HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΜια μέρα στις ελιές

Μια μέρα στις ελιές

Η πρωινή παγωνιά του Δεκέμβρη τρυπάει το κόκκαλο. Στο κακοτράχαλο μονοπάτι μια αγροτική οικογένεια τραβάει για τις ελιές.

Μπροστά, καβάλα στ΄άλογο, πάει ο μπαρμπα-Μιχάλης, καμιά εξηνταριά χρονών, τυλιγμένος μες το παλιό, παμπάλαιο, πανωφόρι και το κεφάλι χωμένο στη σκούφια του. Πίσω, πάνω στο γάιδαρο, η θεια-Μαριώ, η γυναίκα του, που φαίνεται γριά, αν και δεν έχει πατήσει ακόμα τα πενήντα, Στα χωριά οι γυναίκες γερνάνε γρήγορα.

Τουρτουρίζει και σφίγγει πάνω της το κατσούλι(1) της, για να ζεσταθεί λίγο. Κι όλο στριφογυρνάει πάνω στο γάιδαρο, κοιτάζοντας μια το γιο της, τον Κωστή, που έρχεται σιωπηλός και μια την κόρη της την Κατερίνα, που ακολουθάει αργά, νυσταγμένη ακόμα από τον πρωινό ύπνο.
Η θεια-Μαριώ κάθε τόσο της φωνάζει:

-Ορή Κατερίνα, περπάτα λίο γλήγορα(2), θα ξεπαγιάσεις έτσι π΄πας!
Πίσω έρχονται δυο κατσίκες. Η μια όλο και λοξεύει στο δρόμο και μπαίνει στα ξένα χωράφια να τσιμπολογήσει τίποτα. Μα η θεια-Μαριώ όλα τα παίρνει χαμπέρι.

-Κουτς-κους σκασμένη. Βάρα τ΄ς μαρή Κατερίνα και θα μας πάρει το γιόμα. Άει και μπαίνει στα ξέν΄ αμπέλια.

Ο δρόμος άρχισε να κατηφορίζει και να περνάει μέσα από τις ελιές. Σε λίγο έφτασαν στις δικές τους ελιές. Ο μπαρμπα-Μιχάλης σταμάτησε τ΄άλογο και ξεπέζεψε, ενώ ο γιος του έτρεξε να τον βοηθήσει να το ξεφορτώσει. Λύσανε την τριχιά και κατεβάσανε τα σακιά και τους λούρους(3). Η θεια-Μαριώ πήρε τα λιόπανα και άρχισε να τα απλώνει κάτω από τις ελιές, ενώ φώναζε στην κόρη της:

-Πάρε τ΄άλογο και το γάιδαρο και δέστα γερά να μη φύουνε κι αμόλυσε τις γίδες. Άει και μην πλααίνεις(4) στο δρόμο για να μ΄αητάρεις(5) λίγο.


Ο Κωστής, αφού έκανε ένα μικρό γύρω ανάμεσα στις ελιές, ανέβηκε σε μια κι άρχισε να τινάζει τον καρπό με το μακρύ λούρο του. Ο μπαρμπα-Μιχάλης τίναζε, ανεβασμένος χαμηλότερα και η θεια-Μαριώ και η Κατερίνα μαζεύανε από τα κλαριά όσες φτάνανε από τη γη. Δεν άργησε και η Κατερίνα να ανεβεί σε μιαν ελιά, νέα ήταν ακόμη και είχε δύναμη, μόνο που δεν έδειχνε και μεγάλη προθυμία κι ολοένα μουρμούριζε:

-Μωρ΄εγώ θα φύγω από δω. Εμ, τι νομίζετε, πως θα κάτσω να με τρώει το χαλάζι κι η βροχή και να μην βγάζω φράγκο; Θα κατεβώ στ΄Χώρα να μάθω μοδίστρα, να ζήσω σαν άνθρωπος.

Η θεια-Μαριώ σκυμμένη, μάζευε από καταγής όλες τις ελιές που έπεσαν έξω από τα πανιά κι έψαχνε παντού, να μην μείνει κλωνί αμάζευτο.

-Άστες μάνα αυτές και μάζεψε όσες μπορείς, π΄σκιάζεσαι μπας και μείνει καμιά αδιάλεγη, φωνάζει ο Κωστής από ψηλά.
-Έτσι λέτε εσείς, γιατί δεν ζήσατε την κατοχή και δεν ξέρετε τι θα πει πείνα.
-Μα και συ χριστιανή μου το παρακάνεις!

Κι ολοένα σκυμμένες, διπλωμένες στα δύο, οι γυναίκες μαζεύανε τις ελιές που είχανε πέσει χάμω ή κρέμονταν σ΄όσα κλωνάρια έφταναν, προσέχοντας να μην τα σπάσουν. Και οι λούροι , που κρατούσαν οι άντρες, έσκιζαν κάθε τόσο τον αέρα, κι όπως έπεφταν πάνω στα φουντωτά κλαριά, σαν χαστούκια, ο χτύπος τους ρυθμίζονταν με τις ανάσες, που με δυσκολία έβγαιναν από το στόμα τους.


Έφτασε το γιόμα και κάτσανε σ΄ένα απάνεμο, να φάνε ότι φτωχικό είχαν μαζί τους – ψωμί, τυρί, ελιές, σαρδέλα- και να πάρουν μια ανάσα, για να συνεχίσουν αργότερα.

Ο ήλιος δεν άργησε πολύ να χαθεί και πυκνά σύννεφα φανήκανε να τρέχουν στον ουρανό. Έπιασε να σουρουπώνει. Αρχίσανε να ετοιμάζονται για να φύγουν. Αφήσανε τους λούρους στην πάντα και πιάσανε να γεμίζουν τα σακιά με τον καινούριο καρπό. Μαύρες, αστραφτερές, μα ψιλές, πολύ ψιλές οι ελιές, πέφτουν ανακατεμένες με τα φύλλα. Μικρή η σοδιά και φτωχική, τη χτύπησε και το χαλάζι, μα θα φτάσει για να βγει το λάδι της χρονιάς.


Άρχισαν να φορτώνουν τα ζώα. Στο σπίτι θα τις ανεμίσουν για να φύγουν τα φύλλα και μετά θα τις ρίξουν στην κάδη, μέχρι να ΄ρθει η σειρά τους για να τις πάνε στο λιτροβειό.

-Γλήγορα να φύουμε, φώναξε η θεια-Μαριώ, γιατί θα πιάσει το νερό. Τον παντέρμο για καιρό, δε φτάνει που μας τις χάλασ΄ούλες, δε μας αφήν΄ να μασ΄με όσα κλωνιά μείνανε.

-Τι να σ΄ κάμ΄νε και τούτες, γεράσανε, λέει χαϊδεύοντας το γέρικο κορμό μιας ελιάς , ο μπαρμπα-Μιχάλης. Ορέ Κωστή, κόψε λίγα κλαριά για τις γίδες, να ξανανιώσουνε κιόλας μπας και κάμουνε τίποτις του χρόνου. Τόσες γενιές ταϊσανε, δε βαστάν άλλο, τις απαρατήσαμε κι εμείς. Το ίδιο και τα΄αμπέλια, μα τι να σου κάμουμε, όλοι γέροι κι όλοι σάπιοι είμαστε. Γι΄ αυτό και ξαμπελώθηκε ο τόπος και γέμισε βάτα και σπάρτα και δε βολεί(6) να περάσει ζωντανό.

Κορμός γέρικης ελιάς στο Δρυμώνα, 1965

-Εγώ πατέρα δεν φεύγω απ΄το χωριό, λέει ο Κωστής.
-Μακάρι παιδί μου, μα είναι δύσκολη η δουλειά της γης, δύσκολη κι απλήρωτη. Κάτσε να πας φαντάρος του χρόνου κι έπειτα βλέπουμε….

Τα ζωντανά φορτωμένα βγήκανε πάλι στο ίδιο μονοπάτι, τυλιγμένα στην ίδια σκοτεινιά και στο κρύο, όπως το πρωί. Οι ξωμάχοι ακολουθάνε με τα πόδια πίσω τους, περπατώντας κι αυτοί στο ίδιο μονοπάτι που περπάτησαν κι εχθές και που θα περπατήσουν και αύριο. Αν βέβαια υπάρξει αύριο σ΄εκατοντάδες τέτοια χωριά της Ελλάδας, ανάμεσά τους και τα χωριά της περιοχής του Δρυμώνα.

Ουρανία Γράψα (Εφημερίδα «Δρυμώνας», αριθμός φύλλου 4, άνοιξη 1981)
Επιμέλεια: Πηνελόπη Κοψιδά

(1) σκέπασμα του κεφαλιού
(2) λίγο γρήγορα
(3) ξύλινο ραβδί
(4) μην κοιμάσαι
(5) για να με βοηθήσεις
(6) δε χωράει
Φωτογραφίες: Fritz Berger

Προηγουμενο αρθρο
Μονομερείς ενέργειες
Επομενο αρθρο
Με επιτυχία η παρουσίαση του βιβλίου «Άλικος πάγος» του Παναγιώτη Κονιδάρη

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *