HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΛευκάδα, 19ος αιώνας: Η εμφάνιση δύο νέων οικισμών «Άγιος Νικήτας» και «Βασιλική» σε ρόλο εμπορικών λιμένων του Ιονίου Κράτους

Λευκάδα, 19ος αιώνας: Η εμφάνιση δύο νέων οικισμών «Άγιος Νικήτας» και «Βασιλική» σε ρόλο εμπορικών λιμένων του Ιονίου Κράτους

Του Αντώνη Γ. Περδικάρη

Στις αρχές του 19ου αιώνα, η Βρετανία, η οποία είχε ήδη εξασφαλίσει τον έλεγχο των σημαντικοτέρων σημείων των Μεσογειακών ακτών (Γιβλαρτάρ, Μάλτα, Σικελία, Μινόρκα, Αίγυπτος) και κυρίως μετά τις νίκες της κατά των Γάλλων στο Αμπουκίρ (1798) και στο Τραφάλγκαρ (1805), οι οποίες την ανέδειξαν κυρίαρχη ναυτική και εμπορική δύναμη της Ευρώπης, έστρεψε το ενδιαφέρον της προς το Ιόνιο, μια περιοχή στρατηγικής σημασίας με γεωπολιτικούς και εμπορικούς όρους(1). Έτσι, στις 2/10/1809, ύστερα από νίκη της επί του Γαλικού στόλου, σε ναυμαχία ανοικτά της Ζακύνθου, η Βρετανία κατέλαβε την Κεφαλονιά, την Ζάκυνθο και τα Κύθηρα, τα οποία είχαν παραχωρηθεί στην Γαλλία μαζί με τα υπόλοιπα Ιόνια, με την συνθήκη του Τιλσίτ (1807). Ακολούθησε η κατάληψη της Λευκάδας (1810), ενώ στη Κέρκυρα, η Βρετανική σημαία, υψώθηκε την 12η/6/1814. Τα νησιά, επισήμως, τέθηκαν υπό την «προστασία» της Βρετανίας, ως «ανεξάρτητη πολιτεία των Επτανήσων» στο «Συνέδριο Ειρήνης της Βιέννης» (1815)(2).

Εικόνα 1: Βομβαρδα”, ή “Μπομπάρντα”. Ιστιοφόρα δικάταρτα πλοία που ξεκινησαν ως πολεμικά, αλλά αργότερα χρησιμοποιηθηκαν για μεταφορικούς και εμπορικούς σκοπους. Μεγάλο ποσοστό του εμπορικού Επτανησιακόυ στόλου στο πρωτο μισό του 19ου αιώνα, αποτελούταν από πλοία του τύπου αυτού. (Φωτ. από το Ναυτικό Μουσείο Καβαλας)

Παρά το γεγονός ότι στα Επτάνησα, τόσο λόγω της γεωγραφικής τους θέσης, όσο και λόγω της σημαντικής εμποροναυτιλιακής δραστηριότητας και εμπειρίας των κατοίκων τους, είχε υπάρξει ανάπτυξη του ναυτεμπορίου και πριν από την Βρετανική κατάκτηση, ωστόσο μέχρι τότε τα νησιά ήταν απλά ένας περιφερειακός παίκτης στο Ευρωπαϊκό θαλάσσιο εμπόριο. Τα εμπορικά λιμάνια της περιόδου αυτής, ήταν κατά βάση το λιμάνι της Κέρκυρας και δευτερευόντως, της Ζακύνθου, του Αργοστολίου, της Λευκάδας, του Βαθέως (Ιθάκη), του Καψαλίου (Κύθηρα) και του Γάϊου (Παξοί)(3) τα οποία, σημειωτέον, κατά την διάρκεια της δεύτερης Γαλλικής κυριαρχίας τελούσαν υπό θαλάσσιο αποκλεισμό(4). Απ’ αυτή την πλευρά συνεπώς, η ένταξη των νησιών αυτών στο καθεστώς της Βρετανικής «προστασίας» ήταν ένα σημαντικότατο γεγονός στην ανάπτυξη του Επτανησιακού εμπορίου, καθώς ο εμπορικός τους στόλος εντασσόταν στην κυρίαρχη ναυτική και εμπορική δύναμη της Ευρώπης.

Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί, ότι το καθεστώς αυτό της Βρετανικής προστασίας υπήρξε μόνο στους τύπους, καθώς τα νησιά -στη πραγματικότητα- τελούσαν υπό Βρετανική κατοχή, ωστόσο στη ναυτιλία φαίνεται ότι υπήρξε ουσιαστική προστασία. Στη συνθήκη π.χ. που υπογράφηκε μεταξύ των Βρετανών και του Μπέη της Τρίπολης (στη Μπαρμπαριά) το 1816, οι κάτοικοι και τα πλοία των Ιονίων Νήσων, εξομοιώνονται με τα αντίστοιχα Βρετανικά και τυγχάνουν της αντίστοιχης προστασίας(5). Βεβαίως απ’ αυτό δεν προκύπτει ότι εξέλειπε πλήρως ο φόβος των πειρατών. Άλλωστε το ίδιο έτος, στις 27/08/1816, Βρετανικά πλοια σε συνεργασία με Ολλανδικά, υπό τις διαταγές του λόρδου Edward Pellew, βομβάρδισαν το Αλγέρι, σε μια προσπάθεια εξάλειψης της μάστιγας αυτής(6). Ωστόσο προφανώς, η Βρετανική προστασία δημιούργησε ένα ασφαλέστερο περιβάλλον που οδηγούσε στην ανάπτυξη της Επτανησιακής εμπορικής ναυτιλίας. Παράλληλα με τη ναυτιλία όμως, υπήρχε άνοδος της αγροτικής παραγωγής στα νησιά, καθώς υπήρχε και αυξημένη προσφορά νέων εδαφών, αφού άρχισαν πλέον να καλλιεργούνται, χωρίς πρόβλημα, οι παραθαλάσσιες περιοχές οι οποίες παλαιότερα ήταν επικίνδυνες, λόγω των πειρατών, και μεγαλύτερη προσφορά εργατικών χεριών, λόγω αύξησης του πληθυσμού σε πολλές περιοχές η οποία παρατηρήθηκε την περίοδο αυτή(7), μέρος της οποίας οφειλόταν και σε μετακινήσεις ατόμων οι οποίοι κατέφταναν στα νησιά επιζητώντας ασφάλεια (π.χ. από την γειτονική επαναστατημένη ηπειρωτική Ελλάδα).

Εικόνα 2: “Ο βομβαρδισμός του Αλγερίου, 27 Αυγούστου 1816” πίνακας του Βρετανού ζωγράφου George Chambers,1836 (Royal Museums Greenwich)

Το νησί της Λευκάδας, κατά την περίοδο της κατάκτησής από την Βρετανία, δεν διέθετε αξιόλογο εμπορικό στόλο και το ποσοστό των ναυτικών κατοίκων του, ήταν από τα μικρότερα ποσοστά στα Ιόνια νησιά (λίγο μεγαλύτερο από το ποσοστό των Κυθήρων). Ήταν ένα ορεινό νησί αποτελούμενο από χωριά χτισμένα στις πλαγιες των βουνών, ή στα εσωτερικά οροπέδια και πληθυσμό ασχολούμενο με αγροτικές και κτηνοτροφικές δραστηριότητες. Το μοναδικό της λιμάνι -η Αγία Μαύρα ή Λευκάδα- ήταν χαμηλού ενδιαφέροντος για τα ποντοπόρα εμπορικά πλοία καθώς οι ετήσιοι αριθμοί αφιχθέντων πλοίων σ’ αυτό, συναγωνιζόνταν μόνο τα λιμάνια των Κυθήρων (Καψάλι) και των Παξών (Γάϊος). Κυρίως υπήρχε εξαγωγική δραστηριότητα σ’ αυτό, με κυριότερα προϊόντα εξαγωγής ελαιόλαδο, κρασί, λινάρι και σταφίδα(8). Ακόμη και η ατμοπλοϊκή διασύνδεση των νησιών που ξεκίνησε τότε, με το πρώτο ατμόπλοιο του Ιονίου Κράτους, να διεξάγει δρομολόγια από το 1826, κινούμενο μεταξύ αυτών από Βορρά προς Νότο και αντιστρόφως, παρατηρούμε ότι δεν ήταν ολοκληρωμένη, αφού το ατμόπλοιο δεν διερχόταν πάντοτε, από το (μοναδικό) λιμάνι του Νησιού, παρακάμπτοντας το πολλές φορές, προφανώς λόγω χαμηλής επιβατικής κίνησης.

Εικόνα 3: Τα δρομολόγια του κρατικού ατμοπλοίου του Ιονίου Κράτους, το έτος 1845. (Πηγή: Βλασσοπουλος Ν. Σ.(1992). Να σημειωθεί ότι το ατμόπλοιο μετέφερε αποκλειστικά επιβάτες και όχι εμπορεύματα, ήταν όμως δυνατό κάποια εμπορεύματα να μεταφερθούν φορτωμένα σε βάρκες, οι οποίες σύρονταν από αυτό.

Παρά τις παραπάνω διαπιστώσεις, φαίνεται ότι οι διεθνείς αυτές εξελίξεις δεν άφησαν ανεπιρρέαστο το Νησί. Σήμερα είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε ότι δύο παράκτιες περιοχές του Νησιού που στη έναρξη της Αγγλοκρατίας ήταν ακατοίκητες, εξελίχθηκαν αργότερα, με την ενσωμάτωση του στο «Βασίλειον της Ελλάδος», σε σημαντικά εμπορικά λιμάνια του, ένα στο Βορρά και ένα στο Νότο, απ’ όπου εξάγονταν τα τοπικά αγροτικά προϊόντα και κυρίως η τοπική ποικιλία κρασιού ( «Βερτζαμί»)(9), η οποία ήταν περιζήτητη στις διεθνείς αγορές, λόγω του μοναδικού της χρωματισμού. Πρόκεται για τα σημερινά χωριά του Αγίου Νικήτα και της Βασιλικής, τα νεώτερα ίσως του Νησιού, που εμφανίστηκαν, στην ακτογραμμή του, την περίοδο της Αγγλοκρατίας και ήκμασαν ως λιμάνια κυρίως, το β΄ μισό του 19ου και το α΄ μισό του 20ου αιώνα.

Προκειμένου να αποκτήσουμε μια πλήρη εικόνα των μεταβολών αυτών ας δούμε την κατάσταση που επικρατούσε στις περιοχές του Αγίου Νικήτα και της Βασιλικής, στην αρχή της Βρετανικής κυριαρχίας, μέσα από τα μάτια ενός περιηγητή της εποχής, του William Goodisson, ενός Ιρλανδού, που υπηρετούσε τότε ως βοηθός χειρουργός, στον Βρετανικό Στρατό και επισκέφτηκε το Νησί περί το 1820. Ο Goodisson, διέσχισε τη Λευκάδα ξεκινώντας από την πρωτεύουσα και ταξιδεύοντας ΝΔ, προκειμένου να επισκευθεί τον Λευκάτα, οπότε διήλθε από τον Άγιο Νικήτα και επέστρεψε από την Ανατολική πλευρά ακολουθώντας την διαδρομή, μέσω Βασιλικής, αφού πέρασε προηγουμένως από το Αθάνι και τον Άγιο Πέτρο. Στο χάρτη που συνοδεύει το σύγγραμμά του, φαίνονται οι θέσεις με τις ονομασίες αυτές (S. Nichiti, Vasilichi, αντίστοιχα), αλλά από το κείμενο του συγγράμματος του, καθίσταται σαφές ότι δεν υπήρχε τότε οικισμός εκεί:

Εικόνα 4: Χάρτης της Λευκάδας, 1822 Πηγή: Goodisson, W. (1822)

Απόσπασμα 1 (Άγιος Νικήτας)

«Σχεδόν στην κορυφή του βουνού, σε απόσταση περίπου μιας ώρας από την πόλη, εμφανίζεται στα δεξιά μας το χωριό Τσουκαλάδες , ένα χωριό με σχεδόν διακόσιους κατοίκους. Το χωριό αυτό και όλα τα χωριά κατά μήκος αυτής της οδού, είναι εξαιρετικά εύφορα.

Το βουνό που βρισκόμαστε είναι καλυμμένο με αειθαλείς θάμνους, όπως μαστίχα, μυρτιά, και κουμαριές, οι τελευταίες με τα όμορφους καρπούς τους που ονομάζονται «κούμαρα» από τους ντόπιους και την εποχή αυτή έχουν ωριμάσει πλήρως. Λίγα δέντρα, ψηλά κυπαρίσσια και ελιές διάσπαρτα εμφανίζονται και συστάδες και μπαλώματα με πράσινο χορτάρι που τώρα μόλις αρχίζει να φυτρώνει. Από αυτό το υψόμετρο μπορούμε εύκολα να αγναντέψουμε, τους Παξούς και τη Κέρκυρα.

Συμπληρώνοντας μιάμιση ώρα πορείας από την πόλη της Αγίας Μαύρας, ο δρόμος κατηφορίζει και πάλι προς τη θάλασσα. Εδώ βλέπουμε ένα απότομο γκρεμό στα δεξιά μας, από την επιφάνεια του οποίου μοιάζουν να ξεπετάγονται, με αυθάδεια λες, οι κορυφές των πεύκων καθώς ο κορμός τους και οι ρίζες τους δεν διακρίνονται, κρυμμένες από το παχύ φύλλωμα τους, το οποίο, σε αυτό το σημείο, καταλαμβάνει ολόκληρο το οπτικό μας πεδίο. Η θάλασσα φαίνεται πέρα χαμηλά, να μουγκρίζει σε βάθος ίσως και 300 μέτρα κάτω από τα πόδια μας, με τα κύματα να σπάζουν αφήνοντας μια ασημένια γραμμή κατά μήκος της παραλίας. Αυτή η σκηνή μπορεί να γίνει αρκετά πιο εντυπωσιακή αν φυσήξει ένας δυνατός Βοριάς ή έστω και ασθενής Δυτικός άνεμος οπότε οι διαδοχικοί κτύποι από τα μακρινά κύματα που σπάζουν στη παραλία δημιουργούν μια εξαιρετική αίσθηση. Μια αίσθηση που οφείλεται ίσως στον ασυνήθιστο συνδυασμό της εικόνας της απόστασης και ύψους, που έρχεται ομού με ένα μεγάλο πλήθος, νέων εμπειριών.

Μετά από κατάβαση μισής ώρας μέσω ενός απότομου και επικίνδυνου μονοπατιού, επιβραβεύονται οι κόποι μας καθώς καταλήγουμε κάτω στη αμμουδερή όμορφη παραλία, και ακολουθεί μια ευχάριστη βόλτα μισής ώρας στη ξηρά, παράλληλα στην ακτογραμμή.

Μεγάλα κομμάτια βράχων που έχουν πέσει από το βουνό υπάρχουν σκόρπια στην παραλία, και δίνουν υπέροχη αίσθηση στο σκηνικό. Το Καλαμίτσι, το επόμενο χωριό που συναντάμε, έχει περίπου εκατό σπίτια και πεντακόσιους κατοίκους.(10)»

Απόσπασμα 2 (Βασιλική)

«Κατεβαίνοντας το βουνό από αυτό το σημείο, συναντήσαμε μια περιοχή με ασβεστολιθικά οριζόντια στρώματα και ακριβώς πάνω από το χωριό του Αγίου Πέτρου υπάρχει ενας ολόκληρος βράχος αποτελούμενος από αλεπάλληλα τετοια στρώματα . Μπροστα από την είσοδο του χωριου, υπάρχει ένα όμορφο πλατάνι, τα κλαδιά του οποίου καλύπτουν έναν κύκλο διαμέτρου περίπου τριάντα μέτρων. Στη ρίζα αυτού του πλάτανου είναι μια βρύση από την οποία το νερό σχηματίζει ένα ρυάκι που εισέρχεται στον Άγιο Πέτρο. Η απόσταση του εν λόγω χωριού από το Αθάνι, είναι περίπου μιάμιση ώρα. Τα σπίτια του χωριού είναι χτισμένα από έναν πολύ άγαρμπο, σκούρο και σκληρό ασβεστόλιθο.Υπάρχουν περίπου εκατόν είκοσι κατοικίες και οι κάτοικοι είναι περίπου εξακόσιοι.

Περίπου μια ώρα περπατημα από το χωριό αυτό, προς το άνοιγμα της κοιλάδας κατά τη μεριά της θάλασσας, συναντήσαμε το ταφικό μνημείο για το οποίο μιλήσαμε παραπάνω. Τριγύρω από το μνημείο αυτό, υπάρχουν διασκορπισμένα θραύσματα αρχαίων στηλών και ένα τμημα κιονοκράνου, Ιωνικού ρυθμού…….»(11) (ακολουθει περιγραφή του ταφικού μνημείου)

«….Οι ντόπιοι, οι οποίοι ασχολούνται με καλλιέργεια καλαμποκιού στη περιοχή, μας δήλωσαν οτι το μνημείο ήταν τάφος μιας βασίλισσας, που πέθανε πολλές εκατοντάδες χρόνια πριν. Η ετυμολογία της λέξεως «Βασιλική», η μορφή του ερειπίου και η παράδοση, μας κατευθύνει να ταυτίσουμε τον τάφο αυτόν με τον τάφο της Αρτεμισίας, της Βασίλισσας της Καρίας, που συμμετείχε στα πολεμικά συμβούλια που συνεκάλεσε ο Ξέρξης κατά την εκστρατεία στην Ελλάδα και πιό συγγεκριμμένα στο πολεμικό συμβούλιο που συνεκλίθη πριν από τη ναυμαχία της Σαλαμίνας….»(12) (Στη συνέχεια ο συγγραφέας επεξηγεί την άποψη του, για την ταυτότητα του νεκρού στο ταφικό μνημείο της Βασιλικής)

«…Συνεχίζοντας την πορεία μας κατά την θάλασσα, συναντήσαμε τμήματα Κυκλωπείων τειχών, ένα εκ των οποίων συνδεόταν με το ερείπιο ενός ισοϋψούς στρογγυλού πύργου. Στη πραγματικότητα, ερείπια Κυκλωπείων τειχών, συναντήσαμε καθ όλο το μήκος της ρίζας του βουνού, από την θάλασσα μέχρι τον Άγιο Πέτρο. Εάν σκαψει κάποιος λιγάκι στη περιοχή, θα βρει πλακόστρωτα μονοπάτια και τεράστια πήλινα αγγεία.

Ο ταξιδιώτης που διασχίζει την κοιλάδα κοντά στον Άγιο Πέτρο, θα φτάσει στο σπίτι του κ. Zalamba (Τσαρλαμπά) στη θέση Sparteå (Σπαρτιά) σε όμορφη τοποθεσία, στην ανατολική όχθη της κοιλάδας της Βασιλικής. Αυτή είναι ίσως η καλύτερη κατοικία στο νησί. H οικογένεια, μια από τις πιο αξιοσέβαστες, κατέχει ένα σημαντικό μέρος της περιοχής και έχει στήσει εδώ μια πολύ μεγάλη εγκατάσταση, που αποτελείται από ένα άνετο και καλά επιπλωμένο σπίτι, με ενημερωμενα συγγραμματα για την καλλιέργεια καλαμποκιού, κρασιού και ελαίου. Παρά την ομορφιά της, η είσοδος στην εγκατάσταση, σε κάνει να επιζητάς την γεύση της ελευθερίας, έξω απ αυτή την φυσική φωλιά. Μια διπλή σειρά από ψηλά σκούρα κυπαρίσσια σχηματίζει μια λεωφόρο, που οδηγεί στο σπίτι. Μια ιδέα με αρκετά καλό αποτέλεσμα, αλλά όμως η διαδρομή αυτή μοιαζει υπερβολικά επίσημη και ζοφερή….»(13) (ακολουθεί περιγραφή του σπιτιου).

«…Εκτός από τον Άγιο Πέτρο, στην περιοχή υπάρχουν επίσης τα χωριά, του Σύβρου όπου μένουν περίπου τριακόσια άτομα και του Αγίου Ηλία με πάνω από τρακόσιους ορεσείβιους κατοίκους. Περίπου είκοσι λεπτά απόσταση από το σπίτι στη «Spartea» συνανταμε το χωριό Κοντάραινα, δεξιά μας, ενώ μια άλλη όμορφη κοιλάδα ανοίγεται προς τα αριστερά, πάνω από την οποία, στη πλαγιά ενός λόφου, κρέμεται το χωριό Μαραντοχώρι, όπου μένουν διακόσια εβδομήντα κάτοικοι…»(14)

Εικόνα 5: «Η ναυμαχία της Σαλαμίνας», πίνακας (1868) του Γερμανού ζωγράφου Wilhelm von Kaulbach (1805-1874). Στο κέντρο αριστερά του πίνακα, η μορφή που κρατά τόξο, αναπαριστά τη βασίλισσα της Καρίας, Αρτεμισία τη Α΄(κόρη του Λυγδάμιδος) σύμμαχο του Ξέρξη στην εκστρατεία κατά των Ελλήνων, η οποία -κατά τον Ηρόδοτο- έχει ταφεί στη Λευκάδα, αφού σκοτώθηκε επιχειρώντας το απελπισμένο άλμα των ερωτευμένων, από το βράχο του Λευκάτα.

Από τα παραπάνω κείμενα, καθισταται σαφές ότι, τόσο ο Άγιος Νικήτας, όσο και η Βασιλική δεν υπήρχαν ως οικισμοί το 1820, όταν ο Goodisson επισκέφτηκε την περιοχή. Οι περιοχές ήταν γνωστές και τον εντυπωσίασαν αρκετά, ώστε να αφιερώσει κάποιες σελίδες στο σύγγραμμά του και να τις σημειώσει στο χάρτη του. Στη περίπτωση του Αγίου Νικήτα τον εντυπωσίασε το φυσικό τοπίο, στη περίπτωση της Βασιλικής ο τύμβος της αρχαίας βασίλισσας. Ωστόσο, αναφέρει σαφώς, ότι το αμέσως επόμενο χωριό από τις Τσουκαλάδες, στη Δυτική πλευρά του Νησιού είναι το Καλαμίτσι και στη Νότια πλευρά μετά τον Άγιο Πέτρο, η Κοντάραινα.

Αν εξετάσουμε λίγο πιο αναλυτικά, την Βασιλική και τον Άγιο Νικήτα, τα δύο αυτά παράλια χωριά της Λευκάδας, θα διαπιστώσουμε ότι έχουν κάποια κοινά γνωρίσματα:

Και τα δύο είναι χτισμένα στο μυχό ενός κόλπου που προσφέρει κάποια προστασία σε πλοία της περιοχής. Κλειστός και ασφαλής ο κόλπος της Βασιλικής, ιδιαίτερα στην περίπτωση ισχυρών Βορείων ανέμων. Πιό ανοικτός ο κόλπος του Αγίου Νικήτα, αλλά δεν επηρρεάζεται από τους ισχυρούς νοτιάδες. Ιδανικά σημεία για λιμάνια, τα οποία με κάποια τεχνικά έργα, θα μπορούσαν να προσφέρουν ασφάλεια στην αναπτυσσόμενη , τότε, Ιόνια εμπορική ναυσιπλοΐα.

Και τα δύο χωριά είναι χτισμένα σε κοιλάδα που καταλήγει στη θάλασσα, μεσα στη κοίτη ενός χειμάρρου. Στην περίπτωση της Βασιλικής, ο Goodisson τον καταγράφει ως ποταμό. Φυσικά είναι μια υπερβολή, καθώς η κοίτη του ήταν ξηρή τους θερινούς μήνες, ωστόσο περνούσαν, πράγματι, απο την κοίτη του χειμάρρου, περιοδικά μεγάλα φορτία νερού. Το γεγονός αυτό, είναι γνωστό ότι δημιουργεί προβλήματα και σήμερα στη πόλη της Βασιλικής, και προφανώς δημιουργουσε πολύ περισσότερα τον 19ο αιώνα, οταν οι γύρω περιοχές ήταν καλλιεργημένες. Αντίστοιχα, στον Άγιο Νικήτα, οι κάτοικοι υποχρεώθηκαν να αναγείρουν τείχος, στις δύο όχθες του χειμάρρου, για να διασώσουν από την ορμή του τα σπίτια τους. Το τείχος αυτό σώζεται και σήμερα, μαζί με τις γραπτές και προφορικές μαρτυρίες των κατοίκων της περιοχής, για τις εφιαλτικές εμπειρίες που έζησαν στη περιοχή, όταν το «Λαγκάδι» (ο σημερινός κεντρικός πεζόδρομος) φούσκωνε από τα νερά της βροχής(15).

Τρίτο κοινό γνώρισμα: Και τα δύο χωριά, δημιουργήθηκαν από κατοίκους διπλανών οικισμών που μετακινήθηκαν σ’ αυτά. Ο Άγιος Νικήτας είναι γνωστό ότι δημιουργήθηκε από κατοίκους του χωριού «Δρυμώνας» που εγκαταστάθηκαν σταδιακά στη περιοχή(16), όπως ακριβώς συνέβη και με Βασιλική για την οποία αναφέρεται ότι «οι κάτοικοί της δεν είναι αυτόχθονες, αλλά άποικοι εγκατασταθέντες εκεί προ πολλών ετών εκ των περιξ χωρίων καταγόμενοι»(17).

Εικόνα 6: Τα παλιά σπίτια του χωριού Άγιος Νικήτας προφυλασσόνταν από ψηλή μάντρα που οι κάτοικοι είχαν κατασκευάσει για να αντιμετωπίσουν τα νερά του ορμητικού χεμάρρου που διέσχιζε το Χωριό κατά μήκος (φωτ.2019)

Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει, ότι οι πρώτοι κάτοικοι των δύο αυτών χωριών δεν ήταν άστεγοι ή μετανάστες από άλλες περιοχές που μετακινήθηκαν εκεί, ελπίζοντας σε μια καλύτερη μοίρα. Ήταν ιδιοκτήτες και καλλιεργητές της περιοχής, που για κάποιο λόγο, αποφάσισαν να μετακινηθούν και να φτιάξουν σπίτια σε μια ιδιαίτερα ανασφαλή και ανθυγιεινή περιοχή -με τα δεδομένα της εποχής- όπως ήταν τότε η κοιτη ενός χειμάρρου, δίπλα στη θάλασσα. Επέλεξαν δηλαδή, να βρεθούν σ’ενα καινούριο χώρο όπου προφανώς -τουλάχιστον σε ένα αρχικό στάδιο- θα αντιμετώπιζαν τεράστιες δυσκολίες εγκατάστασης και επιβίωσης. Ποιό μπορούσε να ήταν το κίνητρο αυτής της μετακίνησης, η οποία ώθησε τους κατοίκους δύο διαφορετικών περιοχών να επιλέξουν την πάλη με τα στοιχεία της Φύσης; Προφανώς, ήταν το πιο σημαντικό κοινό τους χαρακτηριστικό, το ότι δηλαδή, οι θέσεις των δύο αυτών χωριών, ήταν εκείνες οι οποίες αναμενόνταν ότι θα εξελίσσονταν σε λιμάνια και επομένως ήταν τα μελλοντικά εμπορικά και οικονομικά κέντρα του Νησιού.

Προκειμένου να τεκμηριώσουμε την άποψή μας αυτή, επιχειρήσαμε μία έρευνα στις γραπτές πηγές της εποχής, για την πιθανότητα ύπαρξης κάποιου νομοθετικού κειμένου του κράτους των Ιονίων Νήσων, το οποίο να ορίζει ότι η Βασιλική και ο Άγιος Νικήτας, προοριζόνταν για εμπορικά λιμάνια της Λευκάδας, καθώς σήμερα γνωρίζουμε, ότι ο εποικισμός των περιοχών αυτών άρχισεκατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας. Το αποτέλεσμα της έρευνας αυτής, ήταν ο εντοπισμός μιας ομιλίας, προς το νομοθετικό σώμα της βουλής των «Ηνωμένων Πολιτειών των Ιονίων Νήσων», του I. Fraser, «γραμματέα εξ απορρήτων» του Βρετανού Ύπατου Αρμοστή στα Νησιά. Η ομιλία, η οποία έγινε στη έδρα του κοινοβουλίου, το 1850, δημοσιεύτηκε -μεταφρασμένη στα Ιταλικά- σε γνωστή εφημερίδα της Β. Ιταλίας που εκδιδόταν τότε και συγκεκριμένα, την «GAZZETA UNIVERSALE/ Politica, Letteraria, Tecnica e Commerciale». Στο σημείο αυτό, παραθέτουμε, ένα μικρό απόσπασμά της ομιλίας αυτής, το οποίο θεωρούμε ότι είναι αρκετά διαφωτιστικό για το θέμα μας:

«…Αυτά τα χρήματα πρέπει να δοθούν σε δυο δόσεις, σε τρεις και σε έξι μήνες, και να αποτελέσουν μία υπέρβαση στις δαπάνες της διετίας, όπως υπολογίστηκαν στην επιστολή της Γερουσίας της 9ης Ιουλίου. Αρκετές πρόσθετες εγγραφές δαπανών θα υποβληθούν επίσης, τις οποίες η Κυβέρνηση προτείνει με μεγάλη απροθυμία, όμως τις θεωρεί απαραίτητες για τη δημόσια υγεία, τη δημόσια ασφάλεια και την πρόοδο του εμπορίου που είναι, στην ουσία, η πηγή του εισοδήματος. Για παράδειγμα: Τα λιμάνια του Longone (Λόγγου) και της Lacca (Λάκκας) στους Παξούς• της Vassilichi (Βασιλικής) και του San Nichita (Άγιου Νικήτα) στη Santa Maura (Λευκάδα)• και του San Niccolo (Αγίου Νικολάου) και της Janta Salagia (Αγία Πελαγία) στο Cerigo (Κύθηρα), ανοίχθηκαν μετά από επίμονα αιτήματα των κατοίκων και με εύλογη βάση αναμένουμε να ενισχύσουν με αυτόν τον τρόπο τη γεωργία και το εμπόριο ανοίγοντας φυσικές διόδους εξαγωγής σε σημαντικές περιφέρειες, πράγματα που τελικά θα είναι ωφέλιμα. Όμως θα πρέπει, πρωτίστως, να υιοθετηθούν μέτρα για πρόσθετα κονδύλια ούτως ώστε οι μισθοί, των επιτρόπων αυτών των λιμανιών, να ανταποκρίνονται στις αυξημένες αρμοδιότητές τους και στα νέα τους καθήκοντα. Σχετικά με τη νήσο Cerigotto (Αντικύθηρα)..»(18)

Εικόνα 7: Η Ιταλική εφημερίδα του 1850 και ενα απόσπασμα της ομιλίας του εκπροσώπου του Βρετανού Ύπατου Αρμοστή στα Ιόνια Νησιά .

Θεωρούμε, ότι το παραπάνω κείμενο αποδεικνύει, ότι ήταν μέσα στους στόχους (τουλάχιστο θεωρητικά) της Βρετανικής διοίκησης να λειτουργήσει εμπορικά λιμάνια στον Άγιο Νικήτα και στην Βασιλική το έτος 1850. Σχεδίαζε μάλιστα και την εγκατάσταση εκεί εντεταλμένων επιτρόπων και επιζητούσε την νομοθέτηση των σχετικών θέσεων από την βουλή και την έγκριση της σχετικής δαπάνης για την πληρωμή του μισθού τους, μια δαπάνη που φαίνεται ότι θα ήταν σχετικά υψηλή, καθ’ ότι τα άτομα αυτά θα είχαν «αυξημένες αρμοδιότητες». Προκύπτει επίσης από το κείμενο, ότι η απόφαση αυτή της θεσμοθέτησης των νέων αυτών εμπορικών λιμένων, δεν ήταν πρωτοβουλία της Βρετανικής Διοίκησης, αλλά αποτέλεσμα πιέσεων («επίμονα αιτήματα των κατοίκων» όπως αναφέρει χαρακτηριστικά) οι οποίες προφανώς οφείλονταν στην αλλαγή των συνθηκών στην παραγωγή, στο εμπόριο και τις θαλάσσιες επικοινωνίες, όπως επιχειρήθηκε να περιγραφεί παραπάνω, στο άρθρο αυτό.

Ουσιαστικά, έχοντας σήμερα υπ’ όψη μας, ότι η εγκατάσταση μονίμων κατοίκων στις περιοχές αυτές και η έναρξη εμπορικών συναλλαγών –τουλάχιστον για την περίπτωση του Αγίου Νικήτα- ξεκίνησε πολύ νωρίτερα, συγκεκριμένα, πριν από την δεκαετία του 1830 , βλέπουμε ότι η Βρετανική Διοίκηση, στη πραξη, δεν παρακολουθούσε την ανάπτυξη του εμπορίου και της παραγωγής και δεν εργαζόνταν για την βελτίωση της οικονομικής κατάστασης στα νησιά. Στην πραγματικότητα τα νησιά του Ιονίου ήταν εγκαταλειμένα στην τύχη τους και η Βρετανική διοίκηση, αντί να προβλέψει και να δωσει κίνητρα, ήρθε με μιά εικοσαετή καθυστέρηση συρόμενη από τις καταστάσεις, να διαπιστώσει ότι το κράτος πρέπει να λάβει νομοθετικά μέτρα. Αυτό, άλλωστε, μας το επιβεβαιώνει και η μελοντική πορεία του ζητήματος αυτού. Σήμερα, είναι γνωστό ότι -παρά τα μεγάλα λόγια- στη πραξη κανένα τεχνικό έργο, δεν έλαβε χώρα στα δύο αυτά εμπορικά λιμάνια επί Αγγλοκρατίας. Στον Άγιο Νικήτα μάλιστα δεν έγιναν ποτέ, ούτε επί Ελληνικής διακυβέρνησης, παρόλο που η εμπορική κίνηση ήταν τέτοια που χρειάστηκε να δημιουργηθεί εκεί τελωνιακό φυλάκιο , που λειτούργησε μέχρι το 1949. Αντίθετα στη Βασιλική κατόπιν ενεργειών του επιφανούς πολιτικού της περιοχής αυτής, του Ευάγγελου Θ.Τσαρλαμπά (1818-1913) κατέστη δυνατό να κατασκευαστεί λιμάνι. Το γεγονός όμως, οτι ο εν λόγω πολιτικός, υπήρξε επίσης και ο τελευταίος έπαρχος στη Λευκάδα επί Αγγλοκρατίας- και συνεπώς συνομιλητής και των Βρετανών εποίκων- θεωρώ ότι επιβεβαιώνει την αδιαφορία της Βρετανικής Διοίκησης, τουλάχιστο για το νησί της Λευκάδας και τις ανάγκες του.

Εικόνα 8: Προτομή του Ευάγγελου Θ. Τσαρλαμπά στη Βασιλική Λευκάδας (φωτ. 2015)

Κλείνουμε το σημείωμα αυτό, με την περιγραφή ενός ακόμη Βρετανού περιηγητή, του καθηγητή της Γεωλογίας David Thomas Ansted, ο οποίος το 1863, ένα χρόνο πριν την αποχώρηση των Βρετανών από τη Λευκάδα, επισκέφθηκε το λιμάνι της Βασιλικής και μας μεταφέρει την εικόνα που επικρατούσε εκεί, στο τέλος της Αγγλοκρατίας:

«Κατά την κάθοδό μας (προς τη Βασιλική) περάσαμε από ένα μικρό χωριό . Ήταν σκαρφαλωμένο, όπως συμβαίνει συχνά με πολλά χωριά, στην πλευρά ενός λόφου, και εμείς εκεί θα είχαμε την ευκαιρία να ρωτήσουμε, σχετικά με την άφιξη ενός σκάφους που είχαμε ειδοποιήσει να μας παραλάβει από τη Βασιλική. Αμέσως βρεθηκαμε περιτριγυρισμένοι από ολόκληρο τον άρρενα πληθυσμό, όλων των ηλικιών. Ένας ανυπολόγιστος αριθμός ανθρώπων που εγκατέλειπε τις εργασίες του για να μας παρέχει κάθε είδους φιλοξενία και να μας εξυπηρετήσει, όχι μόνο χωρίς προσδοκία αμοιβής, αλλά και αρνούμενός την κατηγορηματικά, εάν του το προτίναμε. Τελικά πληροφορηθήκαμε ότι το πλοίο που περιμέναμε, μάλλον είχε φτάσει και καθώς άρχισε να με κυριεύει το άγχος, καταφέραμε με δυσκολία να εγκαταλείψαμε τους κατοίκους του χωριου αυτού, μετά από αναπόφευκτη μισής ώρας καθυστέριση, που μας την γλύκανε ο καφές που μας προσέφεραν.
Όταν φθασαμε στους πρόποδες του βουνού, συναντήσαμε κάτι αληθινά παράδοξο. Η πεδιάδα μπροστά μας, μετά από τις έντονες βροχές που είχαμε πρόσφατα, είχε μετατραπεί σε ένα τεράστιο βάλτο, που απλωνόταν για μίλια κατω από τα πόδια μας και κατέληγε σε έναν ειρηνικό κόλπο, που θα μπορούσε να φιλοξενεί με ευκολία απεριόριστο αριθμό πλοίων. Αυτή η τεράστια υγρή έκταση μας δίνει ίσως την απάντηση στο ερώτημα γιατί οι Βενετοί δεν είχαν επιλέξει την Βασιλική από την πρώτη στιγμή ως λιμάνι τους και για την εγκατάστασή τους. Επίσης, μας εξηγεί γιατί όταν η Αμαξική (:η πόλη της Λευκάδας) καταστράφηκε το 1825 (από τους σεισμούς), αυτή η ανθυγιεινή και δυσάρεστη περιοχή, δεν εγκαταλείφθηκε υπέρ μιας προσαρμοσμένης στην φύση πόλης και ενός λιμανιού (όπως η Βασιλική). (Στη περίπτωση που επιλεγόταν η Βασιλική) οι κακές συνθήκες υγιεινής που προκαλούνται από τις πλημμύρες, θα μπορούσε εύκολα να αποφευχθούν με τη συστηματική μεταφορά του νερού. Προς το παρόν βέβαια, το συγκεντρωμένο νερό, όχι απλά δεν χρησιμοποιείται για άρδευση, αλλά επιτρέπεται να παραμείνει πάνω στη γη (χωρίς να λαμβανονται μέτρα απομακρυνσής του).
Οι τεράστιες ποσότητες υλικών διάβρωσης, που συγκεντρώνονται συνεχώς από τα γύρω βουνά μεσα στη πεδιάδα, αναγκαστικά θα οδηγήσουν στην επέκταση αυτής πρός τη θάλασσα. Ωστόσο υπάρχει ένα όριο σ’ αυτή την επέκταση καθώς τα νερά έχουν μεγάλο βάθος κοντά στην ακτή.
Η μελαγχολία είναι το συναίσθημα που σε κυριεύει όταν αντικρύζεις τα μόλις έξι σπίτια που είναι χτισμένα εδώ. Ένα μέρος φτωχό, που διαψεύδει το όνομα που φέρει (Βασιλική) και ολόκληρη την έκταση των πλούσιων εδαφών και των πλούσιων υδάτων που εκτείνονται προς τα δεξιά και προς τα αριστερά. Αλλά οι Λευκαδίτες, σε αντίθεση με τους Ιθακήσιους και τους Κεφαλονίτες, δεν είναι ναυτικοί. Δεν έχουν εξωτερικό εμπόριο και υπάρχουν μόνο λίγα σκάφη διαφόρων ειδών. Ο πληθυσμός της Λευκάδας είναι όλος στα χωριά της, που βρίσκονται στις πλαγιές των βουνών ή στις υψηλότερες κοιλάδες, οι οποίες απέχουν πολύ από τη θάλασσα. Για αυτούς η θάλασσα αποτελεί πηγή κινδύνου, όχι κέρδους. Φοβούνται τον πειρατή περισσότερο από όσο αγαπούν τα ταξίδια. Όλοι τους, ωστόσο, σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από όλους τους άλλους νησιώτες στα Ιόνια, καυχόνται ότι είναι αυτόχθονες και ότι παράμειναν στα βουνά για πολλές γενιές καθώς αυτά θεωρούταν το μόνο ασφαλές σημείο. Ίσως είναι ετσι, αλλά πάντως δεν έχουν διατηρήσει και, πιθανόν, δεν πρόκειται να αποκτήσουν ποτέ ξανά, τις θαλάσσιες προτιμήσεις των προγόνων τους»

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1.Βλασσόπουλος Ν.Σ. (1992): «Τα πρώτα Ιονικά ατμόπλοια» (Αναγνωστική Εταιρεία Κέρκυρας) Αθήνα
2.Καπετανάκης Π. (2015): «Ναυτιλία και εμποριο υπό Βρετανική Προστασία στο Ιόνιο Κράτος (1815-1864)» (κληροδότημα Σπ. Φ. Αντύπα) Αθήνα
3.Κουνιάκης Π. (1928): «Η Νήσος Λευκάς από των Αρχαιοτάτων Χρόνων μεχρι των Καθ’ Ημάς» (αυτοέκδοση) Πειραιάς
4. Λάζαρη Σ. (1996): «Δημογραφικές πληροφορίες για τη Λευκάδα 1760, 1788, 1824/ Πρακτικά Δ΄ Συνεδρίου Επτανησιακού Πολιτισμού (Λευκάδα 8-12 Σεπτ. 1993)» (Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών) Αθήνα
5. Νουχάκης Ι. (1901): «Ελληνική Χωρογραφία», (Εκδ. Σ. Κουσουλίνος) Εν Αθήναις
6.Περδικάρης Α.(2018): «Ιστορία του Αγίου Νικήτα Λευκάδας» (αυτοέκδοση) Λευκάδα

7. Ροντογιάννης Π.(1980): «Ιστορία της Νήσου Λευκάδος», (εκδ. Εταιρία Λευκαδικών Μελετών) Αθήνα

8. Σταύρακας Δ. (2010): «Αμπελογραφία», (εκδ. Ζήτη), Θεσσαλονίκη

9. Φιλιππας Α.(1995): «Η Γενεαλογία των Αϊγκιωτών», Αθήνα. Υπάρχει στο: https://issuu.com/aperdikar/docs/ (προσπελάσθηκε στις 23/2/2016)

10.Ansted D (1863): «The Ionian Islands in the year 1863» (W & H Allen & Co) London

11. Corfield J. (2000): «Ionian Islands» (Corfield & Company) Rosanna Australia

12.Goodisson W. (1822): «Historical and Topographical Essay upon the Islands of Corfu, Leucadia, Cephalonia, Ithaca and Zante….» (THOMAS AND GEORGE UNDERWOOD) London
13.Holland R. (2012): «Blue-Water Empire. The British in the Mediterranean since 1800» (Penguin) U.K.
14.Ottley, H. (1854): «Remarkable Sieges: From the siege of Constantinople in 1453, to that of Sebastopol 1854» (H. INGRAM & Co) London
15. Park W. (1852): «Bibliotheca Classica..» (William Tegg & Co.) London
———-
1) Βλ. Καπετανάκης Π. (2015), σελ.83
2)Για μιά πληρέστερη αναφορά στα ιστορικά γεγονότα της περιόδου αυτής, βλ. Holland R. (2012)
3) Βλ. Καπετανάκης Π. (2015), σελ.86
4) Βλ. Καπετανάκης Π. (2015), σελ.83
5) Π.χ., όπως ορίζει το άρθρο 3 της συνθηκης αυτής, σε περίπτωση που αιχμαλωτισθούν υπήκοοι του Ιονίου Κράτους, παραδίδονται άμεσα με όλα τα υπάρχοντα τους στον Βρετανό πρόξενο. Ενώ το άρθρο 4, αναφέρεται στην περίπτωση αιχμαλωτίσεως Ιονίου πλοίου και ορίζει ότι την τύχη του την αποφασίζει ο Μπέης και ο Βρετανός πρόξενος, κατόπιν ακροάσεως του πλοιάρχου. Βλ. Καπετανάκης Π. (2015), σελ.283,284
6) Βλ. Ottley, H. (1854), σελ. 86-98
7) Στη Λευκάδα π.χ. παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση του πληθυσμού την περίοδο αυτή. Βλ. Λάζαρη Σ. (1996)
8) Βλ. Καπετανάκης Π. (2015), σελ. 203,210-11,& 218
9) Παρ’ όλο που την ποικιλία αυτή την έφεραν οι Βενετσιάνοι στη Λευκάδα κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας – βλ. Σταύρακας Δ. (2010): σελ.320 – η καλλιέργιά της, αναπτύχθηκε κυρίως επί Αγγλοκρατίας καθώς οι Βρετανοί, σε αντίθεση με τους Ενετούς, επέδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον για το προϊόν αυτό του Νησιού και μάλιστα το κράτος των Ιονίων Νήσων, με ειδικό νόμο του1818, είχε καταργήσει την φορολογία του -βλ. Ροντογιάννης Π. (1980): τ.Β΄ , σελ.576
10)Goodisson W. (1822): σελ. 64-65
11) Goodisson W. (1822): σελ. 71-72
12)Goodisson W. (1822): σελ. 72-73
13) Goodisson W. (1822): σελ. 73-74
14) Goodisson W. (1822): σελ. 74
15)Βλ. Φιλιππας Α.(1995): σελ. 2
16)Βλ. Περδικάρης Α (2018): σελ. 34
17) Βλ. Κουνιάκης Π. (1928): σελ. 64
18) Βλ. εφημερίδα Gazzetta Universale, Anno I, Num.166, της 23/12/1850, σελ. 3
19) Την θέση αυτή κατείχε τότε ο Sir Henry George Ward (1797-1860), ή «Ουάρδος» όπως αποκαλούταν στα Ιόνια νησιά και καταγράφηκε στη λαϊκή μνήμη ως αιμοσταγής δικτάτωρ. (Πρβλ τους στίχους του Λευκαδίτη λογίου Ι. Σταματέλου : «Τα νερά της Μεσογείου/ κοκκινίζουν απ’ το αίμα/ των αιμοχαρών χειρών σου/ Και τα όρη μας ακόμα/ φρικαλέον ρίπτουν βλέμμα/ εις το μαύρον πρόσωπόν σου»
20) Στο Δήμο Λευκάδας, σώζεται σήμερα, το Μητρώο Αρρένων του Αγίου Νικήτα, όπου η πρώτη εγγραφή ειναι του έτους 1830.
21)Βλ. Νουχάκης Ι. (1901): σελ.895
22)Βλ. Κουνιάκης Π. (1928): σελ.64
23)Προφανώς αναφέρεται στο χωριό «Άγιος Πέτρος»
24)Βλ. Ansted D (1863): σελ. 224-5

Προηγουμενο αρθρο
Ολοκληρώθηκαν οι τετραήμερες εκδηλώσεις για τα 50 χρόνια από τον θάνατο του Τζαβαλά Καρούσου
Επομενο αρθρο
Ο Σκορπιός στην προ Ωνάση εποχή

2 Σχόλια

  1. Αγγελοσ
    22 Νοεμβρίου 2019 at 20:21 — Απάντηση

    Αυτεσ η αρχαιολογικης σημασιας τοποθεσιες θα επρεπε να απασχολησει οπως κ αλλεσ στη λευκαδα τουσ εκαστοτε δημαρχεουσ κ λοιπους καλλιτεχνεσ.Ειναι κριμα ολα τα χρονια να ασχολουνται με ομπρελεσ κ σκουπιδια κ αυτα χωρισ λυση.Θα επρεπε να προβαλονται κ αυτα για το νησι μας οχι μονο να πουλαμε βοτσαλα κ μουσσακαδεσ…

    • Αντώνιος Περδικάρης
      23 Νοεμβρίου 2019 at 02:33 — Απάντηση

      Ας μη τα φορτώνουμε όμως όλα στους εκάστοτε “αρμόδιους”. Ας αλλάξει και σε μας, τους κατοίκους του Νησιού, λίγο η νοοτροπία μας και ίσως βελτιωθεί η κατάσταση Δες τε (και στο παραπάνω κείμενο) πως περιγράφονται οι Λευκαδίτες του 19ου αιώνα. Δεν ήταν μορφωμένοι άνθρωποι, αλλά ήταν εξαιρετικά φιλόξενοι και δεν έδιναν σημασία στα χρήματα…Έχουν μεγάλη σχεση μ’ εμάς σήμερα;

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *