HomeΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣΝτίνος Παπαδόπουλος (Κουμπουριέλος) -Αντίο φίλε μου!

Ντίνος Παπαδόπουλος (Κουμπουριέλος) -Αντίο φίλε μου!

Του Βαγγέλη Πάλμου

Τα παιδικά μου χρόνια τα θυμάμαι με μια αίσθηση γλυκιάς θαλπωρής. Ήμουνα τυχερό παιδί, εισέπραξα πολλή αγάπη απ’ τους ανθρώπους που με περιέβαλλαν κι ελπίζω κάτι απ’αυτή την αγάπη να μπορώ ν’ ανταποδίδω στα έργα της ζωής μου.

Πλάι στα μεγάλα όμως και σημαντικά της ζωής, όπως η αγάπη, η ευγένεια, η καλοσύνη, η ταπείνωση, συχνά διεκδικούν το ρόλο τους και τα μικρά και ταπεινά, όπως η ζάχαρη. Κάποτε μάλιστα τα βρίσκεις να συνδυάζονται. Ένας γλυκός άνθρωπος -τι άλλο να σημαίνει το «γλυκός» ,πέρα απ’ το ότι αγαπάμε τη ζάχαρη-είναι πάντοτε ένας άνθρωπος ευπρόσδεκτος.

Ο Ντίνος Παπαδόπουλος-Κουμπουριέλος για τους Λευκαδίτες-ήταν ψυχοπαίδι του μπάρμπα Αντρέα. Στο μικρό μαγαζάκι στο στενό απέναντι απ’ τον Ρεγάντο, μου αγόρασε για πρώτη φορά ο πατέρας μου «τρεις δραχμές καραμέλες» στο λαδόχαρτο. Καραμέλες Αχαϊκής χύμα, κόκκινες, πράσινες και κίτρινες με διαφορετικές γεύσεις και κόκκους ζάχαρης να τις περιβάλλουν. Ήταν η πρώτη γλυκιά ανάμνηση της ζωής μου! Θυμάμαι αχνά τον γέροντα ιδιοκτήτη του μαγαζιού, αλλά εντύπωσα για πάντα το πρόσωπο του νεαρού που μου’ δωσε τις καραμέλες: ο Ντίνος!

Καθώς κύλαγαν τα χρόνια κι ο Ντίνος ανέλαβε να τρέξει το ζαχαροπλαστείο με τις παραδοσιακές συνταγές (ρόδα, πάστα κρέμα) αλλά και τα κλασικά γλυκά ταψιού (γαλακτομπούρεκο, μπακλαβά, καταϊφι, καρυδόπιτα, ραβανί),έγινα τακτικός θαμώνας, μαζί με άλλους οπαδούς της λευκής βασίλισσας που γλυκαίνει την παιδική μας ηλικία. Ο Ντίνος, εκτός απ’ τα γλυκά ταψιού, έφτιαχνε καταπληκτικό κωκ (με γέμιση κρέμα γαλακτομπούρεκου) και μπισκότο ψυγείου! Αλλά και η αποκριάτικη γαλατόπιτά του, ήταν απόλαυση! Περισσότερο απ’ όλα όμως, απολάμβανες τη μυσταγωγία της επιχείρησης. Το κατάστημα «υπέκειτο εις την κατηγορίαν Γ», όπως μας πληροφορούσε η σχετική πινακίδα της αγορανομίας, συνεπώς κάθε επίφαση πολυτέλειας ήταν εξ αρχής εκτός θέματος. Ένα μικρό σαλόνι, το ψυγείο με τα κωκ, τα μπισκότα και καμιά φορά λίγες πάστες-που στην πορεία εξαφανίστηκαν εντελώς -και στο γωνιακό πάγκο τα ταψιά με τα γλυκά.

Μπαίναμε μέσα με τον κολλητό μας, καθόμασταν, παραγγέλναμε και απολαμβάναμε το γλυκό ακούγοντας ιστορίες για το ψάρεμα (του Ντίνου) ή το κυνήγι (του αδερφού του, Στάθη). Η ακρίβεια των εξιστορούμενων ήταν σε κάθε περίπτωση άνευ σημασίας, εκείνο που μετρούσε ήταν η αφήγηση -εις άπταιστον μπρανελικήν διάλεκτον- τα επιφωνήματα, οι κραυγές και οι παύσεις, καθώς ο αφηγητής διάβαζε τις εκφράσεις των θαμώνων για να ζυγίσει την πειστικότητα της ιστορίας του.

Καμιά φορά, έμπαινε στο μαγαζί κανένας “ξένος” (μη ντόπιος δηλαδή),προφανώς συστημένος από Λευκαδίτη για να αγοράσει γλυκά. Αμέσως έπεφτε σιωπή στην ομήγυρη, ο «ξενομπασάρης» χαλούσε το κλίμα, τον μετράγαμε απ’την κορφή ως τα νύχια, όπως κάνουν οι περίεργοι κάτοικοι κάθε μικρής πόλης της γης. Μόλις έφευγε με τα γλυκά του, η παρέα ζωντάνευε ξανά και η αφήγηση συνεχίζονταν.

Στην πορεία, το γλυκό έπαψε να’ναι ξεχωριστή πολυτέλεια, έγινε εύκολη καθημερινή απόλαυση, αλλά κι ο χρόνος άρχισε να γίνεται απαιτητικός: ελάχιστοι κάθονταν πια στο ζαχαροπλαστείο, οι περισσότεροι παίρναμε τα γλυκά για το σπίτι, όπως κάνουν πια παντού. Έβλεπα τον Ντίνο όλο και λιγότερο, καθώς ασχολούνταν με την παρασκευή των γλυκών στο εργαστήρι κι άφηνε στη βιτρίνα το Στάθη να εξυπηρετεί τους πελάτες. Μετά έφυγα για σπουδές και οι επισκέψεις μου αναγκαστικά αραίωσαν ακόμη περισσότερο. Χαιρόμουνα όμως πολύ κάθε φορά που επέστρεφα, όπως συμβαίνει όταν ξαναγυρίζεις στις αγαπημένες γωνιές της παιδικότητάς σου. Ο Ντίνος ήταν πάντοτε εκείνο το σεμνό παιδί με το καθαρό βλέμμα που μου’χε πρωτοδώσει καραμέλες στο λαδόχαρτο!

Πριν δέκα χρόνια, στην κηδεία του πατέρα μου, τον θυμάμαι βουρκωμένο στην εκκλησία να μου σφίγγει το χέρι. Το δάκρυ ενός καθαρού ανθρώπου, είναι κάτι που με συγκλονίζει κάθε φορά που το βλέπω! Ήταν και η τελευταία καλή ανάμνησή μου απ’τον Ντίνο. Αργότερα έμαθα για την άνοια κι ήξερα πως είχε πια προδιαγραφεί το υπόλοιπο της ζωής του. Το περασμένο καλοκαίρι που ρώτησα το γιό του, κατάλαβα πως το τέλος θα τον λύτρωνε.

Έτσι, έμαθα με ειλικρινή ανακούφιση τα νέα προχθές. Ο άνθρωπος αξίζει να ζει,μ όνο σαν άνθρωπος. Όταν ανίατες ασθένειες του αφαιρούν τη χαρά της ανθρώπινης ζωής, ο άνθρωπος πρέπει να φεύγει. Το πιστεύω βαθιά!

Το ζαχαροπλαστείο συνεχίζει τη διαδρομή του στο χρόνο, στα χέρια της νεότερης γενιάς κι ελπίζω να ταξιδεύει επιτυχώς για πολλά ακόμη χρόνια. Ο καλός φίλος των παιδικών μου χρόνων, έριξε ένα σεμνό τελευταίο χαμόγελο κι έστριψε στο σοκάκι τ’ ουρανού. Στο χέρι του κρατούσε λίγες καραμέλες στο λαδόχαρτο. Μικροί κόκκοι ζάχαρης έμεναν πίσω του. Σπουδαίο πράγμα ν’ αφήνουν γλύκα τα ίχνη σου!

Αντίο φίλε μου!

Προηγουμενο αρθρο
Παραιτήθηκε ο Νώντας Κοντοπρίας από προέδρος της Δόξας Λευκάδας
Επομενο αρθρο
Διακοπή κυκλοφορίας στην οδό Αναπαύσεως λόγω έργων

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *