HomeΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣΛευκάδιος Χερν: «Η περίπτωση της Ο-Ντάι»

Λευκάδιος Χερν: «Η περίπτωση της Ο-Ντάι»

Της Πηνελόπης Κοψιδά

Ο Λευκάδιος Χερν (Λευκάδα 1850 – Ιαπωνία 1904), υπήρξε ο οικουμενικός εκείνος άνθρωπος που μελέτησε όσο κανένας άλλος την ιαπωνική παράδοση, όχι μόνο σαν παρατηρητής, αλλά συμμετέχοντας ενεργά στην καθημερινή ζωή των απλών ανθρώπων. Κατέγραψε την παράδοση αυτή με αγάπη και ευαισθησία και έκανε την Ιαπωνία γνωστή στο Δυτικό κόσμο.

Η ιστορία που ακολουθεί με τον τίτλο « Η περίπτωση της Ο-Ντάι», περιλαμβάνεται στο βιβλίο του «Ιαπωνικό Μωσαϊκό», σε μετάφραση και επιμέλεια της Τέτης Σώλου.

Την ιστορία αυτή ο συγγραφέας την πληροφορήθηκε από αυθεντικές αφηγήσεις Ιαπώνων και αναφέρεται στην περίοδο που οι δυτικοί εκπρόσωποι της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας με την οργάνωση ιεραποστολών, επεδίωκαν των προσηλυτισμό των Ιαπώνων στη χριστιανική πίστη. Η περίοδος αυτή σύμφωνα με τον Λ.Χερν ( Out of the East), ξεκίνησε το 1549, με την άφιξη του St. Francis Xavier στο Καγκοσίμα του Κυουσού.

«Η περίπτωση της Ο-Ντάι»
Ι

Η Ο-Ντάι έσπρωξε στην άκρη το καντήλι, το λιβανιστήρι και το δοχείο νερού από το ράφι του Βούδα και άνοιξε το μικρό ιεροφυλάκιο(1), μπροστά στο οποίο ήταν τοποθετημένα. Μέσα βρίσκονταν τα ιχάι(2), οι νεκρώσιμες πλάκες των δικών της, πέντε συνολικά. Πίσω τους στεκόταν χαμογελαστή μία επιχρυσωμένη εικόνα της μποντισάτβα Κάννον. Τα ιχάι των παππούδων της ήταν στην αριστερή πλευρά, τα ιχάι των γονιών της ήταν δεξιά και ανάμεσά τους ήταν μια μικρότερη πλάκα με το καϊμυό ενός παιδιού, του μικρού της αδερφού, με τον οποίο έπαιζε και μάλωνε, γέλαγε και έκλαιγε σε παλιότερα, ευτυχισμένα χρόνια. Το ιεροφυλάκειο περιείχε επίσης ένα μακέμονο ή περγαμηνή πάνω στην οποία ήταν γραμμένα τα πνευματικά ονόματα πολλών προγόνων. Μπροστά σ΄αυτό το ιεροφυλάκιο από τα νηπιακά της χρόνια η Ο-Ντάι είχε συνηθίσει να προσεύχεται.

Οι πλάκες και η περγαμηνή σε αλλοτινούς καιρούς σήμαιναν περισσότερα για την πίστη της – πολλά περισσότερα από την ανάμνηση της στοργής ενός πατέρα και του χαδιού μιας μητέρας. Περισσότερα από οποιαδήποτε ανάμνηση των πάντα γεμάτων αγάπη, πάντα υπομονετικών και πάντα χαμογελαστών πρεσβύτερων που την είχαν αναθρέψει από μωρό, την είχαν μεταφέρει στους ώμους τους σε κάθε γιορτή ναού, είχαν επινοήσει πράγματα που την ευχαριστούσαν, είχαν παρηγορήσει τις μικρές λύπες της και είχαν καθησυχάσει τις ανησυχίες της με τραγούδι. Περισσότερα από την ανάμνηση των γέλιων και των δακρύων, του γουργουρίσματος, της φωνής και του τρεχαλητού του αγαπημένου και άτακτου μικρού αδερφού. Περισσότερα απ΄όλες τις παραδόσεις των προγόνων.

Γιατί αυτά τα αντικείμενα σήμαιναν την υπαρκτή, αθέατη παρουσία των χαμένων – την παρουσία της αόρατης συμπόνιας και στοργής – την ευφροσύνη και τη θλίψη των πεθαμένων για τη χαρά και τη λύπη των ζωντανών. Όταν, σε άλλους καιρούς, το σούρουπο άναβε το καντήλι μπροστά τους, πόσο συχνά δεν είχε δει τη μικρή φλόγα να σηκώνεται με κίνηση που δεν ήταν δική της!
[……].

Όλα αυτά η Ο-Ντάι έπρεπε να τα ξέρει και να τα θυμάται. Ίσως και να τα ήξερε και να τα θυμόταν, γιατί έκλαιγε καθώς έβγαλε τις πλάκες και την περγαμηνή από τη λάρνακα και τις έριξε από το παράθυρο κάτω στο ποτάμι. Δεν τόλμησε να τις κοιτάξει, καθώς το ρεύμα τις στροβίλιζε μακριά.

ΙΙ

Η Ο-Ντάι το έκανε αυτό έπειτα από εντολή δύο Αγγλίδων της ιεραποστολής, οι οποίες με διάφορες πράξεις φαινομενικής καλοσύνης την είχαν πείσει να γίνει χριστιανή. (Πάντα πρόσταζαν τους προσήλυτους να θάψουν ή να πετάξουν τις προγονικές πλάκες). Οι γυναίκες της ιεραποστολής – οι πρώτες που εμφανίστηκαν στην επαρχία – είχαν υποσχεθεί στην Ο-Ντάι, τη μοναδική τους προσήλυτη, ένα επίδομα τριών γιεν το μήνα, σαν βοηθό, γιατί μπορούσε να διαβάζει και να γράφει. Με το μόχθο της ποτέ δεν είχε καταφέρει να κερδίσει περισσότερα από δύο γιεν το μήνα και από αυτό το ποσό έπρεπε να πληρώνει νοίκι είκοσι πέντε σεν για τη χρήση του πάνω πατώματος ενός μικρού σπιτιού, που ανήκε σ΄ έναν έμπορο μεταχειρισμένων ειδών. Εκεί, μετά το θάνατο των γονιών της μετέφερε τον αργαλειό της και τις προγονικές πλάκες. Ήταν υποχρεωμένη να δουλεύει πολύ σκληρά για να ζήσει. Αλλά με τρία γιεν το μήνα μπορούσε να ζήσει πολύ άνετα. Και οι γυναίκες της ιεραποστολής της διέθεταν ένα δωμάτιο. Δεν σκέφτηκε ότι οι άνθρωποι θα έδιναν σημασία στην αλλαγή της θρησκείας της.

Για να πούμε την αλήθεια δεν έδωσαν και μεγάλη σημασία. Δεν ήξεραν τίποτα περί χριστιανισμού και δεν ήθελαν να μάθουν. Γελούσαν μόνο με το κορίτσι, που ήταν τόσο ανόητο, ώστε να ακολουθεί τα φερσίματα των ξένων γυναικών. Την αντιμετώπιζαν σαν αφελή και την κορόιδευαν χωρίς κακία. Και συνέχισαν να την περιγελούν με καλή διάθεση μέχρι την ημέρα που την είδαν να πετάει τις πλάκες στο ποτάμι. Τότε σταμάτησαν τα γέλια. Έκριναν την πράξη καθαυτή, χωρίς να εξετάσουν τα κίνητρα. Η απόφασή τους ήταν ακαριαία, ομόφωνη και σιωπηρή. Δεν είπαν ούτε μια λέξη για να επικρίνουν την Ο-Ντάι. Απλώς αγνόησαν την ύπαρξή της.

Η ηθική απαξίωση της ιαπωνικής κοινωνίας δεν εκφράζεται πάντα με θέρμη. Δεν είναι από κείνες που ανάβουν, κορώνουν και σβήνουν. Μπορεί να είναι κρύα. Στην περίπτωση της Ο-Ντάι ήταν κρύα και σιωπηλή και βαριά σαν πάγος. Κανείς δεν την εξέφρασε. Ήταν πέρα για πέρα αυθόρμητη και ενστικτώδης. Αλλά το καθολικό συναίσθημα θα μπορούσε να είχε διατυπωθεί με τα παρακάτω λόγια:

« Η ανθρώπινη κοινωνία σ΄αυτή την πιο ανατολική άκρη της Ανατολής κράτησε την ενότητά της από αμνημονεύτων ετών χάρη σε τούτη τη θρησκεία που αξιώνει την ευγνωμοσύνη του παρόντος προς το παρελθόν, το σεβασμό των ζωντανών για τους νεκρούς, τη στοργή των απογόνων προς τους προγόνους. Πολύ πιο πέρα από τον ορατό κόσμο εκτείνεται το καθήκον του παιδιού προς το γονιό, του υπηρέτη προς τον κύριο, του υπηκόου προς τον ηγεμόνα. Για τούτο και οι νεκροί προεδρεύουν στο οικογενειακό συμβούλιο, στη συνάθροιση της κοινότητας, στις υψηλές θέσεις του δικαστηρίου, στη διοίκηση της πόλης, στη διακυβέρνηση της χώρας.

»Ενάντια στην υπέρτατη αρετή της αφοσίωσης στους γεννήτορες, ενάντια στη θρησκεία των προγόνων, ενάντια σε όλη την πίστη, την ευγνωμοσύνη, το σέβας και το καθήκον, ενάντια σε όλη την ηθική εμπειρία της φυλής της, η Ο-Ντάι αμάρτησε με ασυγχώρητη αμαρτία. Γι΄ αυτό ο κόσμος θα τη λογαριάζει σαν ύπαρξη μολυσμένη, που αξίζει να τη συναναστρέφεται κανείς λιγότερο και από τους Έτα(3), που δικαιούται την καλοσύνη λιγότερο από το σκυλί του δρόμου ή τη γάτα στα κεραμίδια, αφού ακόμα και αυτοί σύμφωνα με το ασθενικό τους φως ακολουθούν τον κοινό νόμο του καθήκοντος και της στοργής.

»Η Ο-Ντάι αρνήθηκε στους νεκρούς της τη λέξη της ευγνωμοσύνης, τον ψίθυρο της αγάπης, τον σεβασμό της κόρης. Γι΄ αυτό από τώρα και για πάντα οι ζωντανοί θα της αρνούνται τον χαιρετισμό – τον στοιχειώδη χαιρετισμό – και την ευγενική απάντηση.
»Η Ο-Ντάι περιγέλασε τη μνήμη του πατέρα που τη γέννησε, τη μνήμη της μητέρας που τη βύζαξε, τη μνήμη των πρεσβύτερων που περιέβαλλαν με στοργή τα παιδικά της χρόνια, τη μνήμη του παιδιού που την αποκαλούσε αδελφή του. Περιγέλασε την αγάπη, γι΄ αυτό θα της αρνηθούμε όλη την αγάπη και όλα τα προνόμια της στοργής.

»Στο πνεύμα του πατέρα που τη γέννησε, στο πνεύμα της μητέρας που την κράτησε στην κοιλιά της, η Ο-Ντάι αρνήθηκε τον ίσκιο μιας στέγης, τον αχνό μιας τροφής και την προσφορά του νερού. Έτσι θα της αρνηθούμε το καταφύγιο της στέγης, το δώρο της τροφής και το ποτήρι με το δροσιστικό νερό.

»Και όπως πέταξε τους πεθαμένους, έτσι θα την πετάξουν και οι ζωντανοί. Σαν κουφάρι θα είναι στο δρόμο, σαν ψοφίμι που κανένας δεν θα γυρνάει να κοιτάξει, που κανένας δεν θα θάψει, που κανένας δεν θα σπλαχνιστεί, που κανένας δεν θα αναφέρει στην προσευχή του προς τους θεούς και τους βούδες. Ζωντανή στην κόλαση θα μπει, αλλά η κόλασή της θα είναι η μοναχική κόλαση, η ασυντρόφευτη κόλαση, η κόλαση κοντόκου, όπου θα τριγυρνάει το καταραμένο πνεύμα στη μοναξιά της φωτιάς…. »

ΙΙΙ

Αναπάντεχα οι γυναίκες της ιεραποστολής πληροφόρησαν την Ο-Ντάι ότι θα έπρεπε να φροντίσει τον εαυτό της. Ότι μπορεί μεν να είχε βάλει τα δυνατά της, αλλά δεν τους ήταν καθόλου χρήσιμη και ότι εκείνες χρειάζονταν μια άξια βοηθό. Κι επιπλέον ότι θα έφευγαν για κάποιο διάστημα και πως δεν γινόταν να την πάρουν μαζί τους. Σίγουρα δεν μπορούσε να ήταν τόσο αφελής, ώστε να νομίσει ότι θα της έδιναν τρία γιεν το μήνα μόνο και μόνο επειδή έγινε χριστιανή!

Η Ο-Ντάι έκλαψε κι εκείνες τη συμβούλεψαν να φανεί γενναία και να βαδίσει στο μονοπάτι της αρετής. Εκείνη είπε ότι δεν μπορούσε να βρει δουλειά κι εκείνες της είπαν ότι ένας εργατικός και έντιμος άνθρωπος πάντα βρίσκει δουλειά σε αυτόν τον πολυάσχολο κόσμο. Τότε με απόγνωση και τρόμο τους είπε αλήθειες, τις οποίες εκείνες δεν μπορούσαν να καταλάβουν και αρνήθηκαν με μένος να πιστέψουν. Μίλησε για έναν επικείμενο κίνδυνο και εκείνες της απάντησαν με όλη την τραχύτητα για την οποία ήταν ικανές – πιστεύοντας πως τους είχε ομολογήσει ότι ήταν ολότελα εξαχρειωμένη. Σ΄ αυτό έκαναν λάθος. Δεν υπήρχε ούτε ίχνος αχρειότητας στο κορίτσι. Μια συμπαθής αδυναμία και μια παιδιάστικη ευπιστία, αυτά ήταν τα χειρότερα λάθη της. Πραγματικά χρειαζόταν βοήθεια, τη χρειαζόταν γρήγορα, τη χρειαζόταν αφάνταστα. Αλλά εκείνες μπορούσαν να καταλάβουν μόνο ότι ήθελε χρήματα και ότι είχε απειλήσει ότι θα διέπραττε αμάρτημα, αν δεν τα έπαιρνε. Δεν της χρωστούσαν τίποτα, καθώς πάντοτε την πλήρωναν προκαταβολικά κι επινόησαν θαυμάσιες δικαιολογίες, για να της αρνηθούν οποιαδήποτε περαιτέρω βοήθεια.

Έτσι την πέταξαν στο δρόμο. Είχε ήδη πουλήσει τον αργαλειό της. Δεν είχε τίποτε άλλο να πουλήσει εκτός από το ρούχο που φορούσε και λίγα ζευγάρια άχρηστα τάμπι (διχαλωτές κάλτσες), τις οποίες οι γυναίκες της ιεραποστολής την είχαν υποχρεώσει ν΄ αγοράσει, γιατί πίστευαν ότι ήταν απρεπές για ένα νέο κορίτσι να εμφανίζεται με γυμνά πόδια. (Την είχαν επίσης υποχρεώσει να μαζέψει τα μαλλιά της σ΄ έναν απαίσιο κότσο, γιατί ο ιαπωνικός τρόπος χτενίσματος τους φαινόταν ότι έδειχνε ασέβεια προς τον Θεό).

Τι παθαίνει ένα κορίτσι από την Ιαπωνία, που κατηγορήθηκε δημοσία για ασέβεια προς τους γονείς; Τι παθαίνει ένα κορίτσι από την Αγγλία, που κατηγορήθηκε δημοσία για ακολασία;

Βέβαια, αν ήταν δυνατή η Ο-Ντάι, θα γέμιζε τα μανίκια της με πέτρες και θα ριχνόταν στο ποτάμι – το καλύτερο που είχε να κάνει κάτω από αυτές τις περιστάσεις. Ή θα μπορούσε να κόψει το λαιμό της – πράγμα πιο αξιοσέβαστο, καθώς είναι μια πράξη που απαιτεί σθένος και δεξιότητα. Αλλά, όπως οι περισσότερες προσήλυτες της τάξης της, η Ο-Ντάι ήταν αδύναμη. Το θάρρος της φυλής της είχε εξασθενήσει μέσα της. Ήθελε να συνεχίσει να βλέπει τον ήλιο, αλλά δεν ήταν ο σθεναρός τύπος που θα πάλευε με τη γη γι΄ αυτό το δικαίωμα. Ακόμα και όταν αποκήρυξε τα σφάλματά της, μόνο ένας δρόμος της απέμεινε ν΄ ακολουθήσει.

Είπε εκείνος που αγόρασε το σώμα της Ο-Ντάι στο ένα τρίτο της τιμής που τον είχε παρακαλέσει: « Η δουλειά μου είναι εξαιρετικά επαίσχυντη. Αλλά ακόμα και σ΄ αυτή τη δουλειά καμία γυναίκα, για την οποία μαθεύτηκε πως έκανε αυτό που έκανες εσύ, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Αν σ΄ έπαιρνα στο σπίτι μου, κανένας επισκέπτης δεν θα πατούσε το πόδι του και ο κόσμος θα δημιουργούσε φασαρίες. Γι΄ αυτό θα σε στείλω στην Όσακα, όπου δεν είσαι γνωστή και το σπίτι στην Όσακα θα πληρώσει τα λεφτά».

Έτσι χάθηκε για πάντα η Ο-Ντάι, πεταμένη στο καμίνι της λαγνείας μιας πολιτείας…. Ίσως να υπήρξε μόνο και μόνο για ν΄ αφήσει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, το οποίο κάθε ξένος ιεραπόστολος θα όφειλε να προσπαθήσει να καταλάβει.


(1) Ιεροφυλάκιο: λέγεται μπουτσουντάν, που σημαίνει «κατοικία του Βούδα» και είναι προσκυνητάρι που βρίσκεται σε ναούς και σπίτια ευλαβών. Πρόκειται για ένα ξύλινο ντουλάπι με πόρτες, μέσα στο οποίο φυλάσσονται θρησκευτικές εικόνες και μία περγαμηνή. Μπροστά του αποτίθενται προσφορές από ψωμί, ρύζι, φρούτα και νερό. Φυλάσσονται επίσης τα βοηθητικά αντικείμενα λατρείας (κεριά, θυμιάματα κ.α.). Εκεί τοποθετούνται και τα ιχάι.
(2) Ιχάι: αναμνηστικές πλάκες από άσπρο ξύλο με τα ονόματα των πεθαμένων συγγενών.
(3) Έτα: φυλή που θεωρείται μολυσμένη και αναθεματισμένη και τα μέλη της μισητά.

Προηγουμενο αρθρο
Ένα βιβλίο για τη Λευκάδα παρουσιάζεται στην Ανκόνα της Ιταλίας
Επομενο αρθρο
Εσένα Λευκαδίτισσα, αγρότισσα κυρά μου,

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *