορολογία και δεν «επαναστάτησαν» αμέσως διαμαρτυρόμενοι για τον άδικο επιβαλλόμενο φόρο. Και εάν επρόκειτο για μία αυστηρά ταξική επανάσταση για ποιο λόγο μεταξύ των συλληφθέντων ή τιμωρημένων ως πρωτεργατών βρίσκονται άνθρωποι της ανώτερης τάξης της πόλης, συμβολαιογράφοι, contestabili, επιστάτες δηλ. των χωριών και πενήνταρχοι, άνθρωποι με ξεχωριστή θέση στην κοινωνία των χωριών τους. Από τη μελέτη δε των φακέλων των προσώπων, των οποίων δημεύθηκε η περιουσία, προκύπτει ότι κανένας δεν ήταν ακτήμονας. Επρόκειτο για ανθρώπους που είχαν από μέση έως και μεγάλη ακίνητη περιουσία.

Ποια ήταν η μοίρα όσων μετείχαν των γεγονότων; Για την καταστολή της στάσης συνεργάστηκαν η Υψηλή Αστυνομία, η Εκτελεστική Αστυνομία και σώματα άγγλων στρατιωτών. Επικεφαλής της Υψηλής αστυνομίας για την αντιμετώπιση των αναταραχών ορίστηκαν ο Εμμανουήλ Σουμίλας και ο Λουδοβίκος Γκρίεσον. Ο τρισέγγονος του ανυπότακτου κλεφταρματολού Αγγελή Σουμίλα κλήθηκε να επιβάλλει την τάξη! Οι οσμώσεις του Ιονίου πελάγους βλέπετε αλλά και οι ιστορικές συγκυρίες.

Ποιος δίκασε αυτούς που συνελήφθησαν; Ποιοι παρουσιάσθηκαν στο δικαστήριο για να καταθέσουν; Υπήρξαν μάρτυρες; Όσον αφορά στο θέμα του δικαστηρίου, σύμφωνα με τη βιβλιογραφία συστήθηκε ένα «δικαστήριο» αποτελούμενο από τον δημόσιο εισπράκτορα της Λευκάδας Bayens με την ιδιότητα του προέδρου και τους Ιωάννη Ψωμά και δρ. Πέτρο Πετριτσόπουλο ως μέλη. Η αρχειακή έρευνα απέδειξε ότι αυτή η ομάδα συνέστησε μία επιτροπή (nobile commissione), και όχι για ένα δικαστήριο, η οποία ανέλαβε να διαχειριστεί τα της δήμευσης της περιουσίας των υποκινητών της στάσης. Ο Gallant, όμως, στη μελέτη του αναφέρεται σε τρεις μαρτυρίες των Βασιλείου Πάλμου από τον Πόρο, και των Σπύρου Ασπρογέρακα και Νικολάου Φωτεινού. Αναζητήσαμε τις καταθέσεις στο φάκελο που υποδεικνύει ο συγγραφέας αλλά δεν κατέστη δυνατό να τις εντοπίσουμε.

Είναι γνωστό ότι εκτελέστηκαν δια απαγχονισμούς οι Ασπρογέρακας, Στραβοσκιάδης, Κολυβάς και Πάλμος. Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία «για να είναι ο παραδειγματισμός συνεχής και φριχτός πίσσωσαν τα σώματά τους και τα κρέμασαν στα περάσματα της πόλης μέσα σε σιδερένιες κλούβες». Η απόφαση που όριζε αυτό τον τρόπο έκθεσης των νεκρών δεν εντοπίστηκε ενώ αντίθετα στην αλληλογραφία αναφέρεται σαφώς ότι οι τέσσερις θα έπρεπε να οδηγηθούν σιδηροδέσμιοι στον τόπο εκτέλεσης και να απαγχονιστούν για παραδειγματισμό.

Τις ημέρες των γεγονότων φαίνεται ότι φυλακίστηκαν ή μάλλον καλύτερα τελούσαν υπό κατοίκον περιορισμό οι Βαλαωρίτης, Βαφέας, Λάζαρης, Σέρβος και Σίδερης. Δεν είναι γνωστό ποιες κατηγορίες βάρυναν τους προαναφερόμενους. Σύντομα, όμως, αφέθηκαν ελεύθεροι με απόφαση του αρμοστή.

Από το αρχείο της επιτροπής επί των δημεύσεων προκύπτει ότι καταγράφηκαν και δημεύθηκαν η κινητή και ακίνητη περιουσία των παπά Θεόκλητο Στραβοσκιάδη από την Απόλπαινα, Ιωάννη Κατωπόδη ονομαζόμενου Μπέλλα από την Απόλπαινα, Νικολάου Φωτεινού του Στάθη από την Κατούνα, Ιωάννη Σκιαδά ποτέ Δράκου από τους Καρυώτες, Σπύρου Ασπρογέρακα του ποτέ Γεωργίου από τους Σφακιώτες, Μηνά και Θωμά Χαλικιά από τους Σφακιώτες, παπά Παναγιώτη Ρεκατσίνα επονομαζομένου Δραγανιώτη από τους Σφακιώτες, Φίλιππου Ζαβερδινού από τους Σφακιώτες, Ιωάννη Ασπρογέρακα, Κωνσταντίνου Ασπρογέρακα του Νικολάου, Φίλιππου Κολυβά από τον Αλέξανδρο, Νικολάου Σταύρακα ονομαζομένου Βελέντζα από την Καρυά, Αποστόλη Σταύρακα ονομαζόμενου Πανάδα από την Καρυά, του Βασίλειου Πάλμου και του γιου του Χρήστου από τον Πόρο, των Νικολάκη και Ιωάννη Πολίτη του Αποστόλου από την Κοντάρενα, του Ανδρέα Σκληρού από το Μαραντοχώρι και του Σπύρου Φλογαΐτη από το ίδιο χωριό. Οι περισσότεροι από τους αναφερόμενους είχαν διαφύγει στη Στερεά Ελλάδα και αργότερα τους βρίσκουμε να πολεμούν αλλά και να χάνουν τη ζωή τους στην επανάσταση του 1821. Εξαίρεση αποτελούν οι Μηνάς Καββαδάς του ποτέ Μόσχου και ο Χρήστος Πάλμος, ο οποίοι κατέφυγαν στην Κεφαλονιά και ζητήθηκε από τις εκεί αγγλικές αρχές να συλληφθούν και να δικαστούν.

Επανερχόμαστε στον κατάλογο των όσων δημεύτηκαν οι περιουσίες, και συγκεκριμένα στους δύο τελευταίους καταγραφέντες, Σκληρό και Φλογαΐτη. Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία οι δύο τελευταίοι είχαν καταδικασθεί και αυτοί σε θάνατο αλλά ο μεν Φλογαΐτης είχε καταφύγει στην απέναντι Στερεά και στη συνέχεια έλαβε μέρος στην Επανάσταση του 1821 ενώ ο Σκληρός τελικά συνελήφθη και εξετελέσθη. Τα αρχειακά, όμως, τεκμήρια μας δίνουν μία άλλη εντελώς διαφορετική εικόνα. Για ποιο λόγο άραγε είχαν καταδικαστεί σε θάνατο;

Σύμφωνα μάλιστα με έγγραφο από το φάκελό του της επιτροπής επί των δημεύσεων ο Σκληρός δεν είχε λάβει μέρος στις ταραχές, όλες τις ημέρες των επεισοδίων βρισκόταν στο σπίτι του στο Μαραντοχώρι και ύστερα από 3 ημέρες παρασύρθηκε από τον Σπύρο Φλογαΐτη και τον ακολούθησε με τον εννιάχρονο γιο του, εγκαταλείποντας στο χωριό την έγκυο γυναίκα του. Σε τι τον παρέσυρε ο Φλογαΐτης;

Ο Σπύρος Φλογαΐτης, μέλος εξέχουσας οικογενείας στο Μαραντοχώρι, συμβολαιογράφος και με πολιτική και κοινωνική δράση στο χωριό του κατατάσσεται μεταξύ των πρωτεργατών της στάσης και καταδικάζεται σε θάνατο. Στο σημείο αυτό να επισημάνουμε ότι στις 19/31 Σεπτεμβρίου 1819 ο Φλογαΐτης βρισκόταν στο καντσέλλο του, στο συμβολαιογραφικό του γραφείο δηλαδή και συνέτασσε συμβόλαιο για τους αδελφούς Φατούρου με μάρτυρα τον Ανδρέα Σκληρό. Δεν πρέπει να διαφύγει της προσοχής μας ότι τόσο στην πόλη όσο και στην ύπαιθρο του νησιού την ίδια περίοδο εργάζονταν δώδεκα ακόμα συμβολαιογράφοι, οι οποίοι είχαν σταματήσει να δικαιοπρακτούν από την τελευταία εβδομάδα του Σεπτεμβρίου έως και τα μέσα του Οκτωβρίου. Μεταξύ των συμβολαιογράφων αυτών ήταν και ο Νικόλαος Πολίτης από την Κοντάραινα, του οποίου είχε δημευτεί η περιουσία λόγω της συμμετοχής του στα γεγονότα του 1819. Στο εξής χάνουμε τα ίχνη του. Στα έγγραφα του χειμώνα του 1819 προσδιορίζεται συνήθως ως bandito, δηλ. ως φυγάς. Μέχρι στιγμής είναι άγνωστο που βρίσκεται και τι κάνει για ένα χρόνο. Εικάζουμε, όμως, ότι ήταν μαζί με τον Σκληρό.

Στις 28 Ιανουαρίου 1822 επέστρεψε στη Λευκάδα συνοδευόμενος από τον Σκληρό. Όπως ήταν φυσικό συνελήφθη αμέσως και οδηγήθηκε στις φυλακές. Η ποινή που του απονεμήθηκε ήταν 15 χρόνια κάθειρξης, θα ήταν σιδηροδέσμιος και θα συμμετείχε σε καταναγκαστικά έργα. Όταν φυλακίστηκε ήταν 53 χρονών και θα έπρεπε να αποφυλακιστεί το 1837. Το 1833 όμως του δόθηκε χάρη από τον αρμοστή και αποφυλακίστηκε. Ίδια ήταν και η μοίρα του Σκληρού, με τη διαφορά ότι καταδικάστηκε σε 10 χρόνια φυλάκιση και με πράξη χάριτος της Γερουσίας αποφυλακίστηκε το 1828. Όπως προκύπτει από το αρχείο της Εκτελεστικής αστυνομίας πρόκειται για τους μοναδικούς κρατούμενους για τους οποίους ως αιτία φυλάκισης σημειώνεται delitto di stato, δηλ. έγκλημα κατά του κράτους. Ποιο ακριβώς, όμως, ήταν το έγκλημά τους, αφού μάλλον δεν πήραν τα όπλα από την αρχή για να στραφούν κατά των Εγγλέζων;

Και ερχόμαστε στο τελευταίο ερώτημα: η στάση ήταν μία αυθόρμητη κίνηση που αποφάσισαν οι κάτοικοι της υπαίθρου της Λευκάδας; Εάν ναι, πότε και πού συναντήθηκαν αντιπρόσωποι όλων των χωριών για να συναποφασίσουν τον τρόπο αντίδρασης στην επερχόμενη βαρύτατη φορολόγησή τους; Γιατί δεν υπάρχει καμία μνεία, έστω και έμμεση, για κάτι τέτοιο; Για τους Άγγλους αξιωματούχους τα πράγματα είναι ξεκάθαρα: δεν επρόκειτο για κάτι αυθόρμητο. Κακόβουλος, όπως τον χαρακτηρίζουν ιθύνων νους, συνέλαβε το σχέδιο της αναταραχής, προπαγάνδισε διά των οργάνων του εναντίον της πολιτικής των Άγγλων και τελικά άναψε τη σπίθα στην Επισκοπή. Τις πρώτες ημέρες οι αναφορές που συναντάμε στην αλληλογραφία των Άγγλων αξιωματούχων είναι γενικόλογες και ασαφείς. Όσο όμως περνούν οι μέρες οι αναφορές είναι πια σαφείς.

Πίσω από όλα αυτά κρυβόταν ο Καποδίστριας. Την άνοιξη του 1819, με την πρόφαση της επίσκεψης του πατέρα του, είχε βρεθεί στην Κέρκυρα και είχε συναντηθεί με πολλούς Επτανησίους. Η αυστριακή κατασκοπία, η οποία παρακολουθούσε στενά τον Καποδίστρια, ενημέρωσε και αυτή με τη σειρά της τον καγκελάριο της Αυστρίας Μέττερνιχ για τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στο νησί της Λευκάδας με την υποκίνηση του Καποδίστρια. Παράλληλα, ο Adam ενημέρωνε στα τέλη Νοεμβρίου τον Maitland ότι ήταν γνωστό από μήνες σε διάφορα μέρη της Αδριατικής θα συνέβαινε κάτι στη Λευκάδα με ενορχηστρωτή εν κρυφώ τον Καποδίστρια. Εάν δεχθούμε τον ηγετικό ρόλο του Καποδίστρια στα γεγονότα του 1819, ίσως μπορούμε να αποκρυπτογραφήσουμε και το «έγκλημα» του Φλογαΐτη, αφού ο ρόλος του Σκληρού ήταν βοηθητικός παρά τω Φλογαΐτη. Η οικογένεια Φλογαΐτη είχε στενές φιλικές και όχι μόνο σχέσεις με την οικογένεια Καποδίστρια ήδη από το β΄ μισό του 18ου αιώνα. Ο θείος του Σπύρου, ο Θεόδωρος, που είχε εγκατασταθεί στην Οδησσό, ήταν φίλος του μετέπειτα κυβερνήτη της Ελλάδος και ο γιος του Νικόλαος, πολέμησε στην Επανάσταση του 1821 και βοήθησε τον Καποδίστρια από διάφορες θέσεις, όταν έφτασε στο Ναύπλιο ο τελευταίος ως κυβερνήτης της Ελλάδος. Θα μπορούσε, λοιπόν, ο Φλογαΐτης να μην είχε πολεμήσει με τα όπλα αλλά να έχει λειτουργήσει, ίσως μόνος του, ίσως εντασσόμενος σε ένα δίκτυο, ως ο δίαυλος για τη μεταφορά των σκέψεων και των λόγων του Καποδίστρια.

Σε μία ανακοίνωση δεν θα ήταν δυνατό να παρουσιαστούν όλα τα νέα ευρήματα της έρευνας καθώς άλλοτε είναι μικρές ψηφίδες και άλλοτε μεγαλύτερα τμήματα του μέχρι πρότινος κατεστραμμένου ψηφιδωτού. Όλα τα συμπεράσματα δεν μπορεί να είναι ακόμα στέρεα, αφού η έρευνα βρίσκεται ακόμα εν εξελίξει. Στόχος μου ήταν να δείξω ότι μία νέα ανάγνωση των πηγών, όπως μας υπεδείκνυε ο Ηλιού στην περίπτωση της Σμύρνης, η αναζήτηση νέων πηγών και η μη επανάπαυση στα μέχρι σήμερα ευρεθέντα μας οδηγούν πάντα σε νέα πιο φωτεινά ιστορικά μονοπάτια. Και τα αρχεία είναι πάντα εκεί και αναμένουν τον ερευνητή.

Κλείνοντας και θέλοντας να αποτίσω ένα φόρο τιμής σε όλους εκείνους που έχασαν τη ζωή τους στα γεγονότα του 1819, θα αναφέρω το μοναδικό όνομα νεκρού θύματος των ταραχών, που μέχρι σήμερα έχουμε εντοπίσει. Διαβάζω από το βιβλίο των βαπτιζομένων και κεκοιμημένων της εκκλησίας της Παναγίας των Ξένων «1819 Σεπτεμβρίου 22 έτος παλαιό αλλαλαγμός των χωριατών. Επέρασε εις την άλλην ζωήν από τουφεκιά ο Πάνος Χαλικιάς από Σφακιώτες και ετάφη έξω εις το θεμέλιο της εκκλησίας».

(Το κείμενο είναι η εισήγηση της ιστορικού και υποψήφιας διδάκτορος Ιονίου Πανεπιστημίου, Χριστίνας Παπακώστα, στο ΚΔ’ Συμπόσιο της Εταιρείας Λευκαδικών Μελετών που πραγματοποιήθηκε στις 8 και 9 Αυγούστου στο Πνευματικό κέντρο του Δήμου Λευκάδας με θεμα: «η εξέγερση των Λευκαδίων κατά της Αγγλοκρατίας το 1819».)

Προηγουμενο αρθρο
Αμεση απόσυρση γνωστού λευκού τυριού από τον ΕΦΕΤ
Επομενο αρθρο
Προσοχή φόλες

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *