HomeΕΠΙ ΠΑΝΤΟΣ ΕΠΙΣΤΗΤΟΥΟι επιπτώσεις των οικονομικών θεωριών στη ζωή μας

Οι επιπτώσεις των οικονομικών θεωριών στη ζωή μας

Οι επιπτώσεις των οικονομικών θεωριών στη ζωή μας
Πώς οι ΗΠΑ ξεπέρασαν το οικονομικό κραχ του 1929

Η καθημερινότητά μας κατακλύζεται από ειδήσεις οικονομικού περιεχομένου, ενώ οι οικονομικές πολιτικές επηρεάζουν σημαντικά τη ζωή μας. Η χώρα μας ανήκει εδώ και πολλά χρόνια στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οικονομική και νομισματική πολιτική της οποίας πηγάζει σε μεγάλο βαθμό από τη λεγόμενη μονεταριστική θεωρία (Monetarism – Monetary Economic Theory).

Ηγέτης αυτής της θεωρίας είναι ο Milton Friedman, ο οποίος το 1976 βραβεύτηκε με το νόμπελ οικονομίας, ενώ τη δεκαετία του 1980 αποτέλεσε ανεπίσημο οικονομικό σύμβουλο του προέδρου των ΗΠΑ Ronald Reagan. Μία έρευνα τον κατέταξε ως τον δεύτερο πιο δημοφιλή οικονομολόγο του 20ου αιώνα πίσω από τον άλλο διάσημο οικονομολόγο τον John Maynard Keynes.

Με αυτή τη θεωρία οι οικονομικοί κύκλοι ύφεσης και ανάπτυξης, καθώς και η αύξηση του πληθωρισμού των τιμών των προϊόντων και των υπηρεσιών ερμηνεύονται ως ένα καθαρά νομισματικό φαινόμενο. Επηρεάζονται δηλαδή από τον ρυθμό αύξησης ή μείωσης της προσφερόμενης ποσότητας χρήματος στην οικονομία μίας χώρας.

Ταυτόχρονα, επικροτείται το σύστημα της ελεύθερης αγοράς με ελάχιστη κρατική παρέμβαση, ενώ παράλληλα είναι κάθετα αντίθετη στη χρήση κάθε είδους επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής. Ο Friedman αν και ήταν αντίθετος στην ύπαρξη Κεντρικής Τράπεζας δεχόταν ως αναγκαστική την ύπαρξή της, αλλά ως ανεξάρτητη από την εκάστοτε κυβέρνηση, και με την προϋπόθεση να έχει ως στόχο μία σταθερά ελεγχόμενη αύξηση της ποσότητας χρήματος επιτυγχανόμενη μέσα από το διατραπεζικό σύστημα.

Στην πράξη δίνεται μεγάλη έμφαση στον σφιχτό δημοσιονομικό προϋπολογισμό, στον έλεγχο ή αν είναι δυνατό στην εξαφάνιση του δημόσιου ελλείμματος, στον έλεγχο του δημοσίου χρέους και στο επίπεδο των διατραπεζικών επιτοκίων. Ως εργαλεία παρέμβασης για την εξισορρόπηση της οικονομίας χρησιμοποιείται η γνωστή συνταγή των μέτρων λιτότητας, με αύξηση των φορολογικών εσόδων, με μείωση των μισθών και των συντάξεων, με περικοπή των κρατικών εξόδων υγείας, πρόνοιας και παιδείας, με τις εκτεταμένες αποκρατικοποιήσεις των δημοσίων επιχειρήσεων, και με τον έλεγχο των δημοσίων επενδύσεων.

Η υιοθέτηση αυτού του οικονομικού μοντέλου εκ μέρους της Ε.Ε. έλαβε χώρα το 1991 με την υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ. Στο σημείο αυτό να αναφέρουμε τις επιφυλάξεις που είχαν τότε διατυπώσει προς τους αρχηγούς των κρατών μελών της Ε.Ε. περίπου 400 οικονομολόγοι διαφορετικής φιλοσοφίας, αναφέροντας ότι η επιχειρηματολογία που βρισκόταν πίσω από τα τότε κριτήρια σύγκλισης αντλούνταν από τις μονεταριστικές θεωρίες, οι οποίες κατά τη γνώμη τους δεν ήταν αποδεκτές από όλους τους οικονομολόγους.

Ότι έρευνες διάσημων οικονομολόγων όπως Akerlof, Dickens, Perry, Barro, Saral, Stanners έδειχναν πως οι προτάσεις εκείνες δεν είχαν επιβεβαιωθεί, ενώ τόνιζαν ότι μία υπέρβαση του δημοσιονομικού ορίου ακόμα και σε περιόδους ύφεσης ήταν σχεδόν απαγορευμένη.

Στο απέναντι λοιπόν στρατόπεδο από αυτή θεωρία βρίσκεται η Κεϋνσιανή οικονομική θεωρία (Keynesian Economic Theory), ενώ πρόσφατα έχει προστεθεί και μία νέα θεωρία η Σύγχρονη Νομισματική Θεωρία (Modern Monetary Theory).

Η Κεϋνσιανή θεωρία προβλέπει την άνοδο των δημοσίων επενδύσεων και δαπανών σε περιόδους υφέσεων ώστε να καλυφθεί το έλλειμμα ζήτησης, κάτι που σημαίνει αποφυγή αύξησης της φορολογίας και ταυτόχρονα αύξηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων στις κρίσεις, τα οποία θα καλυφθούν από τα πλεονάσματα κατά την μετέπειτα εποχή της ανάπτυξης. Η πρακτική αποτελεσματικότητα της θεωρίας συντελέστηκε κατά την δεκαετία του 1930 από τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ Franklin Roosevelt και αποτέλεσε το περίφημο “New Deal”, που οδήγησε τις ΗΠΑ στην έξοδο από την περιβόητη βαριά κρίση του 1929-1930.

Τα μέτρα για την οικονομική επάνοδο αποτελούνταν από α) την εγκατάλειψη της σύνδεσης της προσφοράς χρήματος με το χρυσό, β) την ανάκτηση του ελέγχου της έκδοσης χρήματος από την κυβέρνηση και την αποδέσμευσή του από τον χρηματοοικονομικό τραπεζικό μηχανισμό, γ) την πραγματοποίηση δημοσίων δαπανών με σκοπό την τόνωση της οικονομίας και την καταπολέμηση της ανεργίας, δ) την μείωση των επιτοκίων δανεισμού, ε) την μεταρρύθμιση της τραπεζικής νομοθεσίας, στ) την διάσωση των υπό κατάρρευση τραπεζών με την κεφαλαιακή ενίσχυσή τους, ζ) την ενίσχυση της ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος, η) την προστασία των τραπεζικών καταθέσεων.

Ο θεμελιωτής της θεωρίας John Maynard Keynes, διέκρινε ότι η οικονομία των ΗΠΑ είχε υποπέσει σε μία σπειροειδή καθοδική πορεία χρόνιας και αυξανόμενης ύφεσης, με αύξηση της ανεργίας, με μειώσεις μισθών, και με πτώση της ζήτησης των αγαθών και των υπηρεσιών. Διέκρινε τη μεγάλη απόκλιση των εισοδημάτων των εργαζομένων και των εισοδηματιών, την απροθυμία να προβούν σε παραγωγικές επενδύσεις όσων διέθεταν την οικονομική δυνατότητα και την αδυναμία του χρηματοπιστωτικού συστήματος να συντελέσει στην εκμετάλλευση των υπαρχόντων διαθέσιμων κεφαλαίων.

Το κομβικό σημείο της θεωρίας του Keynes έγκειται στη διαπίστωση ότι υπάρχει περίπτωση η ελεύθερη αγορά να εισέλθει σε μία κρίση από την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει μόνη της ή ακόμα κι αν κατορθώσει να ξεφύγει τότε θα είναι πολύ επίπονο και χρονοβόρο. Χαρακτηριστική είναι η φράση του ότι «μακροπρόθεσμα είμαστε όλοι νεκροί”, εννοώντας ότι αν αφήσουμε την οικονομία να επανέλθει μόνη της σε κατάσταση ισορροπίας τότε εντωμεταξύ θα έχουμε φύγει από τη ζωή. Επομένως, όταν τα επιτόκια είναι ήδη χαμηλά και παρόλα αυτά δεν ευνοείται η επένδυση και η κατανάλωση, χρειάζεται η παρέμβαση του κράτους μέσα από δημόσια έργα, τα οποία θα χρηματοδοτηθούν με την δημιουργία νέου χρήματος από την κεντρική εκδοτική τράπεζα της χώρας η οποία και ανήκει στο ίδιο το κράτος. Στο σημείο αυτό πάλι είναι χαρακτηριστική η αναφορά του ότι «το να σκάβουμε τρύπες στο έδαφος θα αυξήσει όχι μόνο την απασχόληση αλλά και το εθνικό προϊόν από προϊόντα και υπηρεσίες.» Στη συνέχεια όμως, τονίζει ότι «δεν είναι λογικό μία κοινωνία να παραμείνει εξαρτημένη από τέτοιες σπάταλες μορφές καταπράυνσης όταν αντιληφθεί τις επιρροές από τις οποίες εξαρτάται μία αποτελεσματική για την οικονομία ζήτηση.» Δηλαδή, ότι δεν πρέπει η παρέμβαση του κράτους μέσω της υπέρμετρης δημοσιονομικής επέκτασης να συνεχιστεί όταν η οικονομία αρχίσει να επανέρχεται σε αναπτυξιακούς ρυθμούς.

Η συμβολή των οικονομικών ιδεών του Keynes στην οικονομική ανάπτυξη των ΗΠΑ αλλά και παγκοσμίως, από τα μέσα του 1930 έως τα μέσα του 1970 περικλείεται στη φράση του Richard Nixon προέδρου των ΗΠΑ το 1971 όταν δήλωσε ότι «τώρα είμαστε όλοι Κεϋνσιανοί».

Με την πάροδο των ετών οι ιδέες του Keynes έτυχαν παρερμηνείας από αρκετές χώρες και πολιτικούς που ανήκαν στον λεγόμενο χώρο της αριστεράς και της επονομαζόμενης σοσιαλοδημοκρατίας, με συνέπεια να πραγματοποιηθούν υπέρογκες δημόσιες δαπάνες, ανεξέλεγκτες μόνιμες κρατικοποιήσεις επιχειρήσεων και κακή διαχείριση των οικονομικών πόρων. Η συνέπεια ήταν η εμφάνιση χρονικά παρατεταμένα μεγάλων δημοσιονομικών ελλειμμάτων, η υπερθέρμανση των οικονομιών, η εμφάνιση υπερπληθωρισμού και η οικονομική στασιμότητα. Έτσι, από το τέλος της δεκαετίας του 1970, και ιδιαίτερα κατά τις δεκαετίες του 1980 και του 1990, οι ιδέες του έμπαιναν συνεχώς στην άκρη και την σκυτάλη παρελάμβανε ο μονεταρισμός.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Keynes ήρθε όντως αντιμέτωπος με τις ιδέες των κλασικών φιλελεύθερων οικονομολόγων περί αλάνθαστης ελεύθερης αγοράς, όμως δεν μίλησε περί κρατισμού ή μόνιμων ανεξέλεγκτων δημοσιονομικών παροχών. Οι ιδέες του εκ των πραγμάτων βελτίωσαν το οικονομικό σύστημα ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσεων.

Από την άλλη πλευρά, η μονεταριστική πολιτική δέχεται όλο και περισσότερα πυρά καθώς τις τελευταίες δεκαετίες έχει αυξηθεί δραματικά η οικονομική ανισότητα στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες, η συνεχιζόμενη οικονομική λιτότητα έχει κουράσει τους πολίτες, ενώ τα εργαλεία της μείωσης των επιτοκίων διατραπεζικού δανεισμού και της αγοράς χρεογράφων από τις κεντρικές τράπεζες στα πλαίσια των προγραμμάτων ποσοτικής χαλάρωσης έχουν φτάσει σε σημεία εξαντλήσεως.

Η Τρίτη και νεότερη οικονομική θεωρία είναι η αποκαλούμενη Σύγχρονη Νομισματική Θεωρία (Modern Monetary Theory – MMT), η οποία εμφανίστηκε τα τελευταία χρόνια από μία ομάδα οικονομολόγων μεταξύ των οποίων οι Warren Mosler, Bill Mitchell, Stephanie Kelton και η οποία δεν έχει ακόμα υιοθετηθεί στην πράξη από κάποιο κράτος. Η θεωρία αυτή υποστηρίζει ότι οι χώρες οι οποίες διαθέτουν το δικό τους νόμισμα μπορούν με την έκδοση νέου χρήματος να χρηματοδοτήσουν κρατικές δαπάνες και δημόσια έργα μέχρι το σημείο πλήρους απασχολήσεως. Θεωρούν ότι οι χώρες που διαθέτουν εθνικό νόμισμα δεν μπορούν να χρεοκοπήσουν.

Προβάλουν χαρακτηριστικά τη φράση του πρώην προέδρου της FED (Κεντρικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ) Alan Greenspan ο οποίος, αν και θεωρείται υπέρμαχος του μονεταρισμού, το 2005 απευθυνόμενος στο Κογκρέσο είπε ότι δεν υπάρχει τίποτα που να εμποδίζει την ομοσπονδιακή κυβέρνηση να δημιουργήσει τόσα πολλά χρήματα όσα θέλει και να τα καταβάλει σε κάποιον. Προτάσσουν επίσης, την νομισματικοποίηση του δημοσίου χρέους, δηλαδή την αγορά του χρέους από την κεντρική τράπεζα της χώρας με τη δημιουργία χρήματος, τονίζοντας ότι η ενέργεια αυτή αποτελεί μία απλή λογιστική εγγραφή και ότι η συνολική προσφορά χρήματος δεν θα αλλάξει. Για παράδειγμα, αν μία κυβέρνηση έδινε εντολή στην κεντρική τράπεζα να καλύψει το έλλειμμα των ασφαλιστικών ταμείων με τη δημιουργία νέου λογιστικού χρήματος, τότε οι συντάξεις δεν θα χρειαζόταν να μειωθούν, ενώ ταυτόχρονα δεν θα άλλαζε η διατιθέμενη ποσότητα χρήματος στην αγορά, καθώς οι συνταξιούχοι θα συνέχιζαν να εισπράττουν την ίδια ακριβώς σύνταξη με αυτήν που εισέπρατταν προηγουμένως.

Αν και πολλοί θεωρούν ότι η θεωρία αυτή συντάσσεται με την θεωρία του Keynes, οι σύγχρονοι Κεϋνσιανοί οικονομολόγοι όπως ο νομπελίστας Paul Krugman εκφράζουν ενστάσεις απέναντί της, καθώς θεωρούν ότι υποστηρίζει υπέρμετρα τα δημοσιονομικά ελλείμματα και αγνοεί τις πληθωριστικές επιπτώσεις από μία παρατεταμένη διατήρησή τους σε περιόδους που η οικονομία αναπτύσσεται δυναμικά. Συμφωνούν όμως, στο βασικό σημείο της οικονομικής πολιτικής για την αναπτέρωση της οικονομίας μέσα από τη δημοσιονομική πολιτική.

Το ζητούμενο από τη μελέτη κάθε μίας οικονομικής θεωρίας είναι η διάκριση των θετικών και των αρνητικών στοιχείων τους, το πάντρεμα κάποιων εφαρμογών τους και η αποφυγή σφικτής πρόσδεσης μεμονωμένα σε μία από αυτές. Η επιτυχία αυτής της διαδικασίας θα ενισχυόταν από τον επαναπροσδιορισμό της έννοιας του χρήματος που δυστυχώς πλέον συμβαδίζει με την οικονομική δύναμη και ισχύ. Αν δηλαδή, οι πολιτικοί αλλά και οι πολίτες συνειδητοποιούσαν τον σκοπό της εξ αρχής χρήσης του ως ένα εργαλείο διευκόλυνσης των συναλλαγών, ως ένα μέσο συναλλακτικής επικοινωνίας και όχι σαν ένα μέτρο πλούτου. Στο πλαίσιο αυτό κινείται η φράση του νομπελίστα οικονομολόγου Amartya Sen ότι η οικονομική ανάπτυξη είναι έννοια ευρύτερη και πιο σημαντική από την αύξηση των οικονομικών μεγεθών, καθώς και ότι η ανάπτυξη αποτυπώνεται από την αύξηση κοινωνικών και πολιτισμικών αγαθών αλλά και από αξίες που δεν εκφράζονται με νούμερα. Η ευημερία επομένως, δεν μετριέται με μετρήσιμες αλλά με ανιδιοτελείς αξίες και η ανθρωπότητα δεν προόδευσε έχοντας σαν πρωτεύοντα στόχο την οικονομική εξέλιξη, αλλά όταν βασίστηκε σε ιδανικά και έννοιες όπως το δίκαιο, την αλήθεια, το άριστο, την αρετή.

Μαργέλης Κωνσταντίνος

Προηγουμενο αρθρο
Ο Δίας και οι Έλληνες
Επομενο αρθρο
Στη Λευκάδα του Αγίου Πνεύματος ο Κυριάκος Μητσοτάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *