HomeΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣΛουλούδια στη Μάνα μου

Λουλούδια στη Μάνα μου

Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη

Κι ο άντρας της ο Γιώργος Κοντογεώργης, μορφωμένος, δυναμικός, συνεπής στις υποχρεώσεις του, ήταν στα μέτρα της. Κάθε Σαββάτο ανελλιπώς της έφερνε λουλούδια και τη ζήλευε όλη η γειτονιά. Χρυσάνθεμα το φθινόπωρο, βιολέτες και κρινάκια την άνοιξη, Πασχαλιές τον Απρίλη. Το καλοκαίρι πάλι ανακάλυπτε γαρύφαλλα μοσχομυριστά για να μην της λείπει η ευωδία, που έτσι κι αλλοιώς ήταν διάχυτη στο σπίτι, καθώς εκείνη συνήθιζε να βάζει σε όλα τα ντουλάπια της άρωμα λεβάντας. Οσο για τη γιορτή της μάννας,η Σοφία ήταν η μόνη στη φαμίλια που έπαιρνε μια αγκαλιά τριαντάφυλλα απ’ τα παιδιά της, ακόμη κι αν η βαρυχειμωνιά είχε κάψει τις τριανταφυλλιές. Λές και φύτρωναν πάντα σε πείσμα των καιρών μόνο για κείνη.

Aυτή η παράγραφος είναι κυρίαρχη στο πρώτο μου μυθιστόρημα με τίτλο «Πετάει, πετάει το Σύννεφο» (Εκδόσεις Ψυχογιός 2003). Για χάρη της μάννας μου έγραψα αυτό το μυθιστόρημα, που είναι αφιερωμένο εξαιρετικά σε κείνη και την οικογένειά της, καθώς υλικό για τη συγγραφή του αποτέλεσαν οι ημερολογιακές σημειώσεις του μητρικού παππού μου παπα-Κώστα Κακαβούλη.

Νιώθω την ανάγκη σήμερα να γράψω για τη μάννα μου με αφορμή τη Γιορτή της μητέρας. Παρότι δεν πιστεύω σε αυτές τις μαζικές γιορτές που περιθωριοποιούν όσες γυναίκες δεν έχουν γνωρίσει τη μητρότητα ή όσους ανθρώπους έχουν ορφανέψει απο μητέρα, οφείλω αυτό το κείμενο στη δική μου μάννα.

Θυμάμαι τη μάννα μου απο τα πρώτα χρόνια της ζωής μου. Τη θυμάμαι έντονα να μου ανήκει αποκλειστικά, να με στολίζει με πανέμορφα φουστανάκια και να καμαρώνει για μένα, που είχα μπουκλωτά καστανόξανθα μαλλιά να ανεμίζουν στα παιχνίδια. Η ύπαρξη του μεγαλύτερου αδερφού μου δεν ήταν πρόβλημα, γιατί η μάννα μου ταυτίσθηκε εξ αρχής με την κοριτσίστικη φύση μου.

Θυμάμαι που μετά την έχασα καθώς η αγάπη της μοιράστηκε σε μένα και τη μικρότερη αδερφή μου την Κωνσταντίνα. Την έβλεπα διαρκώς καρφωμένη πάνω απο την κούνια ενός άγνωστου μωρού να αγωνιά, να ταϊζει, να περιποιέται. Κι εγώ ήμουν αφημένη στα χέρια των αγαπημένων μου θειάδων, που όμως παρά την αφοσίωσή τους δεν μπορούσαν να υποκαταστήσουν την απόσπαση της προσοχής της στο καινούριο μέλος της οικογένειας.

Φοβάμαι πως αυτή η τραυματική περίοδος στη ζωή μου με έκανε να αποστασιοποιηθώ απο τη μάννα μου,  που πίστευα πως έδωσε την καρδιά της για πάντα σ΄αυτό το κοριτσάκι με τα γκρίζα μάτια , τη λευκή επιδερμίδα και τα καστανά μαλλάκια. Σ΄αυτό το κοριτσάκι που πριν απο μερικά χρόνια ξαφνικά μάς εγκατέλειψε αφήνοντας ένα απέραντο κενό στη ζωή και την ψυχή μας.

Εγώ στο μεταξύ έγινα κορίτσι του πατέρα μου, με τον οποίο συνενοούμασταν πάντοτε στα του σχολείου, στα πολιτικά, στα καθημερινά καθότι ένιωθα πως αποτελούσα για κείνον τη γέφυρα ανάμεσα στο δύσκολο αγόρι και την ευαίσθητη μικρή αδερφή μου.

Ο πατέρας μου λάτρευε τη μαννούλα, την οποία είχε τοποθετήσει στην υπέρτατη θέση στην οικογένεια, όπως άλλωστε αξίζει στις μητέρες. Την τιμούσε με τα λουλούδια του κάθε Σάββατο απαρεγκλήτως. Τα βάζα της ήταν γεμάτα απο χρώματα και μυρωδιές, που σκορπίζονταν σε όλη τη γειτονιά.

Τη δεκαετία του 60, που οι πολίτες στη μικρή Λευκάδα αγνοούσαν πως υπήρχε επίσημος παγκόσμιος εορτασμός για τη Μητέρα, ο πατέρας μου μάς έπαιρνε στου Κουζούντελη και της μαζεύαμε μαργαρίτες για την προσφέρουμε μπουκέτο σε κείνη που μας είχε φέρει στον κόσμο και μας περιποιόταν στην καθημερινότητά μας. Μας τόνιζε πόσο σπουδαία ήταν για την ύπαρξή μας αλλά και για τη ζωή μας ολάκερη. Μας μύησε κυριολεκτικά σ΄αυτόν τον εορτασμό που τότε δεν καταλάβαινα πως απέκλειε τόσες και τόσες γυναίκες.

Η μάννα μου ήταν τρυφερή κι εκδηλωτική ιδιαίτερα με μάς τα κορίτσια. Μας τάιζε στην αγκαλιά της ως μεγάλες, μας έπλενε τα μαλλιά με χαμομήλι, μας έδειχνε την αγάπη της με κάθε τρόπο. Μας έραβε τα ωραιότερα φουστανάκια στις τρείς μοδίστρες μας (μια για τα καθημερινά, μια για τα γιορτινα΄και μια για τις σχολικές ποδιές μας).

Ηθελε να εμφανιζόμαστε στην εκκλησία του πατέρα μας με τα ίδια επίσημα ρούχα η Κωνσταντίνα κι εγώ. Και βέβαια, εγώ μισούσα την ομοιομορφία με τη μικρότερη αδερφή. Αλλά στα μάτια της μάννας μου έτσι ήταν επιβεβλημένο δύο κοριτσάκια με ίδια φορέματα και ίδιους φόγκους. Εφτασε όμως γρήγορα η εποχή της απελευθέρωσης και της απενεχοποίησης απο την ίδια τη συντηρητική μητέρα μου.

Η μάννα μου στην εφηβεία με έσπρωξε κυριολεκτικά να διαλέξω το στύλ του ντυσίματός μου. Απο τα 14 χρόνια μου θεώρησε πως ήμουν μεγάλη αρκετά για να διαμορφώσω την προσωπικότητά μου στον τομέα αυτό . Ετσι σταμάτησαν τα ίδια φουστανάκια με την αδερφή μου κι ένιωσα πως είχα πιά μεγαλώσει.

Επίσης, μας είχε απεριόριστη εμπιστοσύνη. Δεν πίστευε ποτέ τα σχόλια των άλλων για μας, ο δικός μας λόγος ήταν συμβόλαιο για κείνη. Αυτή η αρετή της μας έδωσε αυτοπεποίθηση και απόλυτη υπευθυνότητα για τις πράξεις μας. Μας απενεχοποίησε κιόλας απο το μικρόψυχο πολλάκις περιβάλλον της μικρής μας κοινωνίας.

Τα τελευταία χρόνια ζούσα μακριά της στην άλλη όχθη του Ατλαντικού και μάλιστα κάτω απο τη βαρειά σκιά της απουσίας της αδερφής μου. Μιλούσα μαζί της καθημερινά στο τηλέφωνο και ανταλλάσσαμε τις λεπτομέρειες του καθημερινού μας βίου.

Η μάνα μου πέθανε με τον καημό της αδελφής μου. ¨Ηταν αφύσικο να θάψει το παιδί της η γυναίκα που μετουσίωνε τη μητρότητα στην ύπαρξή της.

Τη σκέφτομαι συχνά και την αναζητώ. Αλλά ξέρω πως είναι καλύτερα στους ουρανούς με την πολύχρωμη Πεταλούδα της.

Χρόνια σου πολλά εκεί που βρίσκεσαι! Τα λουλούδια για σένα πάντα θα στολίζουν το βάζο μου!

Η κόρη σου
Ιουστίνη

Προηγουμενο αρθρο
Στήνεται παράνομη καντίνα στην παραλία Μύλος;
Επομενο αρθρο
Η Λευκάδα έχει όλα τα απαραίτητα συστατικά στοιχεία για να αποτελέσει ναυαρχίδα της ανάπτυξης...

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *