HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣ«Λευκαδίτικες Σελίδες»: Μια οφειλόμενη απόδοση τιμής

«Λευκαδίτικες Σελίδες»: Μια οφειλόμενη απόδοση τιμής

Του Δημήτρη Σπ. Τσερέ

Οι Λευκαδίτικες Σελίδες ήταν μηνιαία έκδοση του Ορφέα. Υπεύθυνοι «κατά νόμον» ήταν ο Δήμος Μαλακάσης και ο Παναγιώτης Καββαδάς. Το πρώτο φύλλο εκδόθηκε την 10η Ιουνίου 1961 και το τελευταίο (=60ο) τον Απρίλιο του 1966, οπότε και η εφημερίδα διέκοψε την έκδοσή της «για λόγους οικονομικούς».

1

Τακτικοί συνεργάτες της υπήρξαν ο Δήμος Μαλακάσης (που την είχε αναλάβει σχεδόν εργολαβικά), ο Πάνος Ροντογιάννης και ο Πανταζής Κοντομίχης. Έγραφαν επίσης ο Νίκος Κατηφόρης, ο Σπύρος Ασδραχάς, ο Κώστας Φωτεινός, ο Γιάννης Αθηνιώτης και άλλοι. Εξασφάλιζε ακόμα τακτικά συνεργασίες και άλλων καθηγητών του Γυμνασίου: Διονυσίας Σίδερη, Δημητρίου Βλάχου, Τηλέμαχου Στεριώτη και Σπύρου Κακιούση, ενώ είχε καθιερώσει ειδική στήλη για να δημοσιεύονται συνεργασίες μαθητών του Γυμνασίου.

Κατά τον Πανταζή Κοντομίχη «ήταν…η πρώτη και μοναδική μέχρι τώρα καθαρά φιλολογική-λογοτεχνική εφημερίδα…, …το καλύτερο φιλολογικό έντυπο που βγήκε ποτέ στη Λευκάδα…» (Ο Τύπος στη Λευκάδα 1880-1997, Γρηγόρης, Αθήνα 2003, σ. 218). Κατά τη δική μου γνώμη όμως, που θεωρώ ότι είναι και η επικρατούσα, ήταν η καλύτερη από όλες γενικά τις εφημερίδες που έχει βγάλει ποτέ η Λευκάδα, παρά τα πολλά τυπογραφικά προβλήματα -απότοκα της ατελούς τεχνολογίας της εποχής της- που επηρεάζουν αρνητικά την εμφάνισή της. Και δεν είναι μόνο φιλολογική και λογοτεχνική αλλά ασχολείται με όλα σχεδόν τα θέματα που αφορούν το νησί, πλην των πολιτικών, δίνοντας ιδιαίτερο βάρος στον πολιτισμό και στην προγραμματισμένη τουριστική ανάπτυξη.

Ποιες ήταν οι πολιτικές, κοινωνικές και πολιτισμικές συνιστώσες πανελλήνιας εμβέλειας, και οι αντίστοιχες σε τοπικό επίπεδο, μέσα στις οποίες γεννήθηκαν οι Λευκαδίτικες Σελίδες;

Δήμος Μαλακάσης
Δήμος Μαλακάσης

Στα τοπικά πρώτα: Το γενικότερο κλίμα στη Λευκάδα τη δεκαετία του 1950 διαγράφεται γενικώς όπως και στην άλλη Ελλάδα: Δύσκολα μετεμφυλιακά χρόνια (η Λευκάδα είναι από τους τόπους που μάτωσαν περισσότερο) και οι άνθρωποι προσπαθούν να επουλώσουν τις πληγές τους και να επιβιώσουν. Σκληρή δουλειά και μετανάστευση εσωτερική ή εξωτερική. Παράλληλα με τον αγώνα της επιβίωσης πορεύεται και η πίστη στη χρησιμότητα των πολιτισμικών αξιών. Οι πνευματικοί άνθρωποι αγωνίζονται να χαράξουν δρόμους συλλογικής δράσης και παράλληλα να πραγματώσουν τις πνευματικές τους αναζητήσεις. Η επτανησιακή παράδοση της Λευκάδος είναι ένα κίνητρο, οι αρχειακές διαθεσιμότητες της ένα πολιτισμικό κεκτημένο, η ευρηματικότητα των ανθρώπων και η ομορφιά του τοπίου της εγγενή πλεονεκτήματα και τα δυνατά οράματα της προηγούμενης κοσμογονικής δεκαετίας ιδανικός καταλύτης.

Σε επίπεδο ατόμων (από αυτούς που παρέμειναν στη γενέτειρα) ο Κων)νος Μαχαιράς, ο Πάνος Ροντογιάννης, ο Πανταζής Κοντομίχης, ο Δήμος Μαλακάσης, καθένας στο δικό του μονοπάτι και στο δικό του σκαλοπάτι, πορεύονται ενεργά στο δρόμο των προσωπικών τους αναζητήσεων.

Σε επίπεδο φορέων, δίπλα στη γηραιά Φιλαρμονική, που συνεχίζει να είναι μια βασική πολιτισμική σταθερά, ο Ορφέας (έτος ίδρυσης 1937), συσπειρώνοντας τις πιο αξιόλογες πνευματικές εγχώριες δυνάμεις ενσαρκώνει αυτή την επιθυμία για πνευματική και πολιτιστική άνθιση: έκδοση φιλόδοξης εφημερίδας, των Λευκαδίτικων Σελίδων, το 1961, μουσική (χορωδία και μαντολινάτα από τα προπολεμικά χρόνια), τμήμα παραδοσιακών χορών τον Ιούνιο του 1960, διαλέξεις, οι οποίες φιλοδοξούν να ενταχθούν σε μια προγραμματισμένη σειρά και το περιεχόμενο των οποίων εστιάζεται σε θέματα τοπικής ιστορίας, τοπικής λαογραφίας, λογοτεχνίας (κυρίως για το Βαλαωρίτη και το Σικελιανό) και μουσικής (με βασική δεξαμενή, απ’ την οποία αντλεί τους ομιλητές, το Γυμνάσιο Λευκάδος), Γιορτές Λόγου και Τέχνης, ίδρυση ραδιοφωνικού σταθμού (Μάρτης 1962), εγχώριες θεατρικές παραστάσεις.

Γιάννης Αθηνιώτης
Γιάννης Αθηνιώτης

Το 1954 εκδίδει το γνωστό λεύκωμα του (Μουσικοφιλολογικός Όμιλος Ορφεύς Λευκάδος, Λευκάδα, Σύντομο φωτογραφικό και ιστορικό διάγραμμα της φυσιογνωμίας του νησιού, Αθήνα 1954) που παρά τα πενιχρά οικονομικά και τεχνικά μέσα της εποχής αποτελεί αξεπέραστο πρότυπο παρόμοιων εκδόσεων στο χώρο της Λευκάδος, γιατί οι συντάκτες του έχουν άποψη, σχέδιο και γνώση των δεδομένων που χειρίζονται και επί πλέον «ερασιτεχνισμό» υψηλού επιπέδου, ο οποίος σήμερα είτε δεν υπάρχει είτε (που είναι το ίδιο) δεν δίνει σημεία ζωής. Με κόπους και ιδρώτα, πρωτίστως του Πάνου Ροντογιάννη αλλά όχι μόνο, στήνεται η Δημόσια Βιβλιοθήκη και το Μουσείο Μεταβυζαντινών Εικόνων – οριστικά κεκτημένα πλέον του λευκαδιακού πολιτισμικού τοπίου μέχρι σήμερα.

Οι Γιορτές Λόγου και Τέχνης που οργάνωσαν για πρώτη φορά το 1955 ο Ορφέας και ο Σύλλογος Λευκαδίων Αττικής, είναι η απαρχή μιας συλλογικής ενθουσιώδους δράσης, που στοχεύει, εκτός από την προβολή του νησιού και τα εξ αυτής τουριστικά και οικονομικά οφέλη, και σε επιτεύγματα υψηλότερα όπως ο τίτλος τους με ενάργεια αποκαλύπτει και όπως βεβαιώνουν οι προσπάθειες που επιχειρήθηκαν άλλοτε επιτυχώς και άλλοτε όχι. Το 1962 με πρωτεργάτες τον Ορφέα και τον Σύλλογο Λευκαδίων Αττικής μέσα σε κλίμα ανάτασης και υψηλών προσδοκιών εγκαινιάζεται το Διεθνές Φεστιβάλ Φολκλόρ, που συνεχίζεται ανελλιπώς μέχρι σήμερα.

Ας πάμε στα γενικότερα: Βρισκόμαστε στη καρδιά του μετεμφυλιακού κράτους, που αφήνει στο περιθώριο τους ηττημένους του Εμφυλίου και θαμπωμένα τα οράματα μια νέας κοινωνίας, στην οποία θα θριάμβευαν οι αρχές της ισότητας και της δικαιοσύνης και τα οποία αποτέλεσαν τα φλάμπουρα του μεγαλύτερου τμήματος μιας προικισμένης γενιάς. Πάνω σ’ αυτό το γεγονός στηρίχτηκε μια συγκεκριμένη ιδεολογία ή, μάλλον, μια συναισθηματική στάση της Αριστεράς, που διαδόθηκε ευρύτατα και ρίζωσε βαθιά: η πίκρα για την αποτυχία της κοινωνικής επανάστασης και η αόριστη ελπίδα για μια μελλοντική δικαίωση των παραμερισμένων και καταφρονεμένων. Αυτή η στάση εμφιλοχωρεί στις Λευκαδίτικες Σελίδες διακριτική αλλά και ευδιάκριτη στο υποψιασμένο μάτι και, κυρίως, στα χρονογραφήματα του Δήμου Μαλακάση στη μόνιμη στήλη Γύρω από τη ζωή μας.

Εξ ίσου διακριτική αλλά πιο ευδιάκριτη παρουσιάζεται στις Λευκαδίτικες Σελίδες μια άλλη πτυχή της αριστερής ιδεολογίας που την εποχή εκείνη είναι ευρύτατα διαδεδομένη (και όχι μόνο στα λαϊκά στρώματα) και η οποία αποτελεί μια βασικότατη διαφορά των διανοουμένων της από τους εκφραστές της επικρατούσας επίσημης ιδεολογίας: Η κατάφαση του «λαού» (δηλαδή των φτωχότερων κοινωνικών στρωμάτων) ως φορέα αυθεντικών αξιών και παραδειγματικού ήθους και ως υποκειμένου της κοινωνικής αλλαγής και ex contrario η απαξιωτική ή επιφυλακτική στάση έναντι της «ανώτερης κοινωνίας» – φορέα μη αυθεντικών αξιών και ήθους επίμεμπτου. Η θεώρηση αυτή των πραγμάτων είναι διάχυτη στα κείμενα του βασικού συντάκτη της, του Δήμου Μαλακάση, αλλά και του Κοντομίχη και του Ροντογιάννη πράγμα που σημαίνει ότι είναι κοινός τόπος της εγχώριας λογιοσύνης.

Πάνος Ροντογιάννης
Πάνος Ροντογιάννης
Μια τρίτη παράμετρος της περιρρέουσας ιδεολογίας, που απαντά στην αρθρογραφία των «Λευκαδίτικων Σελίδων», είναι η πεποίθηση ότι ο δρόμος προς ένα καλύτερο αύριο περνάει υποχρεωτικά μέσα από την περιφερειακή ανάπτυξη, η οποία βέβαια συνεπάγεται υποχρεωτικά την καταπολέμηση του υδροκεφαλισμού της πρωτεύουσας: Εδώ η απαίτηση της ιδεολογίας ανταμώνει με τη φωνή του αίματος, την αγάπη δηλαδή για τη γενέθλια γη. Όλη η ορμή της πρώτης μεταπολεμικής εικοσαετίας, όπως εκφράζεται μέσα από τις Γιορτές Λόγου και Τέχνης, τον Ορφέα και τις Λευκαδίτικες σελίδες, έχει αυτή την πίστη ως σταθερή παράμετρο και την επιδιώκει με ζήλο και ενθουσιασμό (Είναι γεγονός, βέβαια, ότι αυτή η τότε απαίτηση, υπό το πρίσμα της πείρας μισού αιώνα, παρουσιάζεται στηριζόμενη σε κλασικά στερεότυπα, δεν είναι εκλογικευμένη και απέχει αισθητά από το αίτημα μιας σύγχρονης αντίληψης για την περιφερειακή ανάπτυξη).

Εξ αιτίας αυτής της πεποίθησης το αίτημα για την τόνωση της οικονομικής και πνευματικής ανάπτυξη της Λευκάδας, που θεωρείται όρος sine qua non για το πέρασμα του γενέθλιου τόπου σε ένα καλύτερο επίπεδο ζωής, είναι διάχυτο: Τα κείμενα των Λευκαδίτικων Σελίδων για τον τουρισμό (για την ανάγκη να βελτιωθούν οι κακοί δρόμοι, να ξεβρωμίσει η πόλη, να κατασκευαστούν ξενοδοχεία κ.λ π.), εξ ολοκλήρου, και τα κείμενα για την εγχώρια πολιτιστική ζωή, εν μέρει, αυτό το αίτημα υπηρετούν.

Παρούσα στα κείμενα της εφημερίδας, είτε de facto είτε ρητά εκπεφρασμένη ως αίτημα, είναι και η, επίσης ευρέως διαδεδομένη στον χώρο των προοδευτικών διανοουμένων, πίστη ότι οι πολιτισμικές αξίες γενικώς συνδέονται, και από μια άποψη οδηγούν, σε ένα καλύτερο αύριο. Αυτό σε τοπικό επίπεδο σημαίνει ότι απαιτείται ένα είδος τοπικής πολιτισμικής αυτάρκειας. Στο πρώτο φύλλο των Λευκαδίτικων Σελίδων αυτή η πίστη διατυπώνεται ως προγραμματικός λόγος στο ανυπόγραφο κείμενο:  Η έκδοση μας.

5

Να σημειώσουμε εδώ ότι η έννοια του «πολιτισμικού προϊόντος», όπως την αντιλαμβάνονται οι εκδότες και συντάκτες της εφημερίδας δεν εξαντλείται στη συνηθισμένη της σημασία αλλά απλώνεται και σε άλλα πεδία που αγκαλιάζουν όλες τις όψεις των δράσεων μιας κοινωνίας: από την εγχώρια αρχιτεκτονική ως την καθαριότητα των δημόσιων αλλά και των ιδιωτικών χώρων.

Αν διαβάσει κανείς τους «αστερίσκους» της ανυπόγραφης τακτικής στήλης «ΕΚΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ» της εφημερίδας, θα διαπιστώσει ότι θέματα όπως η καθαριότητα των πλατειών και των δρόμων (ο μποχός και ο κουρνιαχτός), οι (ανύπαρκτες) πινακίδες και οι σπασμένοι λαμπτήρες των δρόμων, η εμφάνιση της πλατείας, η κατάσταση των ακτών κ.λ.π. εμφανίζονται ανελλιπώς.

Είναι εύλογο να υποθέσει κανείς ότι αυτή η «μοντέρνα» σύλληψη της έννοιας του πολιτισμού προέρχεται από συναντήσεις με προωθημένες αντιλήψεις, που ορίζουν διασταλτικά την έννοια του πολιτισμού, και αντιπαρατίθενται στην αντίληψη περί του πολιτισμού ως αποκλειστικής και αφ’ υψηλού ενασχόλησης με τα γράμματα και τις τέχνες. Και είναι αυτή η «σύλληψη» ένα δείγμα νεωτερικής σκέψης, που μας ξαφνιάζει ευχάριστα.

Δείγμα νεωτερικότητας είναι και η αντίληψη της εφημερίδας για την αυτονομία του πολιτισμικού πεδίου έναντι της πολιτικού, παρόλο που οι βασικοί συντελεστές της έκδοσής της είναι άνθρωποι με ιδεολογική συγκρότηση, πολιτικοποιημένοι και με έντονη πολιτική δράση κατά τα προηγούμενα χρόνια. Στο φ. 1/1961 φιλοξενείται κύριο άρθρο με τίτλο «Η έκδοση μας», στο οποίο τονίζεται: «…θα βρίσκονται <οι προσπάθειες μας> μέσα στα πιο αυστηρά φιλολογικά, λαογραφικά και εκπολιτιστικά πλαίσια μακριά -όρος απαράβατος- από κάθε πολιτικό ζήτημα…».

Δεν είναι συμπτωματικό το γεγονός ότι την ίδια εποχή σε πανελλαδικό επίπεδο η αντίληψη αυτή οδηγεί στην έκδοση περιοδικών όπως η «Επιθεώρηση Τέχνης» και συγκρούεται με άλλες αντιλήψεις που ή θεωρούν τον πολιτισμό ως δραστηριότητα εντελώς άσχετη με την πολιτική ή, αντίθετα, ως θεραπαινίδα της πολιτικής.

Πανταζής Κοντομίχης
Πανταζής Κοντομίχης
Η έλευση της δικτατορίας σήμανε το τέλος των Λευκαδίτικων Σελίδων. Δεν χρειάζονται επιχειρήματα για να αποδείξει κανείς το αυτονόητο, ότι δηλαδή η ανήσυχη και δημιουργική σκέψη είναι ύποπτη και διώκεται: Τον Ιούνιο του 1967 η δικτατορία κλείνει το ραδιοφωνικό σταθμό του Ορφέα και κατάσχει τα μηχανήματά του. Η επικείμενη, από το κλείσιμο του σταθμού, οικονομική κατάρρευση του Ομίλου οδηγεί στο κλείσιμο των Λευκαδίτικων Σελίδων. Η Λευκάδα, όπως και όλη η Ελλάδα, πορεύεται μέσα στο δεδομένο πλαίσιο, τα γούστα του καθεστώτος δίνουν τον τόνο, οι δημιουργικοί και αξιοπρεπείς άνθρωποι προσπαθούν να συντηρήσουν τη συνέχεια των εκδηλώσεων χωρίς να χάσουν την αξιοπρέπειά τους.

Το 1976 ο Ορφέας προσπάθησε να επανεκδώσει την εφημερίδα με μορφή περιοδικού. Βασικός υπεύθυνος για τη σύνταξη του περιοδικού ήταν ο Κώστας Θ. Φωτεινός. Εξέδωσε μόνο τα τεύχη, 1, 2, και 3-4 (διπλό). Δεν μπόρεσε να εκδώσει άλλο τεύχος και η έκδοση διακόπηκε οριστικά.

Έγινε, νομίζω, αντιληπτό, ότι δεν είναι τυχαίο το ότι οι Λευκαδίτικες Σελίδες κατάκτησαν ένα υψηλό επίπεδο ποιότητας. Την εποχή εκείνη, και μέσα στην περιρέουσα ατμόσφαιρα όπως την αναλύσαμε παραπάνω, κυριαρχούσε η λογική της συσπείρωσης και οι ασχολούμενοι με τα «πολιτιστικά κοινά», καθώς ήταν λίγοι και οι καιροί δύσκολοι, ένωναν τις δυνάμεις τους. Και η βασική μέριμνα των τοπικών λογίων, οι οποίοι ήταν οι στυλοβάτες της εφημερίδας, ήταν να συλλέγουν με αγάπη και προσοχή τα σήματα του οικείου τοπίου, φυσικού και ανθρώπινου, και στη συνέχεια να τα κομίζουν ως προσφορά στον αρμοδιότερο αποδέκτη τους, δηλαδή στους ομοχώριούς τους.

Όπως ήδη είπαμε, ο «λαός» βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των συνειδητοποιημένων λογίων, ο λαός έχει ανάγκη από τροφή πνευματική και πληροφόρηση για να ανοίξουν οι πόρτες σε ένα καλύτερο αύριο. Και αυτή την προσφορά οι τοπικοί λόγιου την αισθάνονται ως υποχρέωσή τους και ως αντίδωρο αγάπης προς το «λαό», προς τους ανθρώπους του μόχθου.

Από την άλλη, μέσα στο δεδομένο κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο, η συμμετοχή στα κοινά, πέραν της ψυχικής ικανοποίησης του συμμετέχοντος, εξασφάλιζε και κοινωνική αναγνώριση («πρεστίζ» στη σύγχρονη νεοελληνική) και ως εκ τούτου ήταν επόμενο ο εθελοντισμός να ακμάζει. Ύστερα ήλθε η πολυδιάσπαση και οι παράλληλες πορείες. Και, καθώς μεταβάλλονται τα δεδομένα, η κοινωνική αναγνώριση και η ψυχική ικανοποίηση υπακούουν στη λογική άλλων κριτηρίων και, επομένως, είναι αναμενόμενη και εξηγήσιμη η βαθμιαία υποχώρηση του εθελοντισμού και του υπεύθυνου «ερασιτεχνισμού» προς όφελος ενός στρεβλού «ημιε-επαγγελματισμού».

Μισό αιώνα και δύο χρόνια πάντως μετά την έκδοσή τους οι Λευκαδίτικες Σελίδες, ξεχασμένες στα ράφια των βιβλιοθηκών, δεν σταματούν να μας θυμίζουν τούτο το απλό: δεν αρκούν χρήματα, φανφάρες και φωνασκούντες φελλοί, για να στηθεί κάτι σπουδαίο. Η θέρμη της ψυχής («τρέλα» στο δικό μας λεξιλόγιο) και ο «ερασιτεχνισμός» υψηλού επιπέδου κάποιων λίγων αλλά ικανών, όπως ήταν οι πρωτεργάτες τους, δεν μπορεί να αντικατασταθoύν από αυτά ούτε κατ’ ελάχιστο.

Και αυτή η υπενθύμιση, στους καιρούς που ζούμε, αποτελεί αφενός μεν τη δική τους «εκδίκηση» αφετέρου δε ένα βίαιο τράνταγμα για να «διαβάσουμε» ξανά τον κόσμο και να ανασύρουμε από την εγκατάλειψη αξίες που τις περιφρονήσαμε με την προπέτεια του νεόπλουτου, προφανώς γιατί ανόητα πιστέψαμε ότι αποτελούν παραφωνία στον κόσμο της (κατ’ εμάς «ακλόνητης» αλλά στην πραγματικότητα «ανάπηρης») ευημερίας μας.

Προηγουμενο αρθρο
Ανακοίνωση του Σωματείου Εργαζομένων ΟΤΑ Ν. Λευκάδας για το Νοσοκομείο
Επομενο αρθρο
Ενοπλη ληστεία στα ΚΤΕΛ Κηφισού

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *