HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΜια εβδομάδα έμενε μέχρι την μεγάλη γιορτή του Πάσχα

Μια εβδομάδα έμενε μέχρι την μεγάλη γιορτή του Πάσχα

Μια βόλτα στο παρελθόν με τον Πάνο Φέξη

Μεγάλη Δευτέρα, οι νοικοκυρές έτρεχαν και δεν έσωναν, ένα γενικό φρεσκάρισμα ήταν αναγκαίο, ο χειμώνας είχε αφήσει παντού τα σημάδια του, μουχλιασμένοι τοίχοι και ταβάνια έπρεπε να βαφτούν η να ασπριστούν.

Το σύνθημα για γενική καθαριότητα είχε δοθεί, τα χελιδόνια είχαν έρθει, έσκιζαν τον αέρα με μεγάλη ταχύτητα μεταφέροντας λάσπη από τα στεγνά πλέον «τηγάνια» των αλυκών και έφτιαχναν τις φωλιές τους. Τα τιτιβίσματα τους γέμιζαν τον αέρα και μια αίσθηση αισιοδοξίας γέμιζε τις καρδιές των ανθρώπων. Η ημέρα είχε μεγαλώσει, οι βροχές είχαν σταματήσει και ο ήλιος λαμπερός ευνοούσε τις δουλείες, που οι νοικοκυρές ήθελαν να κάνουν στα σπίτια τους.

Νοικοκυριά ολόκληρα ήταν σκορπισμένα έξω στις αυλές και στους δρόμους τη γειτονίας, η εικόνα θύμιζε έξωση σε ελληνική ταινία. Κομοδίνα, κρεβάτια, στρώματα, σομιέ, κατσαρόλες, ταψιά, ρούχα, συρτάρια, ντουλάπες, καρέκλες, τραπέζια, ακόμα και κανάτια ήταν ποστιασμένα το ένα επάνω στο άλλο και τα πιτσιρίκια που είχαν ξεσκολίσει χοροπηδούσαν πάνω τους παίζοντας. Τα κορίτσια ντύνονταν με διάφορα ρούχα που έβρισκαν στα συρτάρια, νύφες και κυρίες και τα αγόρια σκαρφάλωναν παντού παίζοντος κρυφό.

Οι άντρες και τα αγόρια αναλάβαιναν το βάψιμο του σπιτιού. Τα αγόρια σαν βοηθοί που ήταν έκαναν όλα τα θελήματα των μεγάλων, σε ένα χαρτί τους έγραφαν τι χρειάζονταν, πινέλα, χρώματα, γυαλόχαρτα, στόκο και νέφτι και τα παιδιά ξαμολιόνταν στα χρωματοπωλεία του Σίδερη και του Καρτάνου που ήταν κοντά στην εκκλησία του αγίου Νικολάου στο παζάρι. Το βάψιμο ξεκινούσε το μεσημέρι μετά την δουλεία που σχολούσαν οι πατεράδες τους.

Ήταν πολύ έντονη η μυρωδιά του νεφτιού και του στόκου σε αυτά τα μαγαζιά, οι μαγαζάτορες δεν προλάβαιναν να κατεβάζουν κουτιά με αποχρώσεις από τα ράφια και να φτιάχνουν τα χρώματα των παραγγελιών. Ροζ για τα υπνοδωμάτια, τσαγαλί για το πορτ’γο, ώχρα για την σαλοτραπεζαρία, λευκό για τα μέσα, πόρτες, κασώματα, τζαμιλίκια και πράσινο σκούρο η γκρι για τις εξώπορτες και τα παραθύρια. Σπάνια πετύχαιναν βέβαια τις αποχρώσεις μιας και τις έφτιαχναν με το μάτι … «δεν βαριέσαι δεν είναι αυτό που ήθελα, αλλά τέλος πάντων πέρνατο για να τελειώσουμε, δεν πάει στον διάφορο», μουρμούριζαν οι γυναίκες, όσο για τις ικανότητες των χρωματοπωλών ένα θεός μονό ξέρει τι τους έσερναν.

Τα χοντρόρουχα και τα στρωσίδια μούλιαζαν στους ληνούς της γειτονιάς και οι πιο νταρντάνες γυναίκες ξυπόλητες με σηκωμένες της φούστες πάνω από το γόνατο ξεμπράτσωτες με ανοιχτά τα μεγάλα μπούστα τα έπλεναν πατώντας τα με τις όμορφες και δυνατές τους γάμπες -έμοιαζαν λες και πατούσαν σταφύλια σε πατητήρι- και τα χτυπούσαν δυνατά με τον κόπανο για πολύ ώρα. Ήταν σωστό πανηγύρι, γέλια, πειράγματα και ψιλοκουτσομπολιο «σιγά μαρή και με ξενύχιασες», έλεγε η πανέμορφη Αθηνά. «Έτσι θα την πατήσω και την πεθερά μου», της απαντούσε με νόημα η τσαχπίνα Τούλα, που τα είχε κακά με την γριά πεθερά της, γεμίζοντας τον αέρα με την δυνατή καρκαρίστρα της.

Όταν τέλειωναν το πλύσιμο και τα άπλωναν στους φράκτες και στις λιθιές, η γειτονία γέμιζε με λαμπερά χρώματα, κόκκινες φλοκάτες πράσινες μαντανιές, καφέ κουβέρτες, πολύχρωμα στρωσίδια ένα πάζλ από σχέδια χρώματα και σχήματα. Στον αέρα πλανιόνταν ένα άρωμα πράσινου σαπουνιού και Δάφνης από τις πρωινές μπουγάδες που ήταν απλωμένες στις αυλές και στους τοίχους των σπιτιών, κατάλευκες από το λουλάκι που είχαν βάλει οι νοικοκυρές στο τελευταίο ξέβγαλμα.


Η θεια Θέλεσια, περιβολάρισσα με μεγάλη πείρα στο κλάδεμα και στις αντρικές δουλείες -δεν είχε πιάσει ποτέ στα χέρια της κέντημα, ή πλέξιμο, τα είχε κακά με της γυναικείες συνήθειες- φορώντας ένα παλιό αντρικό ντρίλινο παντελόνι -πράγμα περίεργο για την εποχή- ανεβασμένη πάνω σε μια σκάλα τελείωνε το κλάδεμα και το κρεβάτωμα στο κλήμα της αλλάζοντας τα παλιά καλάμια με φρέσκα χοντρά από το ποτάμι του Βάρδα .

«Φύγε από κάτω από το κλήμα μωρεεεεε» φώναζε νευρικά στον εγγονό της και στάζει τα ζουμιά του πάνω στα μαλλιά σου, «θα σου πέσουν τα μαλλιά κακομοίρη μου όταν μεγαλώσεις» αυτά που έλεγε τα πίστευε γιατί εκτός από περιβολάρισσα ήταν ξεματιάστρα και πρακτική γιατρός. Έφτιαχνε ξόρκια, μαντζούνια και καταπλάσματα. είχε σώσει κόσμο και κοσμάκη, όπως έλεγε και η ιδία με καμάρι.

Η Στέλλα, η Άννα η «βλάχα», ο άντρας της ο Βαγγέλης, η Λίνα ή «ρεγάντενα», η θεια Ευδοκία και η θεια Θελεσία που είχε τελειώσει με το κλήμα, είχαν αναλάβει το καθάρισμα των τοίχων και των λιθιών της γειτονιάς. Με τσαπιά και σκαλιστήρια ξεχορτάριαζαν τους δρόμους και τις πέτρες και με ψάθινες σκούπες σάρωναν τους δρόμους και τα σοκάκια -που ήταν χωμάτινα- από τα χώματα και τις πέτρες. Τα έγλειφαν στην κυριολεξία δεν έβλεπες την παραμικρή πέτρα κάτω.

Σε μεγάλους παλιούς μαστέλους, είχαν λιωμένο ασβέστη πηχτό σαν κρέμα, είχε ένα λουλακί χρώμα γιατί είχαν λιώσει μέσα στον ασβέστη καμία δεκαριά λουλάκια. Αυτό το έκαναν για να πιάνει καλύτερα ο ασβέστης αλλά τον έκανε και πιο φωτεινό στον ήλιο. Σε στράβωνε τα μεσημέρια του καλοκαιριού όταν τον κοιτούσες στην αντηλιά.

Η θεια Θελεσία αφού αραίωνε τον ασβέστη, τον σούρωνε καλά σε μια σήτα, γέμιζε την ψεκαστήρα της, την έβαζε στην πλάτη της και ασβέστωνε τους τοίχους των σπιτιών. Η Στέλλα και ο Βαγγέλης βουτούσαν την σκούπα τους μέσα στον μαστέλο με τον ασβέστη για να τραβήξει και χτυπώντας την πάνω στις πέτρες δυνατά, άσπριζαν τις λιθιές από πάνω μέχρι κάτω στο χώμα. Η Άννα η Λίνα και η Ευδοκία με τα σκούβλα τους, άσπριζαν καλλιτεχνικά και με προσοχή τα κεφαλόσκαλα στις μπασιές των σπιτιών, τα δένδρα και τις κολώνες από τα κλήματα στις αυλές, αφήνοντας άβαφους μονό τους τσιμεντένιους διαδρόμους που περπατούσαν.

Το βραδύ έπεφτε σιγά σιγά οι καμπάνες των εκκλησιών είχαν χτυπήσει. Τα σπουργίτια έπαιρναν την θέση τους για το βραδύ κάνοντας φασαρία στα δυο πεύκα του Ρεγάντου. Οι λάμπες, στις κολόνες της γειτονιάς, είχαν ανάψει και φώτιζαν τα σοκάκια. Οι νοικοκυρές έστρωναν τα κρεβάτια πρόχειρα «ένα βραδύ είναι θα περάσει κ’ αύριο μέρα είναι , τουλάχιστο να κοιμηθούμε απόψε και αύριο που θα έχουν στεγνώσει τα χρώματα βάζουμε τα πράγματα στην θέση τους» έλεγαν μεταξύ τους και σκέπαζαν τα πράγμα που είχαν μείνει στις αυλές να μην τα πιάσει η υγρασία το βραδύ.

Στην γκαζιέρα κάτω στο πάτωμα πάνω σε στρωμένες εφημερίδες σε μια κατσαρόλα έβραζαν μακαρόνια, η Αθηνά αποκαμωμένη από την κούραση της ημέρας ετοίμαζε το φαγητό της βραδιάς καθαρίζοντας σκόρδα «μακαρόνια με σκόρδο έχει απόψε Σπύρο», είπε στον άντρα της που έβγαζε με νέφτι από τα χεριά του και το πρόσωπο του τα χρώματα. Στο δωμάτιο υπήρχε μονό ένα τραπέζι και τεσσάρες καρέκλες τα δυο πιτσιρίκια της περίμεναν νυσταγμένα να φάνε με το πιρούνι στο χέρι και το κεφάλι ακουμπισμένο στο τραπέζι κοιτώντας το ένα το άλλο αμίλητα.

Συνεχίζεται

Διαβάστε το:
Α’ μέρος: Από του Λαζάρου μέχρι την Δευτέρα του Πάσχα στη Λευκάδα
Β’ μέρος: Σάββατο του Λαζάρου παραμονή των Βαΐων…

Προηγουμενο αρθρο
Ευχαριστούμε Λευκάδα!
Επομενο αρθρο
ΣΥΡΙΖΑ Λευκάδας: Η υγεία στο στόχαστρο

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *