HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΟι Παρασκευές της Μεγάλης Σαρακοστής σε αφήγηση του Βούλη Βρεττού

Οι Παρασκευές της Μεγάλης Σαρακοστής σε αφήγηση του Βούλη Βρεττού

Απόσπασμα προφορικής αφήγησης του Βούλη Βρεττού σε ραδιοφωνική εκπομπή του Studio Lefkatas – Μεγάλη Δευτέρα, 8 Απριλίου 1996
Η απομαγνητοφώνηση έγινε από τον Αρχιμανδρίτη πατέρα, Ιωαννίκιο Ζαμπέλη.

Θρασύβουλος (Βούλης) Βρεττός

Ήμουνα παιδί της Αγίας παρασκευής… Μικρό παιδί ήταν η μόνη μου χαρά, -και σε όλα μου τα γειτονόπουλα της Αγίας Παρασκευής- επηγαίναμε όλοι στην εκκλησά. Η ζωή μας ήτανε η Αγία Παρασκευή. Εκεί ήταν ο Θοδωράκης της Ανθής ο λεγόμενος, ή Αραβανής κι ο σχωρεμένος ο Ευγένιος ο Μαυρομάτης. Στο τέλος εψέλνανε ο ένας απ’ το ένα μέρος κι ο άλλος απ’ το άλλο –«Άσπιλε, αμόλυντε, άφθορε, παρθένε αγνή…»

Τις Παρασκευές τις Μεγάλης Σαρακοστής ψελνότανε ο Ακάθιστος Ύμνος, οι Χαιρετισμοί. Δηλ. τέσσαρες Παρασκευές συνέχεια και στην πέμπτη Παρασκευή ήτανε όλοι οι Χαιρετισμοί μαζί. Ήταν όλος ο Ακάθιστος Ύμνος.Οι Χαιρετισμοί βεβαίως διαβαζόντανε και διαβάζονται μεγαλοπρεπώς με κόρο στους περισσότερους ναούς της πόλεως μας.

Οι εκκλησίες, λοιπόν, για τους Χαιρετισμούς ήτανε γεμάτες και είναι νομίζω και σήμερα, αλλά πιο πολύ ήτανε τότε, από πιστούς. Και πηγαίνανε στους Χαιρετισμούς για να ακούσουνε… Επηγαίνανε όμως, εκτός από τους ναούς της πόλεως, ήτανε καθιερωμένο και είναι και τώρα -είναι ακόμα- όλοι τ’ απογιόματα της Παρασκευής στη Φανερωμένη και με τα πόδια την παλιά εποχή. Τώρα, βέβαια, πάνε με αυτοκίνητα γιατί έχουνε όλοι ΙΧ. Επηγαίνανε πάντα στην Φανερωμένη για τους Χαιρετισμούς που γινόντανε τ’ απόγιομα. Τότε γινόντανε στις 16:00 η ώρα.

Διότι στο μοναστήρι… ο πάτερ Νικηφόρος έδωσε μεγάλη πνοή και ζωή, όπως ξέρουμε. Εδημιούργησε άλλη κατάσταση… έγινε όπως πρέπει… παγκοσμίου, ας το πούμε φήμης. (…)

Εγώ θυμάμαι στην εποχή μου- τους διάβαζε ο Ηγούμενος, ο λεγόμενος «Γούμενος» όχι «Ηγούμενος». Ο Γούμενος τονε ελέγαμε. Δεν ήταν άλλος τότε, στην εποχή μου βέβαια, από τον Γαβριήλ Ρομπότη Αρχιμανδρίτη. Έζησε πολλές δεκαετίες, εμόνασε στην Φανερωμένη. Ήτανε καλός Χριστιανός. Ήτανε συνδεδεμένος και με τη Μονή, αλλά και με τον κόσμο. Τονε γνώριζε ο κόσμος όλος. Ήτανε ευπροσήγορος. Δεχόντανε τον κόσμο. Ήτανε πάρα πολύ καλός και τονε θυμούνται όλοι οι παλιοί οι Λευκαδίτες. Εγώ θυμάμαι και την κηδεία του, που ήτανε όλη η Λευκάδα στην Φανερωμένη.

Και εκεί ήτανε ψάλτες ο Σπύρος ο Μπόρσας και ο Μήτσος ο Σκιαδάς. Ο Σκιαδάς ήτανε Επίτροπος και πούλαγε τα κεριά. Και ήταν άνθρωπος πολύ της Εκκλησίας και πολύ συνδεδεμένος με τον πρώην Μητροπολίτη, τον αείμνηστο Δωρόθεο… Ήταν άνθρωπος της Εκκλησίας ο Σκιαδάς κι είχε κάμει και κάποιες αφιερώσεις κτλ. σε εικόνες, όπως έχω ιδεί στη Φανερωμένη και οι επίτροποι, οι οποίοι υπήρχανε τότε και στη Φανερωμένη, και στο Φρύνη στις εκκλησίες και στις πόλεις -δεν ξέρω στα χωριά- κάνανε πολλές αφιερώσεις στις εκκλησίες. Και σε καντήλια, και σε τάματα, και σε εικόνες, και σε χρήματα… Τώρα δεν βλέπω τέτοια πράγματα.

Ο καθένας σήμερα εκδηλώνει κάπως διαφορετικά την πίστη του. Δεν την εκδηλώνει όπως ακριβώς τη θέλει η εκκλησία ή ξέρω ‘γω τι… όμως η Εκκλησία η ορθόδοξη… η πίστη είναι μια. Ο Χριστός είναι ένας. Ο Θεός είναι ένας. Η Παναγία είναι μια. Αυτά δεν αλλάζουνε. Η ορθοδοξία βεβαίως δεν χάνεται με τίποτα. Επέρασε κινδύνους. Επέρασε διωγμούς. Επέρασε κατατρεγμούς. Εμαρτύρησε κόσμος. Εθανατώθηκε κόσμος. Εγίνανε πολλά… Αλλά η ορθοδοξία δεν εχάλασε, γιατί ένας είναι ο Χριστός. Η πίστη του Χριστού είναι μια και του Θεού και της Παναγίας. Είναι και τώρα κόσμος πολύς, αλλά δυστυχώς υπάρχει μια παρεξήγηση. Θεωρούνται Χριστιανοί εκείνοι, οι οποίοι βρίσκονται απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ, στις εκκλησίες κτλ. Είναι πολύς κόσμος, ο οποίος πιστεύει βαθύτατα και κάνει έργα χριστιανικά, ο οποίος δεν φαίνεται και ούτε ακούγεται πουθενά.

Εκτός απ’ τους Χαιρετισμούς που πηγαίνανε στη Φανερωμένη, το βράδυ επηγαίνανε και στις ενορίες στους ναούς της πόλεως. Κι είναι άλλοι -κι εκείνοι που δεν πηγαίνανε στη Φανερωμένη- επηγαίνανε το βράδυ στις εκκλησίες. Αλλά κι από ‘κείνους που πηγαίνανε στη Φανερωμένη, αρκετοί επηγαίνανε και σε διάφορες άλλες εκκλησίες της πόλεως Λευκάδος (…). Οι Χαιρετισμοί όμως γινόντανε και σε διάφορα άλλα ξωκκλήσα. Δεν γινόντανε μοναχά στην πόλη και στη Φανερωμένη. Και συνήθως στα ξωκκλήσια γινόντανε κάποιες Τετάρτες, όχι την Παρασκευή. Και γένονται και σήμερα. Πηγαίνουνε λοιπόν, στην Αγία Μαύρα, στην Αγία Κατερίνη, στην Αγία Μαρίνα, στη γύρα την Παναγία, στη Μεγάλη Βρύση, στη Βλαχέραινα κυρίως κτλ και στη Μεγαλοβρυσιώτισσα και γινόντανε αυτές οι ακολουθίες του Ακάθιστου Ύμνου.

Μόλις τελείωναν, λοιπόν, οι Χαιρετισμοί στη Φανερωμένη, εβγαίνανε έξω. Ήτανε νωρίς βέβαια ακόμα και καθόντανε στο πεζούλι γύρω-γύρω ανάλογα με τον καιρό και εκεί ετρώγανε όλοι μαζί, στα πεζούλια της Μονής και τρώγανε τον χαλβά, στα σαλίτζα. Τον χαλβά αυτόν τον έφκιανε κάθε νοικοκυρά με τη σειρά της. Τη μια Παρασκευή έφκιανε μια ή δύο νοικοκυράδες απ’ την τάδε γειτονιά. Έφκιανε καθεμιά νοικοκυρά με την αράδα της. (…)Με αλεύρι, ζάχαρη, μέλι, πετιμέζι και αμύγδαλα. Όλα τα υλικά, βεβαίως, ήτανε σαρακοστιανά. Και τονε μεράζανε μετά, με επίδειξη… Έβγαζε η καθεμιά από την τσίνκινη εμαγιέ, ντερίνα ή απλάδενα, όπως τις λέγανε, και τον είχανε σκεπασμένονε με τούλι απ’ πάνου για να μη μυγοφτύνεται κτλ. Γιατί τότε δεν ήτανε ούτε ασημόχαρτο, ούτε αυτά τα μέσα που υπάρχουνε σήμερα. Λοιπόν, τον είχανε μέσα σε καλαθάκια, σε κοφινέτες, σε κανισκάκια. Τονε βγάνανε, λοιπόν, και μεράζανε τις κουταλιές. Φελιά ήτανε οι κουταλιές. Γιατί τονε φκιάνανε με το κουτάλι. Βάνανε μια κουταλιά παπ! Και στην δίνανε. Βεβαίως, τα παιδιά, εμείς τα μικρά, επαίρναμε τελευταίοι. Ό,τι απόμενε: τ’ απομεινάρια και τα τρίματα. Τι να παίρναμε; Όπως την παθαίναμε και με τα σπερνά στις εκκλησίες. Απλώναμε το χέρι εμείς που ‘μαστε παιδάκια, που να μας δώσουνε σημασία;

Όταν τελειώνανε στη Φανερωμένη οι Χαιρετισμοί το απόγευμα -συνήθως επηγαίνανε περισσότερο γυναίκες παρά άντρες. Επηγαίνανε κατά συνοικίες, κατά γειτονιές, κατά οικογένειες κτλ. Η καθεμία με την παρέα της. Ε, το καλαμπουρίζανε κιόλας στο δρόμο. Ήταν το τερπνόν μετά του ωφελίμου -ας το πούμε έτσι. Εκεί γινόντανε και το γνωστό χιούμορ με το χαλβά και το κουτσομπολιό της μέρας. Τι νέα υπήρχανε στη Λευκάδα την ημέρα εκείνη, τις μέρες εκείνες μέχρι την Παρασκευή… Πηγαίνανε εκεί, όλες οι κυράδες, μαζευόντανε, οι Αγιοπαρασκευιώτισσες, οι αλλομωλίτισσες (του Άλλου Μώλου), οι Πλιούδισσες (πίσω απ’ του Πλιού), οι Καινουργιοχωρίτισσες, (της καινούριας Χώρας), οι Βαγγελιστριώτισσες (της Βαγγελίστρας), οι Ψαρούδισσες (απ’ τον πίσω Μώλο, απ’ την Αγία Κάρα), οι Αγιομηνιώτισσες (απ’ τον Αϊ Μηνά) και άλλες. Μαζευόντανε δηλαδή κάθε καρυδιάς καρύδι.

Απλώς εγώ θα αναφέρω απ’ ό,τι θυμάμαι προσωπικά και απ’ ό,τι μο ‘χουνε πει, ποιες πηγαίνανε στους Χαιρετισμούς της Φανερωμένης, στα κούλμα και ποιες πηγαίνανε βέβαια και στις εκκλησίες τα βράδια. Και είχανε τα ειδικά στασίδια μερικές. Ανάλογα με την ενορία ήτανε κάποιες, οι οποίες πηγαίνανε εγκαίρως κτλ. Είχανε αγκαζέ τα στασίδια τους.

Ας πάρουμε, λοιπόν, απ’ τη συνοικία τη δική μου, που είναι η Αγία Παρασκευή, του Πουλιού, όλη η δυτική -ας την πούμε- Λευκάδα. Όπως είχε γράψει κι ένα βιβλίο ο κυρ Τάκης ο Μαμαλούκας, «Λαογραφικά της Λευκάδας», είχε χωρίσει τη Λευκάδα σε δύο μεγάλες συνοικίες. Είχε χωρίσει του Πουλιού και της Αγίας Κάρας. Εγώ θα τη χωρίσω σε περισσότερες περιφέρειες. Αλλά αυτήνη είναι ενιαία εκεί πίσω στου Πουλιού κτλ., η Αγία Παρασκευή, Αη-Βασίλης, Αη-Γιάννης, είναι μια συνοικία. Εκεί μαζευόντανε είπαμε κάθε καρυδιάς καρύδι. Ήτανε οι Πεπεροδισό??, οι Ρίτσαινες, οι Κοκκίναινες, η Τιριτόμπα, η Ρουρού, η Μαγκιώ, η Τσάντα του Φράγκου, οι Καλαφάταινες, οι Τόγιαινες, οι Νονώσαινες, οι Καραμπούλιαινες, οι Αγριογατίνες, η θεία – Φιλιππία του Θύμιου και η Πουρνάραινα, οι Ματαφιώτισσες, οι Πετροφιλιππίνες, οι Μεταληνώσες, οι Πατσαίϊσες και οι Καυκαίϊσες, οι Κακανέϊσες, η Κοπανιώσσα, η Κούλα και η Λούβραινα και η Τούλα η Λούφα, οι Γελαδούλαινες, η Βγενιά του Τιμόθεου του Ματαφιά, οι Λαλαφράγκαινες και οι Κουγιαμπαλίνες (η Ασπασία του Κουγιάμπαλη), οι Κορνιαίϊσσες και οι Κακαρίνες, οι Βασιλικώδισσες (οι βασιλικιές, του Βασιλικιά), οι Μπουμπούκαινες και οι Μπαμπάκαινες, οι Βόθραινες, οι Κοκολίνες. Ήταν οι Πανέλαινες, οι Λούδισσες, οι Τσολογκιώτισσες, οι Ξύδαινες, οι Τσουράπαινες, οι Τζετζέκαινες, οι Τσακανιαίισες, οι Καλλυβιώτισσες, οι Σάνταινες, οι Κοντοπίθιαινες, η κυρία Ουρανία του Ποσειδώνα του Αρβανίτη του Γαζή του Ζωγράφου η κόρη η ζωγράφος, οι Μουτσικιώ??? Και οι Λέτσαινες, οι Στελίταινες, οι Ραπανιώσσες, οι Κουτσογιάνναινες, οι Κυρθανάσαινες, οι Μαϊστράλαινες, οι Τσετσενιώσσες, οι Τζαμιώσσες, οι Ομηρώσσες, οι Σταφιλάταινες, οι Χόρταινες, οι Σοκόλαινες, οι Κέκαινες, οι Μπούλαινες, οι Μπαλωμέναινες, οι Καλογιάνναινες, η σορα Μαρία και η κουνιάδα της η Αρετή του Νικόδημου, η Θοδωρούλα του Βρεττού του Προκόπη (η θεία μου), οι Μητσαέραινες, Μητσαέλαινες, και Μητσφιλιππίνες, με προεξέχουσες την Κλεοπάτρα τη γεροντοκόρη, τη Φιλιππίνα. Οι Τέταινες, οι Φούναινες, οι Σκαρτσώραινες, οι Μαμάκαινες, οι Μελένιαινες, οι Σπυρομήλιαινες, οι Μητσάπαινες, οι Μπλούδισσες, οι Φιλιππαντάραινες, οι Ζιώταινες, οι Μπόρσαινες, οι Σατανάδαινες. Η Στέλλα, η Ευτυχία, οι Φαγοκοιμίσαινες. Οι Κουμπουριέλαινες, οι Καπνοκόφταινες. Η Αλεξάνδρα η Ροχάλω. Η Μπεντζού η Μπαϊράμαινα. Οι Μανιάναινες, οι Κομνήτσαινες, οι Τραμπούκαινες, οι Βλάχαινες. Η θεία Τασούλα η Τόγαινα, η Μουστακέα, η Γαλάτιαινα, η οποία έσβηγε και τα κάρβουνα και έκοβε και τον αφαλό. Ήξερε από τέτοια πράγματα. Οι Σφαέλαινες, οι Κουτμάναινες, οι Ματζώραινες, οι Μόντσαινες, οι Λουιζιάνες, οι Μωραΐταινες, οι Τσάμαινες. Η θεία – Τασά η Μουστάκω η Μήτσουρα. Οι Αθηνιώταινες – εξέλιπε δυστυχώς το όνομα αυτό απ’ τη Λευκάδα, οι οποίες ήτανε εξαίρετες γυναίκες όλες και εξέλιπε το όνομα «Αθηνιώτης» απ’ τη Λευκάδα, δυστυχώς. Οι Καραμπαλίνες, οι Ντούσκαινες, οι Χαμπέαινες, οι Μπορδάκαινες, οι Κολίτσαινες, οι Τσαντήνες, οι Γουριώταινες, οι Σαβέλγιενες, οι Χάβραινες, οι Ραπανιώσσες, οι Ταμπανιώσσες, οι Κολίτσαινες, οι Τζιτζινιένιαινες, οι Σελέπαινες, οι Γούνταινες, οι Κατίναινες, Ματέραινες κλπ.

Μετά πάμε στην Ανατολική Λευκάδα. Στην Αγία Κάρα. Εκεί πιάνει τον Αη-Δημήτρη, πιάνει μέχρι κάτου στην παραλία. Πιάνει και λίγο προς κεντρική πλατεία κτλ. μέχρι μέσα. Από ‘κει, λοιπόν, απ’ ό,τι θυμάμαι κι εγώ ενδεικτικά, είναι οι Μιτζώσες (Του Μιτζή), οι Καλογερίνες (του Καλόγερου), οι Γιαννούλαινες, οι Ροζίναινες (του Γιάννη του Ροζίνα του νεκροθάφτη), οι Μυγαγκίαινες, οι Κοτσώραινες, οι Σέρβαινες, οι Φιόρενες, οι Μύγδαινες, Κανόναινες, οι Πομόναινες, οι Μπογιάκαινες, οι Κουρμπέινες, οι Μαυροπανέισσες, οι Γρουσούζαινες, οι Κωσταράκαινες και οι Βαγενούδισσες. Οι Πολυνίκαινες και οι Καταγίνες, οι Μασκούραινες, η Μοβέτια, η Βελέντζαινες, οι Τσινάβαινες, οι Κατσώσες, οι Γκίναινες, οι Κοκορετσώσες, οι Θηρεσίαινες, οι Βαγιούλαινες, η θεία Μήταινα, οι Μπρούμαινες, οι Μαραγιώσες, οι Αντιγονοκαβαδιώσες, οι Τζώρτζαινες, η Ελπινίκη, η Πίλη, η Μπομπολομάτω, η Χημευτή και η Παγιανιού, οι Μπάταινες, οι Τασοπουλίνες, οι Μπαμπάραινες, οι Νταρυτανέλιαινες, οι Κοτσώλαινες, οι αδελφές Ελενάρες, Ρήνες, Ντορίνες και Κυράνες, η Κάτια η τριαντρού (να μη το πω αλλιώς), η Λιβανιώσες, η σόρα-Ακριβούλα και οι κόρες της Ντορίν και Μαυρέτα η Θοδωρούλα βέβαια η θεία- Γεωργίτσα η Μπατίστα, οι Μπέταινες, οι Μαλάμαινες, οι Σοροκρασώσες και οι Πανάγαινες. Σπανίως δε σαν κομήτης επαρουσιαζόντανε –κυρίως τη Μεγάλη Τρίτη για να ακούσει το τροπάριο της Κασσιανής «Κύριε η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή» – ποια; Η κυρία Ελένη η Μυταρού- της εποχής εκείνης.


Προηγουμενο αρθρο
Νίκη Λευκάδας: Νίκησε τις Εσπερίδες, κάλυψε και την διαφορά
Επομενο αρθρο
Έφυγε από τη ζωή ο Μιχάλης Δευτεραίος

1 Σχόλιο

  1. Κοινός Νους
    9 Μαρτίου 2020 at 01:52 — Απάντηση

    Α ρε Βούλη, λείπεις!
    Μάσ´τε τα όλα και βγάλτε τα!

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.