HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΟι αναμνήσεις που χτίζουν ζωές

Οι αναμνήσεις που χτίζουν ζωές

Ταξίδι στο χρόνο

Κι έτσι από το τίποτε και από το πουθενά, μια λέξη, μια μυρωδιά , μια εικόνα, μια μελωδία σε γυρνάει αστραπιαία πίσω… κάτι σαν μηχανή του χρόνου….

Αρχές του ΄80. Τζάμια θολά από τους υδρατμούς, από τις ανάσες. Έξω κρύο δυνατό. Το λεωφορείο γεμάτο, ο διάδρομος απροσπέλαστος…. Έξω λυσσομανά ο αέρας και η δυνατή βροχή….

Στο μικρό νεόχτιστο υπόστεγο της στάσης, ποιος να πρωτοχωρέσει; Ένα δρομολόγιο όλο κι όλο στις 7 το πρωί. Στην καρδιά του χειμώνα αξημέρωτα… το χωριό γεμάτο κόσμο και τα ιδιωτικά αυτοκίνητα μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού. Ένα ΙΧ του γνωστού στο νησί βιολιστή Γ. Βερύκιου (Πενήντα), που εξυπηρετούσε και κάθε έκτακτη ανάγκη, ένα φορτηγό, του Πλάκια, ένα σκεπασμένο φορτηγάκι, που ο γυρολόγος ιδιοκτήτης , Αντάρας, χρησιμοποιούσε για να πουλάει στα γύρω χωριά τα «είδη προικός» και μια μοτοσυκλέτα του ψαρά μπάμπα- Τιμολέου, που έφερνε τα φρέσκα ψάρια από τον Αη- Γκήτα. Οι συνομήλικοι και παλιότεροι συγχωριανοί θα θυμούνται στην αυλή του μαγαζιού του, κάτω από την κληματαριά, το αποξηραμένο χελιδονόψαρο, να κρέμεται με ανοιχτά τα φτερά. Πόσες φορές, παιδιά, δεν είχαμε μαζευτεί γύρω του και το κοιτάζαμε με δέος, νομίζοντας ότι είναι μοναδικό… μια παραξενιά της φύσης.

dscn0692

Όλοι, λοιπόν, κάθε πρωί, επιβιβαζόμαστε στο λεωφορείο της γραμμής. Μαθητές Γυμνασίου και Λυκείου (το Λύκειο της Καρυάς είχε κλείσει), αλλά και χωριανοί που έπρεπε να κάνουν τα ψώνια τους (το μικρό καφεπαντοπωλείο του χωριού, δεν αρκούσε να καλύψει τις ανάγκες των νοικοκυριών, με τα λιγοστά του πράγματα- είδη πρώτης ανάγκης).

Το λεωφορείο ήδη γεμάτο, από τα πίσω χωριά (Αθάνι, Άγιος Πέτρος, Καλαμίτσι, Εξάνθεια). Το ταξίδι μια καθημερινή επανάληψη. Τα ίδια γνωστά άτομα. Νέοι, μαθητές του Γυμνασίου και Λυκείου, μισοκοιμισμένοι, ακουμπισμένοι στα θολά από τα χνώτα παράθυρα. Μεσόκοποι και ηλικιωμένοι, ζωηροί και έτοιμοι να απαντήσουν στο κάθε χωρατό του διπλανού ή του εισπράκτορα, που κάθε φορά επαναλάμβανε: «παρακαλώ προχωρήστε στο διάδρομο!» ή « άλλος χωρίς εισιτήριο;». Τα νέα για τον καιρό, για τις καλλιέργειες και τη σοδειά, για τα πολιτικά έδιναν και έπαιρναν. Όλοι μια μεγάλη παρέα. Και οι μαθητές να δυσανασχετούν και να ρίχνουν λοξές ματιές σε όποιον φώναζε λίγο παραπάνω και τους τάραζε τον ύπνο…

Οι στάσεις καθορισμένες. Ασπρογερακάτα, Φρυάς, Κάβαλος, Λαζαράτα, Σπανοχώρι…. Και τα άτομα που επιβιβάζονταν πάτα σχεδόν τα ίδια. Ήξερες ποιος ήταν ο καθένας και που πήγαινε. Και η βροχή ασταμάτητη… τα λεωφορεία της εποχής, δεν μπορούσαν να εγγυηθούν ότι το παράθυρο έκλεινε απολύτως ή ότι η οροφή δεν είχε κάποια ρωγμή, από την οποία έσταζε νερό και καλά θα ήταν να μην βρίσκεσαι κάτω από το σημείο…

Και φτάναμε στην πόλη αξημέρωτα πάλι. Μπορεί να κόντευε οχτώ η ώρα, αλλά οι χειμώνες στη Λευκάδα δεν ξημερώνουν εύκολα. Από τα δυτικότερα άκρα της Ελλάδας, είναι από τα πρώτα νησιά που δέχεται τις βροχές της Αδριατικής και του Ιονίου, χωρίς οροσειρές στη μέση να το προστατεύσουν.

Κατεβαίναμε λοιπόν όλοι στο τέρμα… στο ΚΤΕΛ… Ήμασταν οι χωριάτες από τα ορεινά χωριά και μαζί με τους παραθαλάσσιους κατοίκους των χωριών της ανατολικής ακτής, πλημμυρίζαμε την αγορά της Χώρας.

264

Οι κάτοικοι της πόλης ξυπνούσαν λίγο αργότερα κι έβγαιναν στο σεργιάνι. Οι «χωριάτες» όμως αναγκαστικά, ανεβοκατέβαιναν στην αγορά νωρίς το πρωί και ξεκινούσαν τα ψώνια τους. Και οι τροχήλατοι πάγκοι με τα ψάρια και τη μαναβική, στημένοι αξημέρωτα, περίμεναν τους πρωινούς πελάτες. Ανάλογα με την εποχή, τα μαναβικά και τα θαλασσινά απλώνονταν, προς τέρψιν των οφθαλμών και δέλεαρ των αγοραστών. Τα μύδια, οι καποσάντες, οι γαρίδες που ζωντανές πηδούσαν από τους πάγκους και ο ψαράς σου τα τύλιγε (θηλίκωνε) σ΄ ένα χωνί, από εφημερίδες προηγούμενων ημερών.

Κάποιοι έπιναν πρώτα το καφεδάκι τους στα καφενεδάκια της αγοράς (του Καναρίνι θυμάμαι μόνο), ενώ προς το μεσημέρι, πριν αναχωρήσουν πάλι με το λεωφορείο της γραμμής, κάποιοι έπαιρναν και το μεσημεριανό τους στο εστιατόριο του Σαραβέλα (η μυρωδιά από τα κοκκινιστά του πρέπει να έχει εγκατασταθεί μόνιμα στη ρινική κοιλότητα των κατοίκων της γειτονιάς- όπως και στη δική μου).

Και ενώ οι «χωριάτες» ξεκινούσαν τα ψώνια τους, οι μαθητές ακολουθούσαν το δρόμο για το σχολείο. Η πορεία μου αυτή – έστω και για πολύ λίγο, μέχρι να φύγω από το νησί – με οδηγούσε στο Γυμνάσιο που στεγάζονταν στο κτήριο των Δικαστηρίων. Πάντα αυτό το κτήριο έχει μια επιβλητικότητα ανυπέρβλητη για μένα. ΄Ισως γιατί το έζησα ελάχιστα και δεν μου δόθηκε ο χρόνος να το απομυθοποιήσω. Θολωτές πόρτες, μαρμάρινα και ξύλινα πατώματα, ξύλινες σκάλες που σε ανέβαζαν στον πρώτο όροφο, προαύλιο στρωμένο με χαλίκι και σε μια άκρη ένα σκεπαστό υπόστεγο για την γυμναστική, για την περίπτωση που έβρεχε…. Σε ένα σημείο ένα μεγάλο δέντρο (πλάτανος;) και μια σειρά από βρύσες και γύρω – γύρω ψηλός πέτρινος περίβολος με μια σιδερένια πόρτα, που δεν σε άφηνε να δεις έξω …. Είχε όμως κάτι το πολύ ελκυστικό αυτή η πόρτα… ένα τετράγωνο παραθυράκι, που άνοιγε στα διαλείμματα και μπορούσες να αγοράσεις μια λαχταριστή τυρόπιτα από το μικροπωλητή της Χώρας.

pararthma21

Και οι καθηγητές όλοι με το κύρος του ανθρώπου που εμπνέει κατ΄αρχήν σεβασμό και κατόπιν μεταδίδει γνώση…. Απαιτητικοί και ανελαστικοί… έπρεπε να τα ξέρεις κάθε μέρα όλα! Εγώ , ας πούμε, αλλά και η πλειοψηφία των συμμαθητών μου, άσχετη με τη μουσική (όπως και τώρα), έπρεπε να ξέρω να παίζω στη μελώδικα όλα τα τραγούδια που μας δίδασκε η καθηγήτρια, καθώς και να τα τραγουδώ με νότες… Βέβαια υπήρχαν και συμμαθητές – μέλη της Φιλαρμονικής Λευκάδος – που ανέβαζαν το επίπεδο… όμως οι περισσότεροι δεν ξέραμε μουσική. Όμως η κυρία με το ποδήλατο και τα έντονα γυαλιά, που ίσως κάποιοι τώρα φέρνουν στο νου τους, έδινε στο μάθημα την πραγματική αξία που είχε…. Δεν ήταν «η ώρα του παιδιού»… ήταν το βασικό μάθημα που περιλαμβάνονταν στην εκπαίδευση των αρχαίων ελλήνων, μαζί με τη φιλοσοφία, τη γυμναστική, τα μαθηματικά… Η καθηγήτριά μας ήταν η αυστηρότητα προσωποποιημένη. Αλλά μήπως αυτή η αυστηρότητα δεν είναι που κάνει τα Λύκεια της επαρχίας, πάντα να διακρίνονται σε πρωτιές και επιτυχίες; … και η Λευκάδα δεν μένει πίσω σε αυτό.

Ήταν ένα σύντομο διάστημα αλλά μια μεγάλη σε σημαντικότητα περίοδος ζωής. Το νυχτερινό σχεδόν ξύπνημα, το πήγαινε, το έλα, το σχολείο, η πατρίδα μας, η παιδική μας ηλικία, η αρχή μας, η καταλυτική μας σχέση με ανθρώπους και πράγματα…. Όλα αυτά είναι η ζωή μας τελικά….

Ο χρόνος φεύγει δημιουργώντας αναμνήσεις…. Οι αναμνήσεις μένουν σχηματίζοντας προσωπικότητες και χαρακτήρες… χτίζοντας ζωές…

Πηνελόπη Κοψιδά

Προηγουμενο αρθρο
Βραδινά στιγμιότυπα από την πόλη της Λευκάδας
Επομενο αρθρο
Γιορτινό Χριστουγεννιάτικο δέντρο από τον Σύλλογο Ρωσόφωνων Λευκάδας

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *