HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΟκτώ χρόνια χωρίς τη θειά Βασιλικιά… Της Νόνης Σταματέλου

Οκτώ χρόνια χωρίς τη θειά Βασιλικιά… Της Νόνης Σταματέλου

«Κυρά μελαχροινή, που η αντηλιά σου χρύσωσε τα χέρια σαν της Παναγιάς το κόνισμα…» (Ρίτσος)

152Ναι, είναι δυνατόν! Η θειά Βασιλικιά. Η δική μας, η μοναδική, η αγαπημένη. Πέρασε στην αντίπερα όχθη. Και τώρα… τίποτα δεν είν’ όπως παλιά. Ο βασιλικός δεν έχει την ίδια μυρωδιά κι’ η γειτονιά μας βυθίστηκε σε μια αμήχανη σιωπή. Ποιός συνετός άνθρωπος δεν θα με προπηλάκιζε που πενθώ για μια γυναίκα που έφυγε «πλήρης ημερών»;

Η αναχώρησή της, αφορμή για αναβάπτιση στις παιδικές μας μνήμες. Όταν αυτή η γειτονιά ήταν αλλιώτικη. Κι’ εμείς αλλιώτικοι. Τότε που η θειά Βασιλικιά μπροστά σε μια μεγάλη φωτιά τηγάνιζε ψάρια. Κι’ ήμαστε όλοι γύρω γύρω, μεγάλοι και παιδιά και φάνταζε στα παιδικά μου μάτια αυτό γιορτή. Κι’ έτρωγε όλη η γειτονιά. Και ποτέ τα ψάρια δεν έφταναν όλα στο τραπέζι της. Δε θυμάμαι ποτέ να κλείδωνε το σπίτι φεύγοντας κι΄η απάντηση στην απορία μας, μας αφόπλιζε: «τι θα μ’ πάρνε, τσ λίρες»;

Κανένας δεν την έκλεβε, εκτός από μένα και τη Νίνα που τρυπώναμε καμιά φορά να φάμε λίγο γλυκό κυδωνάτο… Γιατί, η κοινοκτημοσύνη που είναι ζητούμενο για τις αποκαλούμενες χριστιανικές κοινωνίες, γινόταν πράξη, έτσι απλά κι’ αυθόρμητα, χωρίς τυμπανοκρουσίες.

Στην ποδιά της είχε πάντα κάτι να φιλέψει, σύκα, σταφύλια, ρόδια ή μύγδαλα. Για όλους μας. Και σαν να γινόταν μεγάλη, τεράστια έτσι που άπλωνε τα χέρια της για να μας χωρέσει όλους, σε χρόνια δύσκολα, να μας χορτάσει απ’ το περίσσευμα της καρδιάς της.

Για μένα ήξερε να βάζει πάντα στην άκρη μια λιχουδιά απ’ το καφενείο του μπαρμπ’ Άγγελου, του άντρα της, ή να κρύβει κάτω απ’ τη μπέρτα της μια λεμονάδα!

Η διαχείρηση του καφενείου, όταν απαιτούσαν οι περιστάσεις, γινόταν με απίστευτη άνεση κι’ η κοινωνικότητά της εντυπωσίαζε κάτι ξέμπαρκους τουρίστες που εμφανίζονταν στο χωριό γύρω στη δεκαετία του ’60 και τη φωτογράφιζαν ασταμάτητα. Κι’ εκείνη νοιώθοντας πως ήταν θεονήστικοι, έτρεχε στο σπίτι και τους πήγαινε έτοιμη την «αργανάδα» που μοσχοβολούσε. Στους ντόπιους όμως δε χαριζόταν όταν έπιαναν την καρέκλα όλη μέρα μ΄έναν καφέ και τους απομάκρυνε με απίστευτο χιούμορ χωρίς ν’ αφήνει περιθώρια για αντιρρήσεις!

Χαρακτηριστικοί ήταν επίσης οι διάλογοι με τους διάφορους εμπόρους και μικροπωλητές οι οποίοι τη γύρευαν για να τους κάμει «σεφτέ». Κι’ εκείνη τους έκανε παζάρια, μα αυτοί κάποιες φορές της τα χάριζαν, έτσι, γιατί είχε καλή καρδιά, γιατί ξέρανε πως μετά θα ξεπουλούσαν!

Το ομορφότερο απ’ όλα τα περιστατικά-που αν και ήμουν παρούσα το είχα ξεχάσει και μου το θύμισε η νύφη της η Μαρία-ήταν αυτό με τον Άη Θανάση! Πρέπει να ήταν γύρω στο 1970-71,όταν πέρασε απ’ τη γειτονιά κάποιος πλανώδιος που πουλούσε «κονίσματα». Όλες οι γυναίκες στη γειτονιά έτρεξαν να πάρουν. Άλλη τον Άη Γιώργη, η μάνα μου τον Αγιαντρέα, η θειά Βασιλικια τον Άη Θανάση, που όσο κι’ αν έψαξε, δε βρήκε στο μικρομάγαζο ο πλανώδιος, της υποσχέθηκε όμως πως θα της τον έφερνε…

Πραγματικά, μετά από δυό –τρεις μήνες, εμφανίστηκε σίγουρος πως είχε ικανοποιήσει την επιθυμία της! Ξεχώρισε λοιπόν μέσα στ’ άλλα εικονίσματα ένα που είχε πάνω καμιά τρακοσαριά κεφάλια με φωτοστέφανο!!!
«…και πούν’ ο Αη Θανάσης;»ρώτησε με εύλογη απορία η θεια Βασιλικιά…

«Νάτος, αυτός στη μέση» απαντάει ο πλανώδιος με βεβαιότητα διότι προφανώς το είχε ψάξει το θέμα (επρόκειτο για τους 318 Πατέρες της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, της οποίας ,ψυχή ήταν ο Μέγας Αθανάσιος).
Οπότε η θειά Βασιλικιά: «Εγώ σού’ πα να μ’ φέρς τον Αη Θανάση, δε σ’ χάλεψα όλη την τσέτα…!!!»

Οι αμέτρητες διηγήσεις της, για τα παλιά μούφερναν στα χείλη το τραγούδι «πάει ο καιρός, πάει ο καιρός, πού ήταν ο κόσμος δροσερός»…που η φωνή του Μπιθικώτση το έκανε συγκλονιστικό.

Έτσι τελικά λειτουργούσε η παρουσία της τα τελευταία χρόνια στη ζωή μας, τουλάχιστον για τη δική μου γενιά σαν σύνορο ανάμεσα σε δύο κόσμους. Γιατί φεύγοντας, πήρε μαζί της και τη δική μας ηλικία της αθωότητας. Όσο τη νοιώθαμε να υπάρχει ,έστω αδυνατισμένη και ανήμπορη, μας έδενε με τα παιδικά μας χρόνια. Τώρα είναι σαν να κοπήκαν οι γέφυρες, μεγαλώσαμε…

Δε θυμάμαι να γνώρισα άλλη αγράμματη γυναίκα με τόσο έντονη προσωπικότητα. Και πασχίζοντας να βάλω σε σειρά εικόνες μου απ’ αυτήν, ήχους και μυρωδιές, για να τη χωρέσω σε λεκτικά σχήματα και να ξεκαθαρίσω τι νοιώθω, παραιτούμαι. Ίσως είναι τα βιώματά μου τόσο στενά δεμένα μαζί της ή ίσως είναι η αντικειμενικά σπάνια στόφα ανθρώπου ή και τα δύο…

Η θειά Βασιλικιά, με τραχειά όψη ή γαληνεμένη, είτε ευθυτενής με την τσέτζερη στο κεφάλι είτε γυρτή κι’ ανήμπορη, είχε πάντα την ίδια λάμψη στο βλέμμα, την ίδια απελπισμένη δίψα για ζωή. Είναι από εκείνες τις γυναικείες παρουσίες που μας συνοδεύουν από παιδιά έως σήμερα, παίρνοντας ανάλογα πότε τη μορφή της Παναγιάς, πότε της Φραγκογιαννούς του Παπαδιαμάντη ή της Κυράς των αμπελιών του Γιάννη Ρίτσου. Είναι σίγουρο πάντως πως συνοψίζει με μοναδικό τρόπο και κυρίως άθελά της, χαρακτηριστικά έντονων μορφών της λογοτεχνίας μας, της παράδοσής μας, αυθεντικές λαϊκές ηρωίδες με μαντήλι, που έζησαν τη ζωή με την ίδια αξιοπρέπεια στον πλούτο και τη φτώχεια, τον πόνο και τη χαρά, τη γιορτή ή την καθημερινή.

Η θειά Βασιλικιά, η γυναίκα θρύλλος, αεικίνητη σχεδόν μέχρι το τέλος. Με τρυφερή φροντίδα για τα παιδιά της, το Θανάση και το Λία, σαν να μη μεγάλωσαν ποτέ, κι’ ας παντρεύτηκαν, κι’ ας έκαναν οικογένειες. Η θεια Βασιλικιά, με την πηγαία καλωσύνη, τη γενναιοδωρία, την αθεράπευτη τάση να ενημερώνεται για όλους και για όλα! Μέχρι το τέλος.

Ανήκει σε κείνους που υπήρξαν έξω και πάνω απ’ το καλό και το κακό, που δεν τους παρεξηγείς για τίποτα, δεν τους κρίνεις, απλά τους αφουγκράζεσαι. Γιατί κουβαλάνε πολλή σοφία. Γιατί έχουν μια εσωτερική δύναμη που καμιά φορά τα λόγια τους ηχούν στ’ αυτιά μας σαν χρησμός, σαν ευχή ή κατάρα, με μεταφυσικό κύρος, που θα υπολόγιζε σήμερα κι’ ο πλέον ορθολογιστής.

Στα μαθητικά μου χρόνια είχα την τύχη να της γράφω τα γράμματα για την Αυστραλία, στο Θανάση. Και ένοιωθε πάντα μεγάλη υποχρέωση γι’ αυτό, χωρίς βέβαια να υποψιάζεται πόσο απολάμβανα εκείνη την ώρα, όπου σε ένα καθαρό τετράγωνο ξύλινο τραπέζι, την είχα απέναντί μου να μου υπαγορεύει κι’ εγώ να παλεύω να αποτυπώσω στο χαρτί ένα ποταμό συναισθημάτων. Στο τέλος, πριν φιλήσει το γράμμα, καμιά φορά τραγουδούσε «τη θάλασσα τη γαλανή θατήνε χαλικώσω, θατήνε στρώσω μάρμαρο ναρθώ να σ’ ανταμώσω… περιστεράκια και πουλιά, εκεί ψηλά που πάτε, μη δείτε το παιδάκι μου να μου το χαιρετάτε…» κι’ ήταν σίγουρη πως το έγραφα κι’ αυτό.

Τον τελευταίο χρόνο είχε περιοριστεί στο σπίτι και την αυλή, χωρίς βέβαια να χάνει την επαφή της με τα όσα συνέβαιναν, παρόλο που δεν άκουγε πια καθόλου, λες κι’ είχε αναπτυγμένη μια τελείως δική της καινούρια αίσθηση, που της επέτρεπε να παίρνει θέση για όλα αφού δεχόταν διευκρινίσεις από όσους με υπομονή της δίναμε. Προτεραιότητα έδινε στα «μπαλέτα» της γειτονιάς-όπως ονόμαζε τους καυγάδες-που ωχριούσαν βέβαια μπροστά σε κείνα στα οποία η ίδια πρωτοστατούσε όταν ζούσε ακόμα η θεια Αφέντρα! (Νύφη και κουνιάδα βλέπεις…)

Ευλογημένος άνθρωπος, μα λίγοι το κατάλαβαν.

Ο τρόπος που με αποχαιρέτησε, ο τόσο ιδιαίτερος, ο τρόπος που διάλεξε να μου δώσει την ευχή της θα μείνει πάντα ένα μυστικό μεταξύ μας, τα τελευταία της λόγια, το βλέμμα της, η αυτοπαραίτησή της στα χέρια μου, ένδειξη πως είχε καταλάβει πόσο την αγαπούσα…

Η θεια Βασιλικιά, περήφανη κι αξιοπρεπής, έφυγε σχεδόν τραγουδώντας, έχοντας απόλυτη επίγνωση του τέλους. Με μια δραματική εμμονή στο τραγούδι «νάταν τα νιάτα δυό φορές, τα γηρατειά καμία…»

Κι’ ήταν εκείνη η εμμονή μια πολύ αυθεντική λαϊκή φιλοσοφία ζωής, που, εμείς οι « διαβασμένοι», για να την εξαντλήσουμε, χρειαζόμαστε συχνά στίβες βιβλίων.

Κι’ όμως τα ουσιώδη καμιά φορά μπορεί να περιέχονται σε δυό στίχους, σ’ ένα λυγμό…

Νόνη Σταματέλου

Προηγουμενο αρθρο
ΟΑΕΔ: 42.879 ανοικτές θέσεις στους δήμους μέσω Κοινωφελούς Απασχόλησης
Επομενο αρθρο
Στην Βόνιτσα η θαλαμηγός του Ριμπολόβλεφ;

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *