HomeΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣΜαρία Πολυδούρη: Μια γυναίκα ελεύθερη, περήφανη κι ανυπότακτη

Μαρία Πολυδούρη: Μια γυναίκα ελεύθερη, περήφανη κι ανυπότακτη

Γιατί μ’ αγάπησες

Δεν τραγουδώ, παρά γιατί μ’ αγάπησες
στα περασμένα χρόνια.
Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα
και σε βροχή, σε χιόνια,
δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες.

Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου
μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα,
μόνο γι’ αυτό είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο
κι έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα,
μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.

Μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν
με την ψυχή στο βλέμμα,
περήφανα στολίστηκα το υπέρτατο
της ύπαρξής μου στέμμα,
μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν.

Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα
γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη
στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη
μένα η ζωή πληρώθη.
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα.

Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες
έζησα, να πληθαίνω
τα ονείρατά σου, ωραίε, που βασίλεψες
κι έτσι γλυκά πεθαίνω
μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες.

(Οι τρίλιες που σβήνουν, 1928)

10

Από τα τραγούδια της Μαρίας δεν ήξερα κι ακόμα δεν πολυξέρω παρά μόνο ένα τραγούδι, εκείνο που καθιέρωσε τον έρωτά της στον αγαπημένο της που δεν υπήρχε πια, αυτό που λέγεται «Γιατί μ’ αγάπησες» και που ‘φτανε για την ψυχή μου, γιατί η λυρική γυναικεία της φωνή ανέβαινε σε τούτο το τραγούδι με την καθαρότητα ενός αηδονίσιου τραγουδιού μέσα στη νύχτα που ολοένα υψωνόταν κυρίαρχη γύρωθε κι απάνωθέ της μ’ όλα τα σκότη, αλλά και μ’ όλα της τα’ αστέρια ακόμα, λέει ο Άγγελος Σικελιανός για την Μαρία Πολυδούρη.

Η Μαρία Πολυδούρη γεννήθηκε στην Καλαμάτα την 1η Απριλίου του 1902. Έζησε μια ανήσυχη ζωή χωρίς ψευδαισθήσεις κι αυταπάτες βίωσε το πάθος και τον πόνο του έρωτα, της ζωής και του θανάτου.

10a

Ήταν χαρακτήρας ελεύθερος, ατίθασος, ανυπότακτος, ήταν περήφανη και γενναία. Ανήκει στη γενιά των νεορεαλιστών, νεορομαντικών ποιητών και η ποίηση της χαρακτηρίζεται από πηγαίο λυρισμό και ειλικρίνεια συναισθημάτων. Βασικοί πόλοι της ποίησής της, ο έρωτας και ο θάνατος, με εμφανείς επιδράσεις από τον έρωτα της ζωής της Κώστα Καρυωτάκη αλλά και τα μανιάτικα μοιρολόγια.

Τα άπαντα της Μαρίας Πολυδούρη κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά στη δεκαετία του 1960 από τις εκδόσεις ΕΣΤΙΑ με επιμέλεια της συγγραφέως Λιλής Ζωγράφου.

11

Η Λιλή Ζωγράφου γράφει για την Μαρία Πολυδούρη ένα πολύ ωραίο κείμενο στο βιβλίο της «Κώστας Καρυωτάκης-Μαρία Πολυδούρη και η αρχή της αμφισβήτησης» και σας το παραθέτω.

Αχ, η ζωή ‘ναι ένας έρωτας κι ας έχει μέσα του και το θάνατο…
Και την καρδιά σου δεν τήνε χώραγε
μήτε στ’ αριστερά του ο κόρφος σου,
μήτε στην απαλάμη μου ο καημός.

Χάνα Χάιμ

Μερικοί άνθρωποι γεννιούνται ολότελα λυτρωμένοι από το φόβο, κι αισθάνονται σαν χαϊδεμένα παιδιά. Γεννημένοι πριν την ώρα τους, είναι αδύνατο να εγκλιματιστούν σ’ έναν κόσμο που τον έχουν ξεπεράσει. Μάταια αναζητούν κάτι να τους τρομάξει, ανοίγοντας τη μια πόρτα ύστερα από την άλλη. Παίζουν με τα σκοτάδια, με τους τρόμους των άλλων, με τις επιφυλάξεις ή τις αδυναμίες τους, αναζητώντας τη μεγάλη, «υποσχεμένη» έκπληξη. Ζούνε σε μέρες και μήνες τις συγκινήσεις που θα χρειαστούν, οι πολλοί , χρόνια να τις αγγίξουν και καταλύονται γρήγορα και σπάταλα, χωρίς να τρομάζουν, και φτάνουν στο θάνατο πεινασμένοι.
Η Μαρία Πολυδούρη ήταν απ’ αυτούς. Τίποτα δεν την τρόμαζε` ούτε ο θάνατος, ούτε η ξενιτιά, ούτε η θάλασσα. Αχ, η ζωή ‘ ναι ένας έρωτας κι ας έχει μέσα του και το θάνατο.

12

Αστραποβολούσε από ομορφιά, γλιστρούσε σα φως, τραγουδούσε μαγευτικά και σε καθήλωνε όσο μιλούσε, καθώς η φωνή της διατηρούσε τη μελωδικότητα μιας σβήνουσας νότας. Οι τέλειες γραμμές του προσώπου της καταλήγανε σ’ ένα μεγάλο φωτεινό μέτωπο και στον πιο ωραίο, τον πιο εκφραστικό λαιμό. Τα χέρια της τελειώνανε σε ολόλευκα και ήρεμα μακριά δάχτυλα. Το βάδισμα της δεν τ’ ακουες. Δεν ήξερε το θόρυβο . Και τα χείλη της είχανε μια ανάγλυφη προέχταση, πάντα διαψασμένη. Ένας παναισθησιακός τύπος, να τι ήταν η Μαρία Πολυδούρη. Αγαπούσε όλα τα στοιχεία, όλες τις εκδηλώσεις της ζωής, απ’ τις πιο χαρούμενες και θορυβώδεις ως τις πιο μυστικιστικές και ανείπωτες.

13

Τίποτα δεν πρέπει να γίνηκε πάνω σε τούτη τη γη έτσι τυχαία και άσκοπα` όλα είχανε τον προορισμό τους. Η θάλασσα! Γίνηκε για να τη χαρεί, να ευφρανθεί μεσ’ στα κύματά της. Μα ήταν στη Σωτηρία! Το ‘σκαγε και πήγαινε να κολυμπήσει. Δική της κι η νύχτα – κι οι αμμουδιές – κι ο χορός – κι η πεζοπορία- τα δάση κι ο έρωτας. Για όλα είχε τον εαυτό της να δώσει και ενθουσιασμό, για να τα χαρεί. Αγαπούσε να υπάρχει, λες κι ήτανε πρεσβευτής της ζωντανής ζωής. Γιατί η Μαρία πέθανε ζώντας. Πολύ λίγοι άνθρωποι πεθαίνουμε από ζωή. Συνήθως φοβούνται το θάνατο και ζούνε νεκρά, καθηλωμένοι σε μια αδράνεια πολύ λίγο καταλυτική. Δεν διανοούνται ποτέ πως η θάλασσα είναι ένα μερτικό ζωής. Κι άλλο μερτικό το δάσος` κι άλλο ένα το δέντρο, και πως μπορείς να σπαταληθείς πολύ αγαπώντας ένα δέντρο. Να περπατήσεις πέντε χιλιόμετρα, έτσι ασυλλόγιστα για να πας να το δεις. Και πως μπορείς να νιώσεις το ίδιο έντονα, σύρριζα ευτυχισμένος και γαλήνιος, καθώς τα μάτια σου θα δέχονται τις βελονιές της λάμψης του ήλιου ή των άστρων να διαπερνούν το φύλλωμά του.

14

Λίγοι άνθρωποι φθείρονται από αγιάτρευτη νοσταλγία για το φως το άπλετο, εκείνο το λευκό φως του ήλιου μας, που είναι ένας άλλος έρωτας. Κι ο ήλιος, όταν τρυπώνει και καψαλιάζει την επιδερμίδα σου, κι η θάλασσα, όταν γλιστράς μες’ στην πυκνότητά της είναι μια άλλη κατάκτηση, εξουσία και ηδονή.

Κι ακόμα πως, το ερωτικό πάθος, δεν είναι ένας μοναδικός άντρας ή μια μοναδική γυναίκα. Δεν είναι μια αιώνια τάξη μέσα σε ξεσκονισμένα έπιπλα, σαν αμετακίνητα και καθηλωμένα κάντρα. Ούτε κι η βεβαιότητα ότι μας αγαπούν. Έρωτας είναι η αβεβαιότητα η δική μας, και η λαχτάρα να λυτρωθούμε κάποτε από την ανεξαρτησία μας και να εξουσιαστούμε μέχρι την εξουθένωση, με την ελπίδα πως θα γλιτώσουμε έτσι από τη μοναξιά μας. Ο έρωτας δε έχει πρόσωπα ούτε και πίστη, μια και μείς που ερωτευόμαστε δεν έχουμε μια μόνη μορφή. Γιατί αν ο άνθρωπος , ζώντας, δεν μένει νεκρός, με το μοναδικό σκοπό να παρατείνει αριθμητικά την παρουσία του στη ζωή, είναι αδύνατο να μείνει αμετάλλαγος και αμετάβλητος. Κι αυτή η μεταβολή, η διαφοροποίησή του , έχουνε σα συνέπεια την απιστία του στον έρωτα.

15

Ζωή, δεν είναι η επιβεβαίωση της ύπαρξης μας από τα ληξιαρχικά χαρτιά της γέννησης, της βάφτισης και του θανάτου. Αλλά μια ακατασίγαστη περιέργεια, κι ένα πάθος για όλους και όλα, μια πίστη ( ή αναζήτηση μιας πίστης) για κάποιο ιδανικό, που μας κρατά άγρυπνους σε κάθε μήνυμα και μας καταλύει. Κι αν δεν έχει για όλους αυτή τη σημασία η ζωή, η Μαρία Πολυδούρη έτσι την ένιωσε. Καμιά προδοσία δε θα τη σταματά. Θα επιμένει να πιστεύει και να αναζητά στηρίγματα, αν και η ζωή της θα’ ναι μια διαρκής φυγή. Μια ασυνείδητα περίεργη, που πρόσφερε τον εαυτό της σ’ όλες τις συγκινήσεις, υποβάλλοντας την ευαισθησία της σ’ όλων των λογιών τους ερεθισμούς.

16

Η Πολυδούρη ανήκει σε μια κατηγορία καλλιτεχνών που ζήσανε σε διάφορες εποχές, με ολότελα διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες και που μια απροσδιόριστη αφθονία βάραινε μέσα τους και απαιτούσε την κατάλυσή τους. Ο Βαν Γκογκ, ο Βερλαίν, ο Μπάυρον, ο Ρεμπώ, ο Περ.Γιαννόπουλος, ο Καρυωτάκης. Ο καθένας απ’ αυτούς αυτοκαταλύθηκε με τον τρόπο. Μάταια θ΄αναζητήσουμε μια λογική εξήγηση γι’ αυτήν την αυτοκατάλυση, με όσα κι αν πούμε κι αν ερευνήσουμε. Από τους απίθανους θρύλους που ακολουθούνε τον καθένα τους, δεν κερδίζουμε ούτε γινόμαστε σοφότεροι, μόνο που αισθανόμαστε το δέος μας να μεγαλώνει γι’ αυτή τη μυστηριακή δύναμη, τη γεμάτη εκπλήξεις, που λέγεται Άνθρωπος.

Ο Ποιητής Τάσος Λειβαδίτης, μας δίνει στην «Καντάτα» του, μια ποιητικά δικαιωμένη απάντηση σ’ αυτή την αγωνία που σπρώχνει ως την τρέλα και το χαμό.

Από ποιο, λοιπόν, παιδικό ξεχασμένο όνειρο,
από ποιον μεγάλο απραγματοποίητο έρωτα,
από ποια βαθιά, προαιώνια νοσταλγία
κουβαλάμε αυτήν την αόριστη ανάμνηση της τελειότητας
που συντρίβει ό,τι αγγίζουμε και μας κάνει να
ξαναρχίζουμε αιώνια. Από ποια αμείλιχτη ευλογία;

Στις 29 Απριλίου 1930, μεσούσης της άνοιξης άφησε την τελευταία της πνοή καταβεβλημένη από τη φυματίωση και από την αυτοκτονία του Κώστα Καρυωτάκη, που προηγήθηκε δύο χρόνια νωρίτερα.
«Με μια ασίγαστη μανία να θέλω, ό,τι μου λείπει. Να θέλω ότι μου κράτησες κρυφό.»

Επιμέλεια: Ελένη Μ. Ματαράγκα

Προηγουμενο αρθρο
Βέλος της Άνοιξης – Του Θοδωρή Γεωργάκη
Επομενο αρθρο
Τιμητική εκδήλωση της ΕΛΜ για την Μυρτάλη Αχείμαστου - Ποταμιάνου

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *