HomeΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣΜια κριτική προσέγγιση των προοπτικών αλλά και των κινδύνων της υποθαλάσσιας ζεύξης

Μια κριτική προσέγγιση των προοπτικών αλλά και των κινδύνων της υποθαλάσσιας ζεύξης

Το θέμα της υποθαλάσσιας ζεύξης του νησιού επανέρχεται όλο και πιο συχνά στην επικαιρότητα τον τελευταίο καιρό.

Από την μεταπτυχιακή εργασία της Ελένης Σκλαβενίτη, Αρχιτέκτονος Μηχανικού Ε.Μ.Π. (Ακαδημαϊκό έτος: 2013 – 2014) με τίτλο: «Το (μη;) όριο μεταξύ φύσης και πόλης – η περίπτωση της Λευκάδας», παρουσιάζουμε παρακάτω την ενότητα με τίτλο: «Η προοπτική της υποθαλάσσιας ζεύξης – μετασχηματισμοί στο χώρο» (πλην των τεχνικών χαρακτηριστικών).

Είναι μάλλον δύσκολο οι σκέψεις και οι προβληματισμοί που αναπτύσσονται στην παρακάτω εργασία να αλλάξουν την ροή των γεγονότων και των αποφάσεων. Για μια απόφαση όμως που θα αλλάξει άρδην το φυσικό περιβάλλον και σχεδόν θα αλλοιώσει την φυσιογνωμία του νησιού, είναι χρήσιμο να είμαστε όλοι ενήμεροι. Το θέμα ξεπερνά τις «μίζες», τους «εργολάβους» και τα διόδια ή μάλλον, μακάρι να ήταν μόνο αυτά τα προβλήματα και οι κίνδυνοι. Αφορά την οντότητα του νησιού. Και εν τέλει, μέχρι πότε η κοινωνία και οι πολίτες θα σιχτιρίζουμε τους «άχρηστους» κυβερνήτες, τους οποίους εμείς εκλέγουμε που δεν είναι τίποτα άλλο παρά   το αντεστραμμένο είδωλο μας.

«Επιχειρώντας μια κριτική προσέγγιση των προοπτικών αλλά και των κινδύνων που ενδέχεται να συνεπάγεται η χωροθέτηση του έργου στην περιοχή, αναφέρουμε τα εξής:

• Η κατασκευή της υποθαλάσσιας ζεύξης πρόκειται να αποφορτίσει την πόλη από το κυκλοφοριακό πρόβλημα που γίνεται ιδιαίτερα αισθητό τους καλοκαιρινούς μήνες, ταλαιπωρώντας τόσο του μόνιμους κατοίκους όσο και τους επισκέπτες. Επιπλέον απαλλάσσει την περιοχή των λιμνοθαλασσών από την κίνηση των Ι.Χ. και συγκεκριμένα των βαρέων οχημάτων, που σήμερα, προκειμένου να αποφευχθεί η περαιτέρω επιβάρυνση του κέντρου της πόλης, υποχρεούνται σε περιφερειακή κίνηση, μέσω της οδού της Γύρας, συμβάλλοντας στη ρύπανση των προστατευόμενων περιοχών.

• Μέσω του έργου, η επιτυγχάνεται η άμεση σύνδεση του νησιού με το κεντρικό οδικό δίκτυο της χώρας και τις βασικές αρτηρίες του Δυτικού Αναπτυξιακού Άξονα (ΓΠΧΣΑΑ, 2008) στον οποίο ανήκει. Διευκόλυνση και βελτίωση της προσβασιμότητας, συνεπάγεται αύξηση της τουριστικής κίνησης, συνεπώς προώθηση της τουριστικής και κατ’ επέκταση οικονομικής ανάπτυξης του τόπου.

• Τα έργα διάνοιξης το Διαύλου, όπως επίσης κατασκευής συμπληρωματικών λιμενικών εγκαταστάσεων, που συνοδεύουν τη μελέτη της υποθαλάσσιας σήραγγας, διαμορφώνουν τις συνθήκες ανάδειξης της πόλης, σε θαλάσσιο προορισμό υπερτοπικής σημασίας, ενώ δημιουργούν σε συνδυασμό με την υφιστάμενη μαρίνα τις προϋποθέσεις, για προσέλκυση νέων ομάδων τουριστών, που φτάνουν στο νησί από τη θάλασσα, και διαχέονται στην πόλη πεζοί, επισκεπτόμενοι τον τόπο.

Από την άλλη:

Αποτελεί μη αναστρέψιμη επέμβαση στο χώρο, ενώ πρόκειται για μεγάλο τεχνητό έργο που έρχεται να χωροθετηθεί εντός των προστατευόμενων φυσικών περιοχών του Δικτύου Ναtura, συνεπώς ενδέχεται τόσο κατά τη διάρκεια κατασκευής του όσο και μετά την ολοκλήρωσή του, να έχει σοβαρές περιβαλλοντικές επιπτώσεις στην ισορροπία των αντίστοιχων φυσικών οικοσυστημάτων.

• τα λιμενικά έργα που συνοδεύουν τη μελέτη με την προοπτική προσέλκυσης μεγαλύτερου μεγέθους σκαφών αναψυχής, όπως επίσης την ανάπτυξη τουρισμού κρουαζιέρας, κρίνονται εκτός της κλίμακας του τοπίου, λαμβάνοντας υπόψη την επιπεδότητα της περιοχής, ενώ ενδέχεται να είναι και εκτός της αντοχής των οικοσυστημάτων της.  Επισηµαίνεται ακόµη ότι η Λευκάδα δεν ανήκει στις περιοχές προτεραιότητας για την ανάπτυξη τουρισµού κρουαζιέρας, σύµφωνα µε το ΕΠΧΣΑΑ Τουρισµού (2013). Κρίνεται λοιπόν, ότι η φέρουσα ικανότητα του τόπου, σε σχέση, τόσο με ποσοτικά, όσο και με ποιοτικά δεδομένα της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας του, δε λαμβάνεται υπόψη ως συνιστώσα σχεδιασμού, με αποτέλεσμα, να τίθεται σε κίνδυνο η ταυτότητά του, ως βασικός αναπτυξιακός μοχλός και μέσο ανάδειξης των συγκριτικών του πλεονεκτημάτων.

• Η αύξηση της τουριστικής κίνησης μέσω της διευκόλυνσης που θα παρέχει η ζεύξη, παρά τη θετική συμβολή της στην οικονομία του τόπου σε ένα πρώτο επίπεδο θεώρησης, με δεδομένη την ταυτόχρονη έλλειψη νομοθετικών, πολεοδομικών ρυθμίσεων και ειδικών μελετών για τις επιμέρους περιοχές, θα σημάνει αύξηση της εκτός σχεδίου δόμησης και ενίσχυση το φαινομένου της αστικής διάχυσης, τόσο περιμετρικά της πόλης όσο και στο παράκτιο ανατολικό χώρο. (Επισημαίνεται ότι η νέα θέση της εισόδου τροφοδοτεί απευθείας την κυκλοφορία, το περιφερειακού οδικού άξονα του νησιού, που στο μεγαλύτερο μέρος του αναπτύσσεται παράλληλα με την ακτογραμμή και σε μικρή απόσταση από αυτήν.) Θα ευνοηθεί με τον τρόπο αυτό η επέκταση της δόμησης, στις ήδη επιβαρυμένες περιοχές της περιαστικής ζώνης και των ανατολικών ακτών, με αποτέλεσμα την περεταίρω υποβάθμισή τους.

• Σε ότι αφορά τη διαμόρφωση του χώρου στο σημείο εξόδου της υποθαλάσσιας ζεύξης, σημειώνεται ότι έχει ήδη αρχίσει να διαφαίνεται η δημιουργία ενός νέου κέντρου της πόλης, με τη συγκέντρωση Υπηρεσιών και Εμπορίου (Δημόσιες υπηρεσίες, εμπορικά κέντρα, κ.τ.λ.), σε νεόδμητα κτίσματα και λυόμενες κατασκευές μεγάλης κλίμακας,, ανάλογες αυτών που συναντώνται και στους λοιπούς οδικούς άξονες του αστικού ιστού, στα σημεία εξόδου προς την ύπαιθρο. Με την έναρξη των εργασιών της σήραγγας, αναμένεται άνοδος των αξιών γης της περιοχής και εκ νέου ενίσχυση της εκτός σχεδίου (αν όχι και της αυθαίρετης) δόμησης, που τείνει ήδη να ενοποιήσει το νοτιοανατολικό άκρο της πόλης με τον οικισμό του Καλλιγονίου. Η παραπάνω εικόνα θα αποτελεί μελλοντικά την πρώτη εντύπωση για στον επισκέπτη που θα εξέρχεται από τη σήραγγα, εισάγοντάς τον σε ένα ουδέτερο αστικοποιημένο περιβάλλον, που δε θα διαφέρει σε τίποτα από αντίστοιχες εισόδους οικιστικών κέντρων της ηπειρωτικής Ελλάδας. Το γεγονός δε συνάδει με την ανάπτυξη του ποιοτικού τουρισμού στον οποίο στοχεύει ο τόπος, αφού ουσιαστικά παρακάμπτει τις ιδιαιτερότητες της φυσιογνωμίας του. Τέλος, σημειώνεται ότι η μετατόπιση του κέντρου βάρους των λειτουργιών σε αυτήν την περιοχή, σχετίζεται άμεσα με τον ενδεχόμενο κίνδυνο υποβάθμισης και εκ νέου εγκατάλειψης του ιστορικού κέντρου, διαμορφώνοντας συνθήκες ανταγωνισμού με την παραδοσιακή αγορά και την υφιστάμενη παραλιακή ζώνη αναψυχής, εάν δεν προβλεφθεί μέσω του σχεδιασμού η συμπληρωματικότητα των δυο περιοχών με στόχο τη συνύπαρξή τους.

Κλείνοντας, ως επιπλέον ζήτημα θα μπορούσε να τεθεί το σημαντικό κόστος κατασκευής του έργου, σε σχέση με την προτεραιότητα που δίνεται σε αυτό, αφού το νησί υστερεί σε βασικές υποδομές (όπως αυτές που σχετίζονται με τη διαχείριση λυμάτων και απορριμμάτων),οι οποίες στα πλαίσια μιας μελλοντικής βιώσιμης ανάπτυξης και ανάδειξής του σε διεθνή τουριστικό προορισμό, κρίνονται αναγκαίες ως βασική προϋπόθεση και όχι ως δευτερεύον, υποστηρικτικό έργο.

Στη βάση όσων προαναφέρθηκαν, εντοπίζονται οι αντιφατικές τάσεις που αναδεικνύει το ενδεχόμενο κατασκευής της υποθαλάσσιας ζεύξης, μέσα από τους μετασχηματισμούς του χώρου, που αυτή θα προκαλέσει. Αντίστοιχα συγκρουσιακές είναι οι σχέσεις που διαμορφώνονται μεταξύ των επιμέρους ομάδων της τοπικής κοινωνίας. Ενδεικτικά θα μπορούσε κανείς να αναφέρει ότι οι συνθήκες ταχείας τουριστικής ανάπτυξης που εξασφαλίζονται μέσω του έργου, ευνοούν μεταξύ άλλων την τόνωση της οικοδομικής δραστηριότητας και την επιδίωξη πληρότητας των καταλυμάτων, επομένως οι ομάδες που εξαρτώνται οικονομικά, άμεσα και πιθανόν αποκλειστικά, από τους παραπάνω τομείς τίθενται υπέρ της υλοποίησης.

Αναδεικνύεται έτσι, η πολυπλοκότητα ανάλογων αποφάσεων και επιλογών του χωρικού σχεδιασμού, που καθιστά αναγκαία την προσέγγισή της αειφορίας ως εξισορρόπηση επιμέρους στόχων με δεδομένα τα επιμέρους συμφέροντα και τις εκάστοτε πραγματικές συνθήκες.»

(Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας)

Διαβάστε ολόκληρη την εργασία εδώ

Προηγουμενο αρθρο
Διαμαρτυρία μαθητών της Λευκάδας για τα σκουπίδια
Επομενο αρθρο
Μονακό: Υπό κράτηση ο Ρώσος μεγιστάνας Ντμίτρι Ριμπολόβλεφ

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *