HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΛευκαδίτισσα: Μνημείο αντοχής, ομορφιάς, αξιοσύνης

Λευκαδίτισσα: Μνημείο αντοχής, ομορφιάς, αξιοσύνης

Η Λευκαδίτισσα στάθηκε μια Καρυάτιδα των απανωτών καιρών. Κορμί σπαθάτο, λυγερόβλαστο. Ποδάρια δυναμάρια, στελιάρια αληθινά. Χέρια αγανάχτιστα, μα πιο πολύ απ’ όλα της τα θάματα εκείνο το κεφάλι.
Κιονόκρανο σε κίονα αλύγιστο. ‘Ένα κιονόκρανο, που βάσταξε ζωή κι άλλη ζωή.

Η γυναίκα. Πάτημα γερό, κορμί στητό, κεφάλι πρόθυμο. Στεφανωμένο με την ποδολόγα. Ένα πανί, μια ποδιά, σκορδοποδολόγα, ό,τι να ‘ναι. Ίσα – ίσα να ξεγελάει το καύκαλο, να τ’ ανακουφίζει, τάχα, στο πολύ το φόρτωμα.

1

Κορμί ολόστητο. Καμαρωτό, περήφανο, μνημειώδες. Κι ύστερα η κίνηση… Το περπάτημα… Περπατησιά σίγουρη, μεστή, κρυφολύγιστη. Η γυναίκα. Μ’ αμολητό στο κεφάλι το φόρτωμα, με τα χέρια στη μέση – ω, της χάρης αρχαιότατο όραμα! Μνημείο αντοχής, ομορφιάς, αξιοσύνης.

Η Λευκαδίτισσα – μια αρχαιοκόρη. Πουθενά αλλού δεν θα δεις τούτο το γυναικείο κορμόκρανο, όχι. Σ’ όλους τους Ελλαδότοπους η γυναίκα στάθηκε κουβαλήτρα, καπετάνισσα στην καθημερινή σκληρή ζωή. Στην Ήπειρο θα ιδείς γεροκυράδες να φορτώνονται στην πλάτη, να σγουμπαίνουν και να φορτοκουβαλάνε. Αλλού θα ιδείς ξανά γυναίκες να ‘χουν εφεύρει τρόπους για φόρτωμα στους ώμους, ναι.

3

Μα, το κεφαλοφόρτωμα είναι λευκαδίτικη επινόηση – λευκαδοδουλειά. Σ’ όλα τα χωριά θα ιδείς τούτο το παράξενο θέαμα, το εξοντωτικό.
Πώς κίνησε τέτοια αποκοτιά; Και πότε; Για χρόνια και χρόνια το ίδιο. Απαράλλαχτη η ίδια παράσταση. Και τι δεν έχει φορτωθεί εκείνο τ’ αγιοκέφαλο. Νερά με τα καζάνια, με τις πινιάτες, τους μπότηδες, τις λάτες. Τότε που οι φαμελιές ξεδιψούσαν απ’ τις βρύσες, που οι μπουγάδες, οι αλυσίβες, θέλανε νερό κουβαλητό. Νερό και για να ποτίσουνε τα πράματα, να ξεδιψάσουν τα μαρτίνια. να γιομίσουνε τ’ αγγειά για το φαί, για το ψωμί, για το νίψιμο, για όλες τις ανάγκες τις πολλές.

4

Ο,τι βάλει ο νους σου το ‘χει φορτώσει στο κεφάλι της η Λευκαδίτισσα. Στο κεφάλι Και στην πλάτη. Σωστό υποζύγιο κείνων των χρόνων. Αδιαμαρτύρητα, αγόγγυστα, παθητικά, πες. Υποταγμένη σε μια βάσκανη μοίρα. Έτσι, για να επιζήσει, να βγάλει τα παιδιά και τις θυατέρες της, να βαστάξει όρθιο το σπιτικό της.

Ετούτη, με το νοικοκύρη της. Μα πιότερο ετούτη. Εκειός, κάνε, έσβηνε τον κάματο της μέρας στον καφενέ – ξέδινε. Ετούτη, όμως; Σκοντάμματα. Να μη σταθεί λεφτό να πάρει ανάσα. Να την προσπερνάει η μέρα και να κλέβει κι ώρες απ’ τη νύχτα, που τα πλάσματα του Θεού ξεγαναχτάνε, πλααίνουν.

5

Τώρα πια μερέψανε οι καιροί. Κόντυναν και οι δουλειές. Στα σπίτια τρέχει το νεράκι του θείου. Δεν έχει χρεία ν’ αμοληθεί στις βρύσες για νερό. Λιγόστεψαν και τα βαριοσκοντάμματα. Οι καιροί τρατάρανε ευκολίες πολλές, ξεγαναχτήσανε τους βαρυδουλεμένους χωριανούς, λαφρώσανε τα κεφάλια των κυράδων, πετάξανε τις ποδολόγες.

Και μοναχά στις μνήμες των μανάδων, στ’ αραχνιασμένα θυμητικά των βαβάδων θα ματαζωντανέψουν τέτοιες σκηνές αποκοτιάς και τολμηράδας….

6

line1

Χρησιμοποιήθηκαν αποσπάσματα κειμένου του Απόστολου Μαργέλη από το βιβλία: «Επαγγέλματα και ασχολίες του τόπου μας που χάνονται…», που εξέδωσε το 2003 η Νομαρχία Λευκάδας και ο Δήμος Απολλωνίων.

Προηγουμενο αρθρο
Κορυφώνεται την Παρασκευή το βράδυ η πρώτη βροχή διαττόντων της άνοιξης
Επομενο αρθρο
Ευχαριστήρια επιστολή Πρόεδρου ΝΟ.Δ.Ε. Βασίλη Παπαχρήστου

1 Σχόλιο

  1. Leah Georgakis
    22 Απριλίου 2017 at 12:44 — Απάντηση

    Πολυ ωραίο άρθρο, ευχαριστω!

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *