HomeΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣΟι σύντροφοι του Οδυσσέα αρνούνται τον εξανθρωπισμό!

Οι σύντροφοι του Οδυσσέα αρνούνται τον εξανθρωπισμό!

Γράφει η Παρασκευή Σιδερά-Λύτρα

Το επεισόδιο της μεταμόρφωσης των συντρόφων του Οδυσσέα από την Κίρκη σε γουρούνια παραλήφθηκε από νεότερους συγγραφείς, διαφοροποιήθηκε και εμπλουτίστηκε με τη φαντασία του εκάστοτε παραλήπτη και αποδόθηκε με νέο λογοτεχνικό ένδυμα.

Μια λεπτομέρεια της “γουρουνοποίησης” και προ παντός της “απογουρουνοποίησης” παρουσιάζουν με παρόμοιο παράδοξο τρόπο ο γερμανόφωνος συγγραφέας Lion Feuchtwanger (1884–1958) και ο δικός μας σημαντικός ποιητής και πεζογράφος Κώστας Βάρναλης (1884–1974). Ο πρώτος στο διήγημά του Ο Οδυσσέας και τα γουρούνια ή η δυσφορία έναντι του πολιτισμού και ο δεύτερος στο Ημερολόγιο της Πηνελόπης.

Οι διασκεδαστικές – εκ πρώτης όψεως –, αλλά και βαθύνοιες σκέψεις κατά την πρόσληψη και τροποποίηση αυτού του οδυσσειακού επεισοδίου γράφτηκαν από τους δύο συγγραφείς μας την ίδια εποχή: από τον Βάρναλη το 1946 και από τον Feuchtwanger το 1947. Μόλις είχε τελειώσει ο πόλεμος, και ο καθένας τους επεξεργαζόταν διανοητικά και συναισθηματικά τα βιώματά του. Ο Feuchtwanger ζώντας ακόμη στην Αμερική, όπου είχε καταφύγει, για να γλυτώσει, και ο Βάρναλης στη μετακατοχική Ελλάδα.

Καλύτερα γουρούνια παρά άνθρωποι!

Μεταφράζω από τα γερμανικά αποσπασματικά, τί διηγείται ο Οδυσσέας του Feuchtwanger, μετά την επιστροφή του στην Ιθάκη, για την περιπέτειά του με την Κίρκη:

«Όταν ημέρεψα την Κίρκη και μοιράστηκα μαζί της το ομορφοστρωμένο κρεββάτι, κίνησα να πάω να επαναμεταμορφώσω τους συντρόφους. Στα χέρια κρατούσα το ιαματικό χορτάρι, που μού είχε δώσει ο Ερμής, ο αγγελιοφόρος των θεών, το μαγικό βοτάνι μώλυ· η ρίζα του είναι μαύρη, κάτασπρο σαν το γάλα το άνθος του και θεϊκή η δύναμή του. Όταν έφτασα στο χοιροστάσιο, βρήκα όλους τους συντρόφους μαζεμένους, είκοσι δύο τον αριθμό. (…) Τους φώναξα, κουνώντας την παντοδύναμη ρίζα, και τους είπα: “Σηκωθείτε, φίλοι, αγαπημένοι σύντροφοι, ελάτε, ν᾽ αγγίξω στο αγκαθωτό δέρμα σας το ιαματικό βοτάνι. Έτσι και σάς αγγίξω, θα επανέλθει και πάλι η ανθρώπινη μορφή, τα μακριά, όρθια πόδια, το λείο δέρμα και η προσφιλής ανθρώπινη φωνή”.

Αυτοί εντωμεταξύ, καθώς με άκουγαν, στριμώχνονταν στη γωνιά, και από μένα μακριά, προφανώς φοβισμένοι από μένα και το βότανό μου. (…) “Ακούστε με ωστόσο, φίλοι, και νιώστε με. Ο μεγάλος θεός Ερμής μού έδωσε αυτό το βότανο, το μώλυ, να λύσω τα εχθρικά μάγια. Αφήστε ν᾽ακουμπήσω το τρίχωμα, και γίνετε πάλι άνθρωποι. Αποκτήστe πάλι γνώριμη μορφή”. Εντούτοις αυτοί ακόμα πιο φοβισμένοι και από πρίν, σπρώχνονταν μακριά και γρύλιζαν, σαν κάτι κακό να τους επέκειτο, και μια και η πόρτα του χοιροστασίου ήταν ανοιχτή, τράπηκαν σε φυγή. (…) τελικά σύρθηκα κρυφά και κατάφερα ν᾽ αγγίξω ένα από τα γουρούνια με το βότανό μου. Ευθύς έπεσε το δέρμα με τις άγριες τρίχες, και μπροστά μου στεκόταν ο σύντροφός μου Ελπήνωρ, ο πιο νέος από όλους μας, ένας μέτριος νεανίσκος, μήτε στον πόλεμο διακεκριμένος μήτε και με νου ιδιαίτερα ποικισμένος. Όρθιος μὲ ανθρώπινη μορφή στεκόταν εμπρός μου. Δεν μ᾽ έκλεισε όμως, όπως περίμενα, στην αγκαλιά του, δεν ζητωκραύγασε και δεν ήταν ευτυχής.

Αντιθέτως μέ έβριζε και μού έλεγε: “Ήλθες κιόλας πάλι, κακέ, ασίγαστε; Θέλεις να μάς βασανίσεις εκ νέου, να εκθέσεις τα σώματά μας σε κινδύνους και να αναγκάσεις τις καρδιές μας να πάρουν νέες αποφάσεις, Ήταν γλυκά να είμαι, όπως ήμουνα, να κυλιέμαι στον ήλιο και στη λάσπη, ν᾽ απολαμβάνω το φαΐ και το πιοτί, να γρυλίζω και να είμαι ελεύθερος από αμφιβολίες: να πράξω τούτο ή εκείνο; Γιατί ήλθες και με κυνηγάς, για να γυρίσω στη μισητή προηγούμενη ύπαρξη;” Έτσι έβριζε και καταριόταν κι έκλαιγε.
Κατόπιν πήγε και ήπιε και μέθυσε καί έπεσε να κοιμηθεί επάνω στη στέγη του σπιτιού της Κίρκης. Οι άλλοι σύντροφοι όμως, τα γουρούνια, γύρισαν πίσω και τον ξύπνησαν με τα γρυλίσματα και τα αγκομαχητά τους. Ακόμα ναρκωμένος από το κρασί και από τον ύπνο, πλήρης βαρειάς νοσταλγίας, κύλησε προς τους συντρόφους. Αλλά δεν πέτυχε τη σκάλα κι έπεσε από τη στέγη στον θάνατο. …»

Και ο Βάρναλης από την πλευρά του – μάλλον η Πηνελόπη στο Ημερολόγιό της – αφηγείται, ότι αφικνείται ξαφνικά στην Ιθάκη ένας «Ψευτοδυσσέας», ένας πρώην εκ γενετής γουρούνι, που, πριν μεταμορφωθεί από την Κίρκη κατά λάθος σε άνθρωπο, είχε ζήσει στον ίδιο σταύλο με τα γουρούνια-συντρόφους του Οδυσσέα και διηγείται στην Πηνελόπη το επεισόδιο της γουρουνοποίησης και απογουρουνοποίησης των συντρόφων του αληθινού Οδυσσέα και της συμπεριφοράς τους (Παραθέτω εξ αντιγραφής, διατηρώντας την ορθογραφία του Βάρναλη):

«Κι ό,τι γίνηκε κατόπι δεν το περίμενε κανένας, μήτε η Κίρκη μήτε ο Δυσσέας – κ᾽ εγώ πιο πολύ.
Ο Δυσσέας περίμενε, πως θα πέφτανε πρώτα, κλαίγοντας από χαρά, ένας στ᾽αλλουνού την αγκαλιά κ᾽ ύστερις όλοι μαζί θα πέφτανε στα πόδια τα δικά του και να του φιλάνε τα χέρια, που τους ξανάδωσε πίσω την ψυχή τους και το πνέμα τους: πατρίδα, γονιούς, παιδιά και θεούς!
Τίποτα!
(…)
Όταν συνεφέρανε, ξεσπάσανε σε μάβρο μιρολόγι:
– Τί κακό μάς έκανες γρουσούζη! Όπου να πας και να σταθείς, σε κυνηγάν οι θεοί και φέρνεις τη συφορά στον εαφτό σου και το θάνατο στους αλλουνούς! Μια φορά μονάχα, τώρα, μας βγήκε σε καλό των θεών ο κατατρεγμός. Γιατί μας ξανάκανες ανθρώπους; Μας ρώτησες;
Τί να την κάνουμε την “εικόνα και την ομοίωση” των θεών στα μούτρα, όταν τα μούτρα μας κ᾽η ψυχή μας είναι σημαδεμένα με την πυρωμένη στάμπα του σκλάβου;

Είχαμε ξεχάσει τα πάντα. Για μας δεν υπήρχανε περασμένα και μελλούμενα. Μονάχα το σήμερα. Δεν ξέραμε, πως υπάρχει θάνατος. Κι αν μια μέρα μας έσφαζε τ᾽αφεντικό μας ή μας σπάραζε κανένας λύκος, αφτό θα γινότανε μια φορά, χωρίς να το ξέρουμε κι όχι σαν τώρα, που γίνεται κάθε μέρα και λίγο λίγο – και το ξέρουμε!

Μας μάδησες τις γουρουνότριχες και μας έξυσες τις λάσπες από το πετσί μας και μας ξαναγέμισες την ψυχή με χειρότερες λάσπες και γουρουνότριχες: ψέματα κι απάτες των αλλωνών, καημούς και βάσανα δικά μας!
Ξανακάνε μας γουρούνια! Κι αμόλησέ μας στα βουνά και στα ρουμάνια. Να τρέχουμε κοπάδι κατήφορο κι ανήφορο· να περνάμε κολυμπώντας τα πλημμυρισμένα ποτάμια τις άνοιξες· να τρώμε ρίζες, καλάμια κι αγριοσέλινα· να ξεθάβουμε με τη μύτη μας βορβούς και τρούφες και τυφλοπόντικους το χειμώνα. Χωρίς δεσμούς, χωρίς αφεντικά και συνεπούμενα, χωρίς θεούς! Και χωρίς ιδέες, που συφέρουνε στους ανθρωποφάγους. Κ᾽ οι λύκοι; Αν μπορούσαν να μας πιάσουν! Ενώ τώρα οι λύκοι μας έχουνε δεμένους!…
Και κλαίγοντας του πιάσανε τα γόνατα και τον παρακαλούσανε να τους δώσει το χοντρό τους το πετσί, τα τέσσερα τα πόδια, την ουρά και τα καπρόδοντα – και την αναισθησία!
(…)
Ο σκλάβος λαός, τόσο περισσότερο δεν καταλαβαίνει κ᾽ εφχαριστέται, όσο τον κάνεις περισσότερο γουρούνι. Απάνω σ᾽αφτήνε την πρώτην αλήθεια θα θεμελιώσω το δικό μας το βασίλειο!
Αν ήτανε παρόντας ο Θερσίτης, θα τους έλεγε: Παλέψτε να σπάσετε τις αλυσίδες σας· και να φάτε και τους Λύκους! Γι᾽ αφτό θα κρεμάω τους Θερσίτες!…»

Ο καθένας από τους δύο συγγραφείς κατά την πραγμάτευση αυτού του ομηρικού (γουρουνο)επεισοδίου παρουσιάζει βασικά την απρόσμενη παράξενη συμπεριφορά των συντρόφων του Οδυσσέα αναφορικά με την απόκτηση και πάλι της ανθρώπινης μορφής, αλλά με μια διαφορά: Από τον Feuchtwanger τονίζεται με την εμμονή στην ελεύθερη ευθυνών και άνετη γουρουνίσια ζωή περισσότερο η “δυσφορία έναντι του πολιτισμού”, ενώ ο Βάρναλης καυτηριάζει περισσότερο την κοινωνική αδικία,την εκμετάλλευση, τη βάναυση και εγκληματική καταπίεση των αδυνάτων από τους ισχυρούς.

Η Παρασκευή Σιδερά – Λύτρα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κανδήλα, φοίτησε στο Γυμνάσιο Λευκάδας. Σπούδασε στη Ράλλειο Παιδαγωγική Ακαδημία και μετεκπαιδεύτηκε στο Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαιδεύσεως. Σπούδασε κατόπιν στα Πανεπιστήμια Αθηνών και Γοττίγγης Κλασσική Φιλολογία, Παιδαγωγική και Ψυχολογία.
Δίδαξε σε σχολεία στην Ελλάδα και στη Γερμανία και τελευταία Νεοελληνική Γλώσσα ως εντεταλμένη στο Πανεπιστήμιο της Γοττίγγης. Έχει δημοσιεύσει σε περιοδικά άρθρα και βιβλιοκρισίες και έχει μεταφράσει θεωρητικά και λογοτεχνικά έργα από τα γερμανικά στα ελληνικά και αντιστρόφως.
Κάτοχος του κρατικού βραβείου μετάφρασης έργου ελληνικής λογοτεχνίας σε ξένη γλώσσα 2007.

Προηγουμενο αρθρο
Άνοιξε η Καρδιολογική Κλινική του Νοσοκομείου Λευκάδας
Επομενο αρθρο
Σε πορεία διαμαρτυρίας για τα σκουπίδια καλούν οι μαθητές της Λευκάδας

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *