HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΟι Κουρείς στην παλιά Λευκάδα φκιάνανε μαντολάτο και παστέλι, βγάζαμε δόντια, κόβανε βεντούζες, τη λιόκριση και πουλούσαν βδέλλες

Οι Κουρείς στην παλιά Λευκάδα φκιάνανε μαντολάτο και παστέλι, βγάζαμε δόντια, κόβανε βεντούζες, τη λιόκριση και πουλούσαν βδέλλες

Τα παλιά κουρεία και οι κουρείς στη Λευκάδα, όσο φθάνει η μνήμη ελάχιστων συγχρόνων, καλύπτουν μιαν ολόκληρη εποχή, πάνω – κάτω δυο γενιές, απ’ την αρχή του αιώνα μας, μιαν εποχή της οποίας οι κουρείς υπήρξαν πρωταρχικό στοιχείο στην επαγγελματική και κοινωνική ζωή του τόπου, μέχρι του σημείου να δεσπόζουν σε πολλούς τομείς, πέραν απ’ το βασικό τους επάγγελμα.

Τα παλιά κουρεία γνώρισαν μεγάλες δόξες. Η αποστολή τους, όπως την επεξέτειναν οι κατ’ εξοχήν δραστήριοι επαγγελματίαι εκείνης της εποχής, ήτανε αφάνταστα πολύπλευρη, κι εκάλυπτεν ένα πλήθος απ’ τις τότε, περιορισμένες άλλωστε, ανάγκες της κοινωνίας μας.

Πρωτοπόρος στο επάγγελμα στη μνήμη των πολύ παλιών, ήτανε ο επιλεγόμενος Χούτας, κουρέας γραφικότατος κι … υπαίθριος!!

Όλα τα σύνεργά του, τα είχε μέσα σε μια ντάσκα (είδος σάκας), που είχε περασμένη χιαστί στον ώμο του. Αυτός ο τρόπος αναρτήσεως είχε τριπλό σκοπό. Γυρίζοντας τη ντάσκα μπροστά του να βρίσκει εύκολα ό,τι του χρειαζότανε, να μη πέφτει κάτω η ντάσκα από τον ώμο του και τέλος να μην κινδυνεύει να την ξεχάσει πουθενά, για να τη χάσει ή να του την κλέψουνε.

Στέκι του μόνιμο η πλατεία του Αγίου Μηνά, πίσω απ’ τα παλιά Χάνια, μίαν ερημική τότε περιοχή, όπου τα πρωινά περίμενε τους πελάτες του, κατ’ αποκλειστικότητα χωριάτες που έρχονταν απ’ τα χωριά τους να ψωνίσουνε και να νταραβερισθούνε, αξύριστοι από βδομάδες και μήνες, γιατί στα χωριά δεν υπήρχαν κουρεία.. Ο Χούτας κάθιζε τον πελάτη σε μια πέτρα ριζιμιά που βρισκότανε εκεί και τούκανε ένα ξούρισμα… Σουλιώτικο, δηλαδή με κρύο νερό και ψευτοσαπουνάδα από πράσινο σαπούνι. Για το ξούρισμα έπαιρνε μια ή δύο δεκάρες και για το κούρεμα άλλες δύο, ανάλογα με τη συμφωνία και το παζάρι με τον πελάτη. Μόλις τέλειωνε την δουλειά του, μεταξύ σοβαρού και αστείου, έλεγε στον πελάτη «την παπαλιά σου και δρόμο!» Καμία φορά η παπαλιά δινόντανε και στην πραγματικότητα, για ν’ αναγκαστεί ο πελάτης να φύγει μια ώρα αρχύτερα και να πάρει άλλος αράδα στην πέτρα. Όταν φεύγανε οι χωριάτες για τα χωριά τους, ο Χούτας έφερνε βόλτες στο παζάρι με τη ντάσκα του, προς άγραν πελατών.

Κουρείο Φίλιππου Μεσσήνη: Λαογραφικό Μουσείο Ορφέα

Υπήρχανε βέβαια μαγαζιά, στην ίδια περίπου τυπική μορφή με τη σημερινή. Φυσικά, επιπλωμένα με το γούστο της εποχής, θα μπορούσε να πούμε, πιο λεπτό απ’ το σημερινό. Στους τοίχους κρεμασμένες παλιές γκραβούρες ή λιθογραφίες που παρασταίνανε ιστορικά γεγονότα, ερωτικές σκηνές, σκηνές από όπερες κλπ. Άφθονα τα κλουβιά με τα καλλικέλαδα πουλιά, γαρδέλια, ατσάραντοι, φαγανέλια που πιάνανε οι ίδιοι οι κουρείς με ξόβεργα, καμιά φορά στα κατόπιν χρόνια και καναρίνια.

Οι κατ’ εξοχήν συμπαθείς επαγγελματίες της παλιάς εποχής, ευγενείς, ευσυνείδητα και με καλλιτεχνική έφεση, αλλά και πνεύματα ανήσυχα, έφθασε να εκτελούν αυτόχρημα κοινωνική αποστολή.

Φυσικά, βασικό επάγγελμα είχανε του κουρέα, πού ήκμαζε τότε αφού και οι ξυριστικές μηχανές, ήτανε άγνωστες και πολύ περισσότερο άγνωστες οι ηλεκτρικές μηχανές για τα μαλλιά,. Το βασικό σύνεργο το ψαλίδι, δούλευε με μαεστρία αδιάκοπα στο δεξί του χέρι ο κουρέας, ακόμα και όταν με τάλλο χτένιζε τα μαλλιά του πελάτη, παίρνοντας κάθε τόσο καμιά τρίχα που περίσσευε, και το… κελάδημα του ψαλιδιού, συναγωνιζότανε το… κελάηδημα του πάντα λαλίστατου κουρέα, με σεγοντάρισμα το κελάηδημα. των πουλιών, που φαίνεται πως ενθουσιαζότανε απ’ αυτό τον αρμονικό θόρυβο.

Ακόμα οι σημερινοί κουρείς διατηρούν την παράδοση των κλουβιών με τα ωδικά πουλιά στα μαγαζιά τους.

Το ψαλίδι ήθελε ξεχωριστή επιδεξιοσύνη. Τότε πολλοί Λευκαδίτες διατηρούσανε φαβορίτες, μπαρμπέτες, υπογένεια αλά Ναπολέων (μουσέτα τα λέγανε τότε), ακόμα και γενειάδες, που όλα αυτά θέλανε δύσκολη τεχνική.

Μετά το κόψιμο των μαλλιών, ακλουθούσε το ξύρισμα με το γνωστό και σήμερα ξυράφι. Παλιότερα ήτανε πολύ συνηθισμένο και το λούσιμο των πελατών πού γινότανε στο ιδιαίτερο, κι’ όλα τα κουρεία είχανε, όπως έχουνε και σήμερα, ένα χώρισμα στο πίσω μέρος, αρκετά μεγάλο γιατί το χρησιμοποιούσαν και για την παρασκευή του μαντολάτου και του παστελιού. Μπροστά στο λαιμό του πελάτη, τοποθετούσανε μια ειδική λεκάνη, κατά κανόνα χάλκινη, με μιαν εσοχή (εγκοπή) πού εφήρμοζε στον λαιμό του πελάτη και που την κρατούσε ο ίδιος με τα χέρια του, σκύβοντας το κεφάλι.

Το λούσιμο ακλουθούσε το ξύρισμα, και μόλις τέλειωνε, γι’ απολύμανση ο κουρέας έτριβε το πρόσωπο του πελάτη με στίψη, σε σχήμα μικρού σαπουνιού, αφού πρώτα το έπλενε με νερό. Στη συνέχεια, στους καλούς πελάτες βάζανε κολώνια, ακριβή και δυσεύρετη εκείνη την εποχή, που γι’ αυτό το λόγο, καμία φορά, νοθεύανε με νερό κι’… αλάτι ή αλυσατίρη (αλμυρό οξύ πού αγοράζανε απ’ τα φαρμακεία) για να τσούζει και να δείχνει καλής ποιότητος. Τους κατίβους (κατωτέρους) πελάτες πασαλείφανε με… τριανταφυλλόξιδο!

Τέλος, τοποθετούσανε πάλι στο λαιμό του πελάτη το λεγένι και του τρίβαν το πρόσωπο με άφθονη πόλβερη, όπως λέγανε τότε τη Ζακυνθινιά πούδρα εκλεκτής ποιότητος.

Σωστή ιεροτελεστία ήτανε η περιποίηση του μουστακιού, του συμβόλου της ανδροπρεπείας της εποχής, τότε που ο μουστακαλήδες με τα ερειμάνια μουστάκια, ήτανε κάτι το συνηθισμένο. Με το κατάλληλο ψαλίδισμα, δίνανε στο μουστάκι το σχήμα αλά Κάιζερ. Ύστερα με το ειδικό, σαν ψαλίδι που ανοιγόκλεινε, σίδερο, καμένο στο καμινέτο, φυσικά στην πρεπούμενη θερμοκρασία για να μην… καούν οι τρίχες του μουστακιού, γιατί αυτό θα εθεωρείτο θανάσιμη προσβολή κι’ αλλοίμονο στον κουρέα, κάνανε το μουστάκι σωστό τσιγκέλι, το πασαλείβανε με άφθονη μαντέκα, που ήτανε μέσα σε σωληνάρια σαν τη σημερινή οδοντόπαστα, στερεώνανε τις άκρες του με ειδικά τσιμπίδια και τελικά τοποθετούσανε το μουστακοδέτη που τον δένανε πίσω απ’ το κεφάλι, πάνω απ’ τα αυτιά και παρέμενε φασκιωμένο το μουστάκι, με μουτρωμένο τον πελάτη για το ελαφρό αυτό ρεζίλεμα, ένα χρονικό διάστημα όσο να φορμαριστεί η τσάκιση του μουστακιού.

Ήταν και μερικοί μερακλήδες και στα… μαλλιά και ζητούσανε απ’ τους κουρείς να τους τα… κατσαρώσουνε. Γι’ αυτή τη δουλειά υπήρχε ένα άλλο ψαλίδι, σαν το ψαλίδι του μουστακιού αλλά πιο χονδρό και διπλό και με την ίδια περίπου διαδικασία κατσαρώνανε τα μαλλιά κατά την υπόδειξη του πελάτη. —Κάνε μια σκάλα εδώ, άλλη μία εκεί…

Είπαμε πώς τα κουρεία είχανε πολλαπλή αποστολή. Εκτός άπ’ τη παρασκευή και πώληση του εξαίρετου μαντολάτου και παστελιού που συνεχίζεται και σήμερα μονοπωλιακά σαν από κάποιον άγραφο νόμο σεβαστό απ’ όλους ακόμα κι’ απ’ τους ζαχαροπλάστες, οι κουρείς είχανε μια ακατανίκητη έφεση στην οδοντιατρική, και στην ιατρική.

Με μια τανάλια, φυσικά χωρίς καμία αναισθησία, βγάζανε μ’ αρκετή τέχνη τα δόντια των πελατών τους! Απ’ τους παλιότερους κουρείς – οδοντίατρους, μιαν εποχή που φυσικά δεν υπήρχαν επιστήμονες οδοντίατροι, πιο ειδικευμένοι ήτανε ο Νίκος ο Παδέλας, ο οποίος μάλιστα είχε και αρκετά εργαλεία γι’ αυτή τη δουλειά, που του προμήθευσε κάποιος γιατρός, κι’ ο Αργύρης Ροντογιάννης που τον διαδέχτηκε στο επάγγελμα ο γιός του Σπύρος, ενώ ο άλλος γιός του κρατούσε με τα δύο του χέρια ακίνητο το κεφάλι του ξαπλωμένου στην πολυθρόνα του κουρείου, πελάτη

Ο Σπύρος ο Ροντογιάννης, ένας απ’ τους πιο ήσυχους κι’ ευγενικούς ανθρώπους της εποχής, ήτανε αφάνταστα πολυπράγμων. Η δραστηριότητά του επεξετείνετο και σε άλλους απίθανους τομείς.

Επιδιόρθωση ομπρελών στου Αυγουστίνου, Λευκάδα 1972, φωτογραφία: Fritz Berger.

Ήταν για πολλά χρόνια ο μοναδικός βιβλιοδέτης στην πόλη μας, επισκεύαζε ομπρέλες και προ σαράντα χρόνων υπήρξε και ανταποκριτής αθλητικών εφημερίδων, αλλά και… μάνατζερ του τότε πρωταθλητή μέσων βαρών Μπάμπη Ρούσου, με αποτέλεσμα στο κουρείο του να συγκεντρώνονται όλοι οι… υποψήφιοι, πραγματικοί ή φανταστικοί παλαισταί της εποχής εκείνης. Ακόμα ασκούσε και εμπόριο… βδελλών, κι’ είχε στο ιδιαίτερα του κουρείου του ένα ξύλινο βαρέλι γιομάτο λιωμένο πηλό, άφθονες βδέλλες που προμηθευόντανε από τον Βάλτο (λίμνη Βουλκαριάς) και τις πουλούσε χονδρικώς στα άλλα κουρεία, αλλά και λιανικώς στο δικό του. Μα και κάτι απίθανο, έστω και για κουρέα, έκανε κάθε παραμονή των Βαΐων ο Σπύρος Ροντογιάννης. Φιλοτεχνούσε στο κουρείο του με πολλή καλαισθησία τα βάγια για να τα πωλήσει στις εκκλησίες.

Εκτός από το βγάλσιμο των δοντιών, οι κουρείς είχανε ειδικευτεί και σαν πρακτικοί γιατροί με μεγάλη μάλιστα πελατεία. Κόβανε βεντούζες με το ξυράφι, αργότερα με ειδική μηχανή και ρίχνανε βεντούζες. Μάλιστα σε πολλές βιτρίνες κουρείων είχανε θεαματικά γυάλινα δοχεία με νερό, που μέσα κολυμπούσανε οι τόσο αηδιαστικές βδέλλες που τις συνιστούσαν και τις πουλούσαν στους πελάτες τους για τα κρυολογήματα και την… πίεση, γιατί οι βδέλλες, κάνανε αφαίμαξη.

Ονομαστός ήτανε, ο Ηλίας ο Πρόσφυγας, που το ιδιαίτερο του κουρείου του Σούρα είχε μετατρέψει σε ιατρείο του. Εκεί έκοβε τη λιόκριση (Χρυσή), θεράπευε την τριχόπτωση, τα εκζέματα κι’ έκανε ένα σωρό γιατροσόφια για τις πιο απίθανες αρρώστιες. Τη λιόκριση την έκοβε με το ξυράφι του. Με το να χέρι έπιανε κι’ έβγαζε έξω απ’ το στόμα τη γλώσσα του ασθενή, ενώ με το άλλο αφαιρούσε από το κάτω μέρος της γλώσσας κομματάκια… κρέας Κι’ αφού τέλειωνε αυτή η δουλειά, συνιστούσε στον πελάτη να φάει αμέσως τέσσαρες αλμυρές σαρδέλες για… απολύμανση!

Άλλοι κουρείς είχανε ειδικευτεί στα δερματικά, κι’ εκτός απ’ τα εκζέματα θεραπεύανε και τις λειχήνες με βασικό φάρμακο τη γαλαζόπετρα (θεϊκός χαλκός) λιωμένη στο νερό, ακόμα θεραπεύανε τον άνθρακα (κακό σπυρί) και το καρφάκι.

Και σε πολλές άλλες θεραπείες διαφόρων ασθενειών επιτηδευόντανε οι κουρείς, μάλιστα μερικοί φθάσανε και μέχρι τη σφαίρα… των αφροδισίων.

Η δραστηριότητα των κουρέων σ’ επαγγέλματα άσχετα με τη δουλειά τους ήτανε απίθανη. Είχανε ακόμα το μονοπώλιο επισκευής ομπρελών και μέχρι πρόσφατα ο Χρήστος ο Καλάκης, ενώ είχε παύσει να κάνει τον κουρέα, συνέχιζε στο κουρείο του, κοντά στο Μαρκά να επισκευάζει ομπρέλες.

Τα κουρεία ήτανε τα κοσμικά και καλλιτεχνικά σαλόνια της εποχής.
Η τάξη τους άλλωστε εθεωρείτο πολύ καλή Κι’ η τέχνη τους ευγενής, αλλά και αρκετά επικερδής, γι’ αυτό οι πατεράδες φιλοδοξούσανε να μάθουνε την τέχνη στα παιδιά τους. Τα κουρεία είχανε κάμποσους «μαθητάδες – καλφάδες», όπως αποκαλούσανε τους μαθητευομένους κουρείς, που στις ώρες της σχόλης των, σπάγανε στο ιδιαίτερο αμύγδαλα, απαραίτητο υλικό για το μαντολάτο και το παστέλι που όπως είπαμε φκιάνανε μονοπωλιακά οι κουρείς.

Οι μαθητευόμενοι ήτανε τελείως ανέξοδοι, γιατί ούτε τους πληρώνανε οι μαστόροι (κουρείς), ήτανε δε άγνωστο τότε το Ι. Κ.Α., γι’ αυτό και σ’ όλα τα επαγγέλματα δουλεύανε άφθονοι μαθητευόμενοι και έτσι βγήκανε οι σπουδαίοι μαστόροι της εποχής εκείνης που σήμερα σώζονται ακόμη μερικοί, περιζήτητοι για την καλή κι’ ευσυνείδητη δουλειά τους.

Οι βοηθοί των κουρέων περιμέναμε τους «σερδενέδες» (φιλοδωρήματα), κι’ υπενθύμιζαν την παρουσία τους βουρτσίζοντας μ’ επιμέλεια κι’ επιμονή καμιά φορά ενοχλητική, το γιακά απ’ το σακάκι του πελάτη, μετά την περιποίηση του κουρέα, κι’ αυτό το βούρτσισμα συνεχιζότανε χωρίς να υπάρχει πλέον ανάγκη, μέχρι που ο πελάτης να δώσει το καθιερωμένο σερδενέ.

Η δουλειά των κουρέων ήτανε αφάνταστα κουραστική τα Σαββατοκύριακα, και τις παραμονές των γιορτών, που όλοι θέλανε να φκιάσουνε, τότε ο περισσότερος κόσμος ξυριζόντανε μονάχα κάθε Σάββατο, γι’ αυτό τα κουρεία μένανε ανοιχτά μέχρι τη μία ή τις δύο περιμένοντας και τους μονίμους καλούς πελάτες, τους καλοπληρωτές. Εκείνο τον καιρό παραλήδες ήτανε οι αμαξάδες, οι καροτσέρηδες, οι βαρκάρηδες, οι μαουνιέρηδες κι’ οι χασάπηδες. Αυτοί χαλάγανε πολλά λεπτά σε διασκέδαση, στα καφέ – αμάν και στις ταβέρνες και δεν εννοούσαν να διακόψουνε τη διασκέδασή τους, αφού ξέρανε μάλιστα πώς οι κουρείς θα τους περιμένανε ότι ώρα και να πηγαίνανε. Άγνωστες τότε οι ώρες εργασίας και η Κυριακή αργία, κι’ οι ταλαίπωροι Φιγκαρώ ξεθεωνόντανε απ’ την κούραση και την ορθοστασία. Νοιώθανε την ανάγκη να φάνε κάτι ζεστό για να μην πέσουνε απ’ τα ποδάρια τους. Γι’ αυτό στο ιδιαίτερο μερικών κουρείων, στη πάντα αναμμένη φουφού με τα κάρβουνα, για να ζεσταίνεται το νερό για τη δουλειά τους, βάζανε μια κατσαρόλα με… πατσά, που τον αγοράζανε έτοιμο καθαρισμένο απ’ τον Κουφάκια, κι’ όταν έβραζε, ένας – ένας απ’ τους κουρείς και τους βοηθούς ξέφευγε απ’ τη δουλειά, πήγαινε στο ιδιαίτερο, γιόμιζε ένα πιάτο πατσά και έτρωγε!

Το κουρείο του Μπόρσα, 1967, αρχείο Νίκου Τσιρίμπαση

Οι κουρείς γενικά αγαπούσαν το διάβασμα, την όμορφη συζήτηση, το σπιρτόζικο Λευκαδίτικο καλαμπούρι, ακόμα μαθαίνανε Ιταλικά, την ξένη γλώσσα της μόδας, πριν η μόδα καθιερώσει τα Γαλλικά, και τη μιλούσανε με τους αρχόντους, όλους Ιταλομαθείς και με άλλους που ξέρανε τη γλώσσα. Μάλιστα ήτανε τότε στη Λευκάδα, στις αρχές του αιώνα μας, παροικία Ιταλική και εκκλησία Καθολική κοντά στο μποσκέτο, η Φράγκικη όπως τη λέγανε. Ερχόντανε δε κάθε τόσο καθολικός ιερέας απ’ την Κέρκυρα, ο Φλάρης, για εκκλησία στους καθολικούς και στην ίδια εκκλησία δίδασκε δωρεάν τα Ιταλικά σ’ όσους θέλανε να παρακολουθήσουνε. Αλλά και πολλοί Ιταλοί ναυτικοί βρισκότανε πάντα στη Λευκάδα, που ερχόντανε με τα πλοία τους να μπαρκάρουνε το γνωστό κατάμαυρο, Αγιομαυρίτικο κρασί, απ’ τα βαρτζαμιά σταφύλια, που μεταφέρανε στην Ιταλία.

Πολλοί κουρείς ήτανε γραμμένοι στη Φιλαρμονική μας και παίζανε διάφορα όργανα, μερικοί μάλιστα εγκαταλείψανε το επάγγελμα του κουρέα και επήγανε στη μουσική του Στρατού όπου σταδιοδρομήσανε.

Αυτό το «κατεστημένο», θέλησαν κάποτε, προ 40 περίπου χρόνων, να σπάσουνε οι προοδευτικοί αδελφοί Κουρταίοι, που ήρθανε απ’ την Αμερική, και φκιάσανε ένα πολυτελέστατο Αμερικάνικου τύπου, κουρείο στην κεντρική αγορά με πολυθρόνες αυτόματες σπαστές κι’ όλα τα νεώτερα εξαρτήματα και σύνεργα. Στην αρχή πήγανε μερικοί από περιέργεια, αλλά δεν άργησε η νέα επιχείρηση να χρεοκοπήσει, να κλείσει το μοδέρνο κουρείο κι’ οι ιδιοκτήται του απογοητευμένοι να πουλήσουνε τα έπιπλα γιατί ο κόσμος δεν μπορούσε να ξεφύγει απ’ τη τόσο γνώριμη, ζεστή, κι’ ευχάριστη ατμόσφαιρα των παλιών κουρείων, με τα όμορφα καλαμπούρια των κουρέων, τα τραγούδια και τη μουσική.

Με το πέρασμα του χρόνου χαθήκανε όλοι οι παλιοί κουρείς, ελάχιστοι ζουν συνταξιούχοι, ακόμα χάθηκε κι’ η παλιά, τόσο χαρακτηριστική ατμόσφαιρα των κουρείων. Η πρόοδος, η μόδα κι’ οι σύγχρονες αντιλήψεις, έπληξαν αφάνταστα το επάγγελμα, μα κι’ οι σημερινοί κουρείς διατηρούν ακόμα κάτι απ’ τη ψυχολογία των παλιών και κατά κάποιο τρόπο συνεχίζουνε τη παλιά παράδοση, γι’ αυτό εκτός απ’ τη βασική δουλειά τους, συνεχίζουνε τη μονοπωλιακή παρασκευή και πώληση του μαντολάτου και παστελιού, σε καλαίσθητη συσκευασία, καθώς και την πώληση του μελιού, ακόμα τα μαγαζιά τους πλουτίσανε με διάφορα καλλυντικά, είδη αλιείας, ψιλικά και χίλια δύο εμπορεύματα, άσχετα με το επάγγελμα τους.

Τάκη Μαμαλούκα: «Λαογραφικά της Λευκάδας», 1978

Προηγουμενο αρθρο
Η βαρκούλα του καναλιού της Λευκάδας στη δύση του ήλιου
Επομενο αρθρο
Ο Δήμος Λευκάδας κάνει έκκληση για την τήρηση των κανόνων καθαριότητας

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *