HomeΕΠΙ ΠΑΝΤΟΣ ΕΠΙΣΤΗΤΟΥΜία πρόταση ανάπτυξης για την ορεινή Λευκάδα – Του Ανδρέα Λαμπρόπουλου*

Μία πρόταση ανάπτυξης για την ορεινή Λευκάδα – Του Ανδρέα Λαμπρόπουλου*

Δεδομένα του νησιού

35Η πρόταση αυτή για τη Λευκάδα υπάρχει επειδή ακριβώς ο τόπος ο ίδιος υποδεικνύει πολλαπλές δυνατότητες. Τα χωρικά και δημογραφικά δεδομένα αποκαλύπτουν μια άποψη του νησιού εντυπωσιακά διαφορετική από τα πασίγνωστα τουριστικά παράλιά του.

Το 70% της έκτασης του νησιού είναι ορεινό αλλά μόνο το 45% δασωμένο. Ωστόσο δεν είναι όλο το υπόλοιπο παραγωγικοί αγροί, διότι συστηματικά καλλιεργείται μόνο το 17%. Οι 23.000 κάτοικοι που μέτρησε η απογραφή του 2011 κατανέμονται σε τρεις ζώνες κατοίκησης σχεδόν εξίσου. Το 1/3 στη Χώρα, το δεύτερο τρίτο στα παράλια και το τελευταίο τρίτο στην ενδοχώρα, αν και αυτός ο τελευταίος πληθυσμός στην πραγματικότητα είναι ακόμη μικρότερος. Το νησί έχει 65 οικισμούς, περίπου. Από αυτούς 15 μόνο βρίσκονται στην παραλιακή ζώνη, όπου συγκεντρώνεται το μεγαλύτερο ενδιαφέρον των τουριστών και η οικονομική δραστηριότητα. Αυτή η ομάδα οικισμών έχει δημιουργηθεί σχετικά πρόσφατα, κυρίως σε θέσεις όπου τον 19ο αιώνα υπήρχαν μόνο ψαροχώρια. Αντίθετα η μεγάλη πλειοψηφία, περισσότεροι από 50 οικισμοί, οι οποίοι μετρούν αιώνες ιστορίας, βρίσκονται στο εσωτερικό. Η εξέλιξη της διασποράς των οικισμών στο χώρο είναι η κύρια ένδειξη της πιο χαρακτηριστικής διαφοροποίησης του νησιού.

Η διαφορά παραλίας και ενδοχώρας γίνεται άμεσα αντιληπτή από το οδικό δίκτυο, στον επισκέπτη που έρχεται για πρώτη φορά στο νησί, όταν ταξιδεύει στην περιμετρική οδό από τη μια, και όταν ταξιδεύει στο λαβυρινθώδη ιστό του εσωτερικού από την άλλη. Στους ίδιους του κατοίκους του νησιού η διάκριση παραλιακής περιμέτρου και ορεινού εσωτερικού είναι μια γνωστή και βιωμένη, απλή και αυτονόητη δομή του χώρου. Ομοίως εύκολα αντιληπτή είναι και η οικονομική διάσταση αυτής της γεωγραφικής διαφοράς. Όμως το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται στην παρατήρηση της διαφοράς καθαυτήν. Η υπερανάπτυξη στην παραλία και η υπανάπτυξη στο εσωτερικό είναι γνωστά και πολυσυζητημένα φαινόμενα. Αντίθετα η διερεύνηση της δυναμικής που έχει κάθε πλευρά αυτού του διπόλου δεν έχει γίνει ανάλογα με την σημασία που έχει αυτή η διερεύνηση για τις προοπτικές της τοπικής κοινωνίας.

Το επιπλέον κόστος της ανάπτυξης

Αναμφίβολα στην περίμετρο με τις παραλίες ανθίζει η οικονομία του τουρισμού, η κατανάλωση, η ανοικοδόμηση, η ταχύτητα στις μεταφορές, τα κέρδη του εμπορίου και των υπηρεσιών. Αλλά εδώ η ανάπτυξη δεν είναι μόνη της, επειδή ακριβώς, ανάπτυξη και κέρδη σημαίνουν σχέση κόστους/ απόδοσης, αφού κέρδος δεν υπάρχει όταν το κόστος είναι μεγαλύτερο της απόδοσης. Από αυτή την άποψη έχει ενδιαφέρον ότι στην περίμετρο του νησιού, μαζί με την οικονομία του τουρισμού παρατηρούνται ρύπανση του περιβάλλοντος, φθορά του φυσικού τοπίου, κυκλοφοριακός κορεσμός, αισθητική ευτέλεια κλπ. Αυτό είναι ένα κόστος επιπλέον της επένδυσης, το οποίο έχει περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά. Δηλαδή το επιπλέον που δαπανήθηκε και δαπανάται για να επιτυγχάνονται τα οικονομικά μεγέθη, είναι το περιβάλλον. Αλλά το περιβάλλον εδώ έχει τη θέση κεφαλαίου, καθώς οι παραλίες και τα προσκείμενα σ’ αυτές φυσικά και κτισμένα τοπία είναι η βάση του τουρισμού στη Λευκάδα. Επομένως το ερώτημα υφίσταται, μήπως το τελικό κόστος γίνεται μεγαλύτερο της απόδοσης.

Η απάντηση είναι συνάρτηση του χρόνου. Διότι ακόμη και αν είναι αρνητική δεν προεξοφλεί μελλοντικές καταστάσεις. Ενδεχομένως κάποιοι που κερδίζουν σήμερα από τον τουρισμό να δώσουν μια απάντηση του τύπου:
Δεν μας νοιάζει αυτό το κόστος, διότι εξακολουθούμε να πουλάμε ακόμη και έτσι, ακόμη και αν φθείρεται το περιβαλλοντικό κεφάλαιο.

Πράγματι έως τώρα φαίνεται ότι αυτό το αντίτιμο είναι μικρότερο του κέρδους. Όμως βραχυπρόθεσμα, κατά την περίοδο της οικονομικής άνθησης, ο πυρετός του κέρδους δεν επιτρέπει ψύχραιμες παρατηρήσεις για τον αν αναλώνεται το κεφάλαιο. Στην ανοδική σπείρα κανείς δεν τολμά να μειώσει ταχύτητα από το φόβο του ανταγωνισμού, και οι περισσότεροι δεν θέλουν καν να σκέφτονται την περίπτωση η ταχύτητα αυτή να διατηρείται από την ανάλωση ζωτικών πόρων, που δεν αναπληρώνονται. Προφανώς μια τέτοια η κατάσταση μακροπρόθεσμα θα αντιστρέψει τη σχέση κόστους/απόδοσης, και θα έρθει η πτώση. Πολύ απλά, αν οι περιβαλλοντικές ποιότητες φθαρούν τότε οι πελάτες/τουρίστες θα πάψουν να επιθυμούν τον τόπο, και η οικονομία του τουρισμού θα σβήσει αφήνοντας πίσω στάχτες.

Ο φαύλος κύκλος της πτώσης των τιμών

Μια απάντηση στο αν κινδυνεύει η Λευκάδα από τέτοια φθορά δίνει η παρατήρηση της εξέλιξης του χώρου προβεβλημένων σημείων προσέλκυσης τουριστικού κεφαλαίου και κατανάλωσης. Όπως για παράδειγμα είναι ο κόλπος του Νυδριού. Εδώ έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η σχέση της ακτής με το νησί του Σκοπριού. Η επιτυχία του τόπου στην τουριστική αγορά πηγάζει από την δικαιολογημένη φήμη του σαγηνευτικού παρθένου τοπίου το οποίο μυθοποιήθηκε με ιστορίες για Κροίσους και μεγιστάνες. Είναι εμβληματική η εικόνα με τα απάνεμα νερά όπου τα κότερα πλέουν νωχελικά ανάμεσα σ’ ονειρεμένα ακρογιάλια, νησάκια και κόλπους με ψαροχώρια αμόλυντα, πνιγμένα στο πράσινο και το γαλάζιο. Ωστόσο η εικόνα αυτή έχει ήδη ηλικία μισού αιώνα, και έκτοτε δεν έμεινε αναλλοίωτη.

Σήμερα, στο μεν Σκορπιό, επιβιώνει και αναβιώνει ο μύθος του αμύθητου πλούτου. Όμως στην απέναντι ακρογιαλιά και στο Νυδρί δεν έχει απομείνει σχεδόν τίποτε από τις παλιές αυθεντικές ποιότητες. Εκεί βρίσκεται μια συνηθισμένη λουτρόπολη με όλα τα τυποποιημένα χαρακτηριστικά του μαζικού τουρισμού. Η γρήγορη και εν πολλοίς άναρχη ανάπτυξη εκδηλώθηκε στο χώρο με λύσεις εκ των ενόντων και πρόχειρες. Ακόμη και σήμερα δεν έχει λήξει ο αγώνας για καταστολή ρύπων όπως η σκόνη, τα καυσαέρια και ο θόρυβος. Το αποτέλεσμα της εκρηκτικής μεγέθυνσης του κτισμένου χώρου απέδωσε την εικόνα ενός συνονθυλεύματος από μπετό, αλουμίνιο, και πλαστικό, που το καλοκαίρι αναμειγνύονται με αυτοκίνητα και μηχανάκια, τραπεζοκαθίσματα και ευτελή είδη θαλάσσης. Σήμερα, την πολεοδομική και αρχιτεκτονική ασυναρτησία δεν μπορεί να την αντιμετωπίσει καμιά επιμέρους μορφολογική παρέμβαση, ούτε στο ιδιωτικό ούτε στο δημόσιο πεδίο. Σε αυτό το πληγωμένο περιβάλλον οι σποραδικές προσπάθειες μέσω της αρχιτεκτονικής, όσο φιλότιμες και αν είναι, δεν μπορούν να δώσουν στο αστικό τοπίο εκείνο το χαρακτήρα και την ταυτότητα που θα τη θυμάται ο επισκέπτης με νοσταλγία.

Η απογοητευτική περιβαλλοντική επίδοση στον κόλπο του Νυδριού, όπου μετά από τόσα χρόνια ανάπτυξης έχει εξοστρακιστεί κάθε γοητεία από το μύθο του Σκορπιού και της ονειρεμένης ακτογραμμής, είναι ερώτημα για μελέτη. Η μελέτη του φαινομένου χρειάζεται επειδή ακριβώς δεν είναι εύκολα κατανοητή η κατασπατάληση του περιβαλλοντικού κεφαλαίου. Μια πιθανή ερμηνεία είναι ότι το κυρίαρχο ρεύμα της τουριστικής οικονομίας και ο ανταγωνισμός δεν επέτρεψαν στους επιχειρηματίες και επαγγελματίες του τουρισμού να διατηρήσουν το πολύτιμο κεφάλαιο του τόπου, μολονότι θα το επιθυμούσαν. Απ’ αυτή την άποψη, η παρόμοια κατάσταση στην οποία έχουν οδηγηθεί αρκετές κτισμένες παραλίες της Λευκάδας, όπως και οι περισσότερες στην Ελλάδα, είναι μάλλον αναπόφευκτη.

Το ανησυχητικό είναι ότι διατηρείται η τάση που εξισώνει εξαιρετικού κάλλους παραθαλάσσια τοπία με αστικές υποβαθμισμένες παραλίες, όπως είναι μερικές της Αττικής, όπου το κυκλοφοριακό χάος και οι παραγκοειδείς κατασκευές για προχειροστημένες καφετέριες και ψαροταβέρνες εκφράζουν την δημογραφική παλίρροια και την άναρχη πολεοδομική εξάπλωση της πρωτεύουσας. Επειδή όμως οι συνθήκες του αστικού κέντρου δεν συντρέχουν στην περιφέρεια, η παρατηρούμενη εκεί διατήρηση των τάσεων υποβάθμισης μπορεί να εξηγηθεί από τις συνθήκες της τοπικής αγοράς. Η βαθύτερη αιτία της κατάπτωσης τοπίων όπως ο κόλπος του Νυδριού είναι πιθανότατα το γεγονός ότι εκεί εξακολουθεί να πωλείται το συγκεκριμένο τουριστικό προϊόν για το οποίο η περιβαλλοντική φθορά δεν είναι κρίσιμη παράμετρος. Είναι χαρακτηριστικό το φαινόμενο που παρατηρείται στη Λευκάδα, όπου οικογένειες από τα Σκόπια και τη Βουλγαρία κατεβαίνουν για μπάνια κουβαλώντας μαζί τους ακόμη και τα βασικά είδη διατροφής που θα καταναλώσουν όσο θα μείνουν στο νησί. Στο βαθμό που αυτή η παρατήρηση γενικεύεται τότε η οικονομία του τουρισμού στη Λευκάδα έχει ήδη μπει στην καθοδική σπείρα του αποπληθωρισμού, που επιδεινώνεται από την κρίση.

Όπως και στην περίπτωση της ανοδικής πορείας έτσι και εδώ ο φόβος του ανταγωνισμού δεν επιτρέπει στους επιχειρηματίες να κάνουν επενδύσεις βελτίωσης της ποιότητας, αλλά αντίθετα πιέζοντας για μείωση του κόστους οδηγεί στην κατάπτωση της ποιότητας. Έτσι οι πιο φτηνές υπηρεσίες γίνονται ελκυστικές για ακόμη πιο φτωχούς πελάτες που απαιτούν ακόμη πιο φτηνές υπηρεσίες, και ούτω καθεξής. Αυτός είναι ένας φαύλος κύκλος ανταγωνισμού προς τα κάτω, που αποτρέπει κάθε προσπάθεια διάσωσης του περιβαλλοντικού κεφαλαίου.

Σ’ αυτή την κάθοδο η Λευκάδα έχει ένα επιπλέον μειονέκτημα, το οποίο δυστυχώς θεωρείται ως πλεονέκτημα από πολλούς. Πρόκειται για την οδική πρόσβαση. Στη συνήθη περίπτωση του νησιωτικού τουρισμού τα εισιτήρια του ταξιδιού είναι μια επιπλέον επιβάρυνση, ενίοτε υπολογίσιμη. Έτσι, νησιά όπως τη Σαντορίνη για παράδειγμα, τη περιλαμβάνουν στους σχεδιασμούς τους για διακοπές εκείνοι για τους οποίους στα έξοδα του πλοίου ή του αεροπλάνου δεν είναι πρόβλημα. Αυτή η άνεση για επιπλέον έξοδα ταξιδιού αρκεί για να ανεβάσει τον πήχη των εισοδημάτων στα οποία απευθύνονται νησιά όπως η Σαντορίνη. Έτσι η δυσκολία πρόσβασης που ανεβάζει τον πήχη στις Κυκλάδες και στα Δωδεκάνησα, τον κατεβάζει στη Λευκάδα, καθώς εκεί είναι το νησί το οποίο μπορεί να επισκεφθεί κάποιος χωρίς να πληρώσει φεριμπόουτ. Επομένως το μήνυμα στην αγορά είναι απλό: Η Λευκάδα υπόσχεται φτηνό τουρισμό και αναμενόμενα χαμηλές απαιτήσεις ποιότητας.

Το αδιέξοδο

Οι παραπάνω διαπιστώσεις δεν είναι καινοφανείς. Τα προβλήματα είναι πασίγνωστα στη Λευκάδα και οι σχετικές αναλύσεις ακούγονται εδώ και χρόνια. Ειδικά το αίτημα της ποιότητας στη Λευκάδα το έχουμε επισημάνει εδώ και πολύ καιρό, ήδη πριν ξεσπάσει η κρίση. Επικρίναμε σφοδρά το κυρίαρχο υπόδειγμα ανάπτυξης του Τουρισμού, την αλόγιστη οικιστική επέκταση, την ανεξέλεγκτη χρήση του αυτοκινήτου, τη φθορά του φυσικού περιβάλλοντος, την περιφρόνηση των μνημείων του πολιτισμού, την αισθητική πενία κλπ. Προτείναμε προγράμματα αναπλάσεων για τους οικισμούς, καλλιεργήσαμε και την ιδέα ότι η λεγόμενη βιωσιμότητα μπορεί να δώσει λύσεις.

Ωστόσο δεν έγιναν αυτά που έπρεπε την εποχή των παχέων αγελάδων. Τώρα που οι δημόσιες επενδύσεις εκλείπουν, τα πράγματα φαίνονται εντελώς αποκαρδιωτικά. Οι ελπίδες για ιδιωτικές επενδύσεις είναι βεβαίως ζωντανές, μολονότι εξαρτώνται από τη γενικότερη οικονομική κατάσταση. Ωστόσο ακόμη και αν εμφανίζονται σποραδικά ιδιωτικές επενδύσεις, αυτές κατευθύνονται στη δημιουργία κλειστών νησίδων ποιότητας, που δεν επικοινωνούν με το περιβάλλον. Πρόκειται για καλά οργανωμένους χώρους με -ενδεχομένως υψηλού επιπέδου σχεδιασμό- που απομονώνονται από το δημόσιο χώρο. Αυτή είναι πλέον γενικευμένη πρακτική, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά παγκοσμίως. Εν τω μεταξύ ο δημόσιος χώρος αφήνεται στην τύχη του και καταρρέει.

Σε αυτό το αποθαρρυντικό πλαίσιο είναι αναμενόμενη η επιδείνωση της κατάστασης. Γι’ αυτό στην περίμετρο του νησιού δεν νομίζω ότι μπορούμε να περιμένουμε μεταμορφώσεις βελτίωσης της ποιότητας, προς το παρόν τουλάχιστον, εκτός αν άμεσα αναληφθούν πρωτοβουλίες δραστικές, από δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς που θα συμπαρασύρουν μαζικά την κοινωνία.

Σε αναζήτηση διεξόδου

Παρά ταύτα ενθαρρυντική προοπτική υποδεικνύει η εμπειρία μιας διαφορετικής πρωτοβουλίας. Στον Αλέξανδρο Λευκάδας καλλιεργείται κατά τα πέντε τελευταία χρόνια ο προβληματισμός για εναλλακτικές προσεγγίσεις της ανάπτυξης. Εδώ η διαφορά που επισήμανα παραπάνω, ανάμεσα στην περίμετρο και το εσωτερικό, έχει ήδη περιγραφεί επανειλημμένα, και νομίζω ότι βιώνεται αβίαστα, αφού δεν υπάρχει καλλίτερη απεικόνισή της από το δίπολο: Αλέξανδρος – Νικιάνα, όπου οι δυο οικισμοί απεικονίζουν δύο διαφορετικές προσεγγίσεις του περιβάλλοντος, ενώ ανήκουν στον ίδιο σχεδόν πληθυσμό ανθρώπων. Επομένως το παράδειγμα του Αλεξάνδρου θέτει το ερώτημα για τις σημασίες που προσφέρει το εσωτερικό του νησιού στον προβληματισμό για την ανάπτυξη.

Τι λοιπόν μπορεί να προσφέρει το ορεινό εσωτερικό; Όπως θα δείξω στη συνέχεια, μπορεί να προσφέρει ποιότητες που δεν χάνουν την αξία τους, που δεν επηρεάζονται από την καθοδική σπείρα του αποπληθωρισμού.

Ζητήματα αρχών μιας εναλλακτικής πρότασης

Η υπόθεση εργασίας για μια εναλλακτική αναπτυξιακή πρόταση θεμελιωμένη στα πλεονεκτήματα που διαθέτει το εσωτερικό του νησιού είναι ότι η ορεινή Λευκάδα:
(α) διαθέτει ακόμη σχετικά άθικτο περιβαλλοντικό κεφάλαιο, και
(β) στο εσωτερικό του νησιού μπορεί να βρεθεί ο δεσμός εκείνος που συνδέει περιβάλλον και ανθρώπους με δημιουργική σχέση σεβασμού και αγάπης.

Αυτός ο δεσμός προφανώς βρίσκεται στον Πολιτισμό και επομένως η ζητούμενη ποιοτική διαφοροποίηση με τα αναπτυξιακά τεκταινόμενα της περιμέτρου του νησιού, θα είναι Πολιτιστική. Εδώ όμως ο Πολιτισμός δεν εννοείται ως το πολιτιστικό προϊόν που πωλείται στην τουριστική αγορά -αρχαιότητες, μουσικές εκδηλώσεις και θεάματα του συρμού, τοπικά προϊόντα και είδη «λαϊκής τέχνης» κλπ- αλλά ως τρόπος του βίου και κοινωνίας ανθρώπων, οι οποίοι ζούν σε αρμονία μεταξύ τους, και με το φυσικό και κτισμένο περιβάλλον τους.

Πρόκειται για μια θεώρηση του Πολιτισμού ως πλαισίου καλλιέργειας -διατήρησης και δημιουργίας- αυθεντικών μορφών και εμπειριών. Η αυθεντικότητα αποτελεί πλεονέκτημα με οικονομικές συνέπειες διότι καθιστά περιβάλλον, προϊόντα και υπηρεσίες επιθυμητά στους ξένους επισκέπτες. Αποτελεί κοινή παρατήρηση ότι ένα μεγάλο και αυξανόμενο μέρος της υψηλού επιπέδου ζήτησης προέρχεται από ταξιδιώτες που θέλουν να βιώνουν τη γνήσια ιδιαιτερότητα του τόπου που επισκέπτονται. Με βάση αυτή την παρατήρηση μπορεί να αναθεωρηθεί η κοινή αντίληψη για τη μαζική τουριστική αγορά και να επανεκτιμηθεί η υψηλή ποιότητα των αυθεντικών μορφών ως αξία ανώτερη των χωρίς ταυτότητα παγκοσμιοποιημένων καταναλωτικών προϊόντων.

Σύμφωνα με αυτή την αρχή ποιότητας, πρέπει να βρεθούν και να εφαρμοστούν τρόποι καλλιέργειας των ζητουμένων αυθεντικών μορφών και εμπειριών Πολιτισμού. Επομένως προκύπτουν ερωτήματα: Αυτοί οι τρόποι θα βρεθούν στα επιτεύγματα του παρελθόντος; Στο φυσικό περιβάλλον; Ή μήπως στις συνειδήσεις των ανθρώπων; Ποια είναι η πρώτη ύλη στην οποία θα ασκηθούν οι δημιουργικές δυνάμεις του πληθυσμού, χωρίς σκοπιμότητα εκμετάλλευσης, χωρίς άγχος βραχυπρόθεσμης απόδοσης, χωρίς διάθεση κατανάλωσης του κεφαλαίου αυτής της πρώτης ύλης;

Η προφανής απάντηση υποδεικνύει τον φυσικό και αρχιτεκτονικό πλούτο του τόπου: Κτίρια, δημόσιους χώρους, δάση, δρόμους και μονοπάτια, τα μνημεία του τόπου. Όλα αυτά βεβαίως υπήρξαν επανειλημμένα αντικείμενο αναφοράς και σχολιασμού στις προηγούμενες ‘’Συναντήσεις του Αλεξάνδρου’’. Παρέμειναν ωστόσο, κάπως αφηρημένα και θεωρητικά ως προς την ένταξή τους σε ένα εφαρμόσιμο ρεαλιστικό πρόγραμμα. Στο μεταξύ υπήρχε διαθέσιμο ένα στοιχείο ιδιαίτερα ταιριαστό με αυτό τον προβληματισμό, που δεν είχε εκτιμηθεί έως τώρα ανάλογα με την αξία του. Πρόκειται για ένα λανθάνον κεφάλαιο με όλα τα χαρακτηριστικά του πολιτιστικού θησαυρού, χαρακτηριστικά φυσικά και χαρακτηριστικά συμβολικά, και επιπλέον ένα στοιχείο που ενοποιεί ολόκληρο το ορεινό εσωτερικό του νησιού.Αυτό το στοιχείο ανασύρεται τώρα ως ιδανική πρώτη ύλη για την διαμόρφωση μιας πρότασης ενός εναλλακτικού προτύπου ανάπτυξης, με περιβαλλοντικό και ηθικό πλεονέκτημα.Αυτό το στοιχείο είναι τα Μοναστήρια της Λευκάδας

Το Δίκτυο των Μοναστηριών της Λευκάδας

Στους κατοίκους και μελετητές του νησιού είναι γνωστό ότι υπάρχουν διάσπαρτα στην ενδοχώρα ερείπια από εκκλησίες και συγκροτήματα που παλιότερα συνιστούσαν οργανωμένες Μονές, τα οποία εδώ και πολλές δεκαετίες έχουν εγκαταλειφθεί. Ιστορικοί και ερευνητές έχουν καταγράψει αρκετές τέτοιες εγκαταστάσεις εκ των οποίων μια δεκάδα τουλάχιστον διατηρεί ακόμη ξεκάθαρα τα ίχνη της ορθόδοξης μοναστηριακής τυπολογίας. Αυτά τα συγκροτήματα είναι διασκορπισμένα στην ορεινή ενδοχώρα του νησιού, άλλοτε συνδεδεμένα με οικισμούς, άλλοτε ενσωματωμένα στο φυσικό τοπίο, και πληρούν απολύτως τις προϋποθέσεις που έθεσα παραπάνω, διότι αποτελούν και εξαιρετικό περιβαλλοντικό κεφάλαιο και πολιτιστικό κεφάλαιο. Ως προς το πρώτο, το περιβαλλοντικό, η αξία βρίσκεται στο ότι τα ερειπωμένα μοναστήρια αποτελούν αρχιτεκτονικά μνημεία που σταδιακά εντάχθηκαν στο φυσικό τοπίο και έγιναν μέρος των ποιοτήτων του. Σήμερα τα βρίσκουμε σε απόμερες γωνιές του τοπίου, σε απομακρυσμένες διαδρομές, ευχάριστες για πεζοπορία, μέσα σε δάση και ελαιώνες, σε απροσδόκητες θέσεις σε πλαγιές και ρεματιές.

Το δεύτερο σκέλος, το πολιτισμικό, είναι ακόμη πιο ενδιαφέρον, διότι τα Μοναστήρια της Λευκάδας είναι από ιστορική άποψη στενά δεμένα με τον τοπικό πολιτισμό. Υπήρξαν βασικές οικονομικές μονάδες της αγροτικής ενδοχώρας, και λειτούργησαν με τρόπο ώστε να θεωρούνται υποδείγματα οικονομικής αυτάρκειας και βιωσιμότητας, ενώ ήταν κέντρα πνευματικής και πολιτιστικής δραστηριότητας. Απ’ ότι φαίνεται από τον 16ο έως τον 19ο αιώνα, τα Μοναστήρια στη Λευκάδα έγιναν παράγοντες ενίσχυσης περισσότερο, παρά καταπίεσης του αγροτικού πληθυσμού – όπως ενδεχομένως συνέβη αλλού- καθώς λειτουργούσαν σε σχέση αμοιβαίας υποστήριξης με τις τοπικές κοινωνίες, αναβαθμίζοντας έτσι το επίπεδο διαβίωσης παράλληλα με την πνευματική και πολιτιστική τροφοδοσία που παρείχαν.

Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που τους προσέδωσε η ιστορία παρακινούν σε προβληματισμούς και συζήτηση για σύγχρονους εναλλακτικούς τρόπους βιώσιμης ανάπτυξης στην κοινωνία και οικονομία. Και επιπλέον, η πνευματική ρίζα που διαθέτουν είναι σπάνιο πλεονέκτημα για τη συγκρότηση μιας πρότασης ανάπτυξης όπως την περιέγραψα παραπάνω. Πρόκειται για μια πραγματική ρίζα Πολιτισμού, αφού παρά την ερείπωσή τους τα μοναστήρια εξακολουθούν να σημαίνουν νοήματα τα οποία αγγίζουν τις συνειδήσεις των ανθρώπων. Και υποδεικνύουν σταθερές ανθρώπινες αξίες αντί του γρήγορου εφήμερου κέρδους.

Από τη μεγάλη ομάδα ερειπωμένων συγκροτημάτων που είναι διασκορπισμένα σε όλη την έκταση της ενδοχώρας του νησιού επιλέγονται για την πρόταση, εννέα. Κριτήρια επιλογής είναι η ιστορική σημασία, ο βαθμός ανταπόκρισης στον αρχιτεκτονικό μοναστηριακό τύπο, και το επίπεδο διατήρησης του συγκροτήματος. Έτσι στην πρόταση περιλαμβάνονται καταρχήν οι εξής μονές:

1. Υπεραγίας Θεοτόκου Οδηγήτριας, Απόλπαινα
2. Αγίου Ιωάννη Προδρόμου, Λιβαδίου Καρυάς
3. Ησυχαστήριο Αγίων Πατέρων
4. Αγίου Γεωργίου, Σκάρων Αλεξάνδρου
5. Ευαγγελιστρίας / Κόκκινη Εκκλησία, Πλατυστόμων
6. Αγίου Ασωμάτου Μιχαήλ, Βαυκερή
7. Αγίου Ιωάννη Θεολόγου, Ροδακίου Βουρνικών
8. Αγίου Γεωργίου, Μπισά Μαραντοχωρίου
9. Αγίου Νικολάου, Ιράς

Στην ουσία η πρόταση είναι ένα δίκτυο τόπων ενδιαφέροντος στο εσωτερικό του νησιού. Τα μοναστήρια ως μνημεία μέσα στο φυσικό τοπίο, περισσότερο ή λιγότερο προσιτά, αποτελούν τους κόμβους ενός ενιαίου δικτύου που θα χαρακτηρίζει την ενδοχώρα. Αναμφίβολα αυτό το δίκτυο μπορεί να ενσωματώσει ως συμπληρωματικούς κόμβους και τα υπόλοιπα σημεία ενδιαφέροντος του νησιού που έχουν παρόμοιο περιβαλλοντικό ή μνημειακό χαρακτήρα.

Κάστρο – Αγία Μαύρα
Γύρα-Μύλοι
Φαράγγι Μέλισσας
Αλυκές Αλεξάνδρου
Σκάροι
Καταρράκτες
Οροπέδιο Εγκλουβής – Βόλτοι
Κόλπος Νυδριού
Κόλπος Συβότων κ.ά.

Αυτό το διευρυμένο σύνολο κόμβων για να λειτουργήσει απαιτεί δεσμούς επικοινωνίας. Οι οδικές συνδέσεις υπάρχουν, ωστόσο σ’ αυτή την περίπτωση καταλληλότερη λύση δεν είναι η ενίσχυση της κυκλοφορίας των αυτοκινήτων. Αντίθετα μια φιλική προς το περιβάλλον και τα μνημεία διασύνδεση είναι ένα εκτεταμένο δίκτυο εναλλακτικών διαδρομών μέσα από το φυσικό τοπίο, οι οποίες θα προσφέρονται για ποδήλατο και πεζοπορία.

Τα μονοπάτια

Το ζήτημα των μονοπατιών έχει ξανασυζητηθεί στη Λευκάδα και έχουν γίνει προτάσεις. Υπάρχει μια τουλάχιστον μελέτη της Νομαρχιακής αυτοδιοίκησης που προβλέπει πεζοπορικές διαδρομές σε ενδιαφέροντα τοπία σε διάφορες περιοχές του νησιού. Αυτές είναι τμήματα παλιών μονοπατιών, μήκους λίγων χιλιομέτρων συνήθως, που όμως δεν συνδέονται μεταξύ τους, ούτε συνδέουν διαφορετικούς τόπους ενδιαφέροντος. Η παρούσα πρόταση προβλέπει ένα πολύ μεγαλύτερο, πλήρες και συνεχές δίκτυο που ενσωματώνει όλες εκείνες τις μικρές διαδρομές, και συνδέει τους κόμβους των μοναστηριών και των λοιπών προορισμών. Έτσι διασυνδεδεμένοι κόμβοι, δρόμοι και μονοπάτια που ήπια διασχίζουν την ενδοχώρα, υφαίνουν νέο ιστό ανάπτυξης που απλώνεται και αγκαλιάζει ολόκληρη την ορεινή Λευκάδα. Στο προτεινόμενο δίκτυο μπορεί κάποιος κινούμενος μόνο εντός αυτού, να περιηγηθεί σε ολόκληρο το νησί.

Το Δίκτυο των Μοναστηριών της Λευκάδας

Η πρόταση βεβαίως εμβαθύνει στα ίδια τα μοναστήρια, τα οποία πρέπει να αναβιώσουν ώστε να γίνουν ζωντανοί κόμβοι του δικτύου. Αναμφίβολα προηγείται η εκκλησιαστική τους υπόσταση. Η Μητρόπολη πρέπει – ήδη το κάνει- να ανοίξει τα καθολικά για λειτουργίες. Προφανώς τα πανηγύρια θα είναι ευεργετικά εφόσον διατηρούν ποιοτικό επίπεδο στις παράπλευρες εκδηλώσεις τους. Θεωρείται ευτυχής εξέλιξη το να εγκατασταθούν εκεί μόνιμα και μοναχοί ή μοναχές, διότι έχει αποδειχθεί ότι τα μνημεία διατηρούνται πολύ καλλίτερα όταν λειτουργούν ως ζωντανοί χώροι κατοίκησης και ειδικότερα όταν αναβιώνει η αρχική τους χρήση για την οποία ήταν σχεδιασμένα. Ήδη αυτό συμβαίνει στον Άγιο Νικόλαο Νηράς.

Στις περισσότερες περιπτώσεις όμως, όπου η επανακατοίκηση δεν είναι εφικτή μπορούν να εισαχθούν χρήσεις πολιτιστικές με βάση τον χαρακτήρα και την ιστορία των ίδιων των μονών. Προτείνονται μικρά μουσεία για παράδειγμα που θα παρουσιάζουν τον πνευματικό και πολιτιστικό ρόλο των μοναστηριών, καθώς και το ρόλο τους στην αγροτική οικονομία. Καταρχήν ο ερειπιώδης χώρος των μονών συνιστά από μόνος του ανοικτό μουσείο. Στον Αγιο Ιωάννη στο Ροδάκι Βουρνικών τα ερείπια της μονής είναι και αρχαιολογικός χώρος. Στον Άγιο Γεώργιο Σκάρων, στον Άγιο Ασώματο Βαυκερής και αλλού τα τεκμήρια της αγροτικής οικονομίας είναι ακόμη ορατά (στέρνες, εργαστήρια κλπ).

Μια άλλη δυνατότητα παιδείας και πολιτισμού είναι η περιβαλλοντική. Η εξαιρετικά καλή σχέση των μοναστηριών με τη φύση δίνει την ευκαιρία για εκπαιδευτικές δράσεις με τη λειτουργία μουσείων περιβάλλοντος, ανοικτών ή στεγασμένων. Προφανώς υπάρχουν πολλές ακόμη δυνατότητες.

Η ιστορία της Λευκάδας λοιπόν θα μπορούσε να βρεί ιδανικούς χώρους για την παρουσίασή της σε μικρά σύγχρονα διαδραστικά μουσεία -για παράδειγμα σε μοναστήρια όπως ο Άγιος Ιωάννης στο Λιβάδι Καρυάς, που ήταν κάποτε το μεγαλύτερο μοναστήρι του νησιού συνδεδεμένο στενά με την ιστορία του. Η Οδηγήτρια είναι καθαρά βυζαντινό μνημείο, το σημαντικότερο του είδους του στο νησί. Εκεί, όπως και στα περισσότερα καθολικά υπάρχουν αξιόλογες αγιογραφίες. Έτσι το δίκτυο μπορεί να γίνει μια περιδιάβαση στην τέχνη, στη ζωγραφική και την αρχιτεκτονική.

Όλα τα μοναστήρια συνδέονται με ένα ή περισσότερους γειτονικούς οικισμούς. Επομένως μπορούν να συνδυαστούν με την παρουσίαση τοπικών αγροτικών ή άλλων προϊόντων. Στη Λευκάδα υπάρχουν δραστήριες επιχειρήσεις σε αυτό τον τομέα όπως είναι τα οινοποιία. Τα οινοποιία και άλλες επιχειρήσεις θα μπορούσαν να ενταχθούν στο δίκτυο εμπλουτίζοντας τις εμπειρίες του επισκέπτη. Έτσι το δίκτυο επεκτεινόμενο προς τους οικισμούς αναλαμβάνει την αποστολή να αναδείξει την ιδιαίτερη ταυτότητα του νησιού προβάλλοντας γηγενείς παραγωγικές δραστηριότητες.

Υλοποίηση του Δικτύου

Προφανώς μια τέτοια πρόταση περιλαμβάνει έργα και κατάλληλες παρεμβάσεις. Καταρχήν πρέπει να οριστούν οι χώροι και οι διαδρομές. Κατόπιν πρέπει να γίνουν προγράμματα προστασίας με μέτρα και έργα σωστικά, κτιρίων και τοπίου. Ακολουθούν οι κατάλληλες διαμορφώσεις των υπαίθριων χώρων για στάση και για τη στοιχειώδη εξυπηρέτηση συγκέντρωσης κοινού. Μεγάλο μέρος του συνολικού προγράμματος έργων είναι οι αποκαταστάσεις των κυρίων μνημείων, δηλαδή των καθολικών, που μπορεί να επεκταθούν και στους λοιπούς χώρους υποστήριξης, στα κελιά κ.λ.π.

Προηγούνται βεβαίως παρεμβάσεις για τη λειτουργία των μονών (κελιά διαμονής μοναχών & λοιπές υποστηρικτικές εγκαταστάσεις) εφόσον -και όπου- υπάρξει σχετικό ενδιαφέρον.Βεβαίως αυτό το ενδιαφέρον εκδηλώνεται κεντρικά, από τη Μητρόπολη που έχει ήδη αναλάβει πρωτοβουλίες και ήδη έχει προβεί σε μεμονωμένες παρεμβάσεις. Για τα περισσότερα συγκροτήματα υπάρχουν ή εκπονούνται μελέτες οι οποίες εστιάζουν στην αποκατάσταση μέρους των κτιρίων. Εκκρεμούν εγκρίσεις και γίνονται προσπάθειες για χρηματοδοτήσεις.

Βεβαίως αν κάποτε εφαρμοζόταν το προτεινόμενο πρόγραμμα του ‘’Δικτύου των Μοναστηριών’’ θα έπρεπε να προβλεφθούν μελέτες και έργα για το σύνολο του μοναστηριακού περιβάλλοντος, και όχι μόνο για την αποκατάσταση παλιών κτιριακών εγκαταστάσεων. Σημασία έχουν, η προστασία και οι διαμορφώσεις του τοπίου, η ανασηματοδότηση των καθολικών και άλλες απαραίτητες παρεμβάσεις για την παρουσία προσκυνητών και επισκεπτών, για τα μουσεία με τους εκθεσιακούς χώρους, τις αποθήκες, την υποστήριξη κλπ. Όλα αυτά, αν γίνονταν, θα έπρεπε να γίνουν με ιδιαίτερα προσεκτικά βήματα, μετά από σοβαρές μελέτες. Προφανώς θα έπρεπε να συνοδευτούν και με τα κατάλληλα έργα για δίκτυα ύδρευσης/αποχέτευσης/ενέργειας, για τη διαχείριση των απορριμμάτων, και φυσικά για τη διαχείριση προσβάσεων των τροχοφόρων, επίσης με την αρμόζουσα φειδώ και προσοχή στην σχέση του φυσικού τοπίου και των μνημείων με τους δρόμους και τους χώρους στάθμευσης.

Ένα τέτοιο έργο είναι προφανώς μακροπρόθεσμο. Καταρχήν είναι ένα όραμα και προϋποθέτει μια στρατηγική επιλογή για το αναπτυξιακό μέλλον του νησιού. Επομένως πρέπει να συζητηθεί, να αναλυθεί, να διυλιστεί από τους ενδιαφερόμενους, για τις απαιτήσεις του και τις συνέπειές του. Ωστόσο σήμερα αποτελεί ερώτημα το ποιοί είναι οι ενδιαφερόμενοι. Τυπικά μέχρι στιγμής είναι μόνο η Μητρόπολη. Θα μπορούσαν να είναι επίσης οι τοπικές κοινότητες, ο Δήμος, καθώς και πολίτες με σχετικές ευαισθησίες. Σε κάθε περίπτωση -αν υπάρξουν ενδιαφερόμενοι- πρέπει να γνωρίζουν ότι ένα τέτοιο έργο στρατηγικής, εκτός από μακροπρόθεσμο που είναι, απαιτεί συνεργασίες και συναινέσεις.

Είναι έργο συμμετοχής, και μόνο με την ενεργοποίηση των τοπικών κοινωνιών μπορεί να επιτευχθεί. Η συμμετοχή κατά τη γνώμη μου είναι όρος ρεαλισμού, λαμβανομένης υπόψην της θεσμικής και της οικονομικής πλευράς του εγχειρήματος. Η συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών είναι ουσιώδες μέρος της πρότασης, αφού όπως ετέθη εξ’ αρχής πρόκειται για έργο πολιτισμού και όχι εμπορίου, αφορά τους ανθρώπους, τις αξίες και τις σχέσεις τους και όχι αναγκαστικά το χρήμα. Διότι στη βάση της πρότασης βρίσκεται η πεποίθηση ότι ο οικονομίστικος προσανατολισμός προς το τυφλό κέρδος είναι αδιέξοδος, ενώ η επιδίωξη καθαρά ανθρώπινων αξιών θα φέρει την κοινωνία πιο κοντά στην ευημερία.

* Ο Ανδρέας Λαμπρόπουλους ειναι Αρχιτέκτονας(Δρα Ε.Μ.Π.). Το παραπάνω κείμενο ήταν η εισήγηση του στην Ε’ Συνάντηση Αλεξάνδρου.

Προηγουμενο αρθρο
Πνιγμός 42χρονου στο Κάθισμα Λευκάδας (ανανέωση)
Επομενο αρθρο
Το Νυδρί από το 1952 μέχρι το 1970

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *