HomeΕΠΙ ΠΑΝΤΟΣ ΕΠΙΣΤΗΤΟΥΟυτοπία και παγκοσμιοποίηση – Του Δημήτρη Χ. Παξινού*

Ουτοπία και παγκοσμιοποίηση – Του Δημήτρη Χ. Παξινού*

100Μ​​ετά την κατάρρευση των τειχών το 1989 η έννοια της παγκοσμιοποίησης ήλθε να συμπληρώσει την έννοια του παγκόσμιου χωριού, που από το 1968 χαρακτήριζε το φαινόμενο της διεθνοποίησης της σύγχρονης κοινωνίας.

Παγκοσμιοποίηση: μια έννοια ελκυστική στη ρομαντική εκδοχή της, καθώς έμοιαζε να επαγγέλλεται τη συναδέλφωση των λαών, των πολιτών όλου του κόσμου. Μια παγκόσμια Δημοκρατία, με ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μελών της, με προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, με απόλαυση των αγαθών της ελευθερίας, της γνώμης και της συμμετοχής των ατόμων και των κοινωνικών ομάδων στη λήψη των αποφάσεων.

Παγκόσμιο χωριό: μια έννοια που δείχνει ότι ολόκληρος ο κόσμος είναι σαν μια γειτονιά που κυριαρχείται από επικοινωνιακούς, οικονομικούς και τεχνολογικούς κανόνες.

Αυτό το παγκόσμιο χωριό μ’ έκανε να αναπολήσω το δικό μου χωριό, τη δική μου πατρώα γη.

Ενα χωριό μερικά χιλιόμετρα έξω από τη Λευκάδα, αντιπροσωπευτικό δείγμα όλων των απλών χωριών της μεταπολεμικής Ελλάδας. Με μια κοινωνική σύνθεση που την αποτελούσαν οι δυο-τρεις οικονομικά προνομιούχοι, οι προύχοντες, όπως λέγονταν επί Τουρκοκρατίας, και οι υπόλοιποι, η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων της καθημερινής βιοπάλης, που αποζούσαν είτε από την καλλιέργεια των μικρών χωραφιών τους είτε από τα λίγα πρόβατά τους.

Μια ζωή ήσυχη, στωική, χωρίς εξάρσεις, αλλά διαποτισμένη με την ελπίδα για κάτι καλύτερο.

Αυτή είναι η μοίρα του απλού ανθρώπου, που υπομένει τις δυσκολίες και με τη βοήθεια του Θεού βρίσκει το κουράγιο και να επιβιώνει και να ονειρεύεται.

Ονειρο των μεγαλυτέρων ανθρώπων του χωριού μου ήταν να πάνε στη Λευκάδα, στη Χώρα, όπου μετά την επιστροφή στο χωριό διηγούνταν όσα είδαν, ποιους συγχωριανούς συνάντησαν, τι είπαν και τι ρουχαλάκια αγόρασαν για τα παιδιά, πουλώντας την πραμάτεια τους.

Και τα παιδιά, τα αθώα παιδιά της ελληνικής επαρχίας, είχαν κι αυτά το δικό τους όνειρο. Να πάνε στη Λευκάδα, να σπουδάσουν εκεί κι ύστερα να βρουν εκεί κάποια δουλειά και να ζήσουν καλύτερα. Αυτό το ταπεινό όνειρο είχαν τότε τα παιδιά του χωριού μου, που ωστόσο ήταν γι’ αυτά πνοή ζωής. Ούτε λόγος, βέβαια, για την Αθήνα, τη μακρινή Αθήνα, που έστεκε πέρα από κάθε προοπτική τους, σαν μάταιη σκέψη.

Το καλοκαίρι η παραγωγή του χωριού ήταν τα πεπόνια, τα καρπούζια ή τα κηπευτικά και τον χειμώνα τα λάχανα και τα αυγά. Και πόσο δύσκολη η μετακίνηση για τη Λευκάδα, αφού γινόταν μ’ ένα μονόξυλο, που λόγω καιρού κανείς δεν ήξερε πότε θα αποπλεύσει. Το χωριό μας είχε και την «εξουσία» του. Ο παπάς, ο δάσκαλος και ο αγροφύλακας, που στην παιδική μας αφέλεια έμοιαζε με χωροφύλακα που επέβαλλε την τάξη καθώς μας κυνηγούσε αν κλέβαμε κανένα τσαμπί σταφύλι ή κανένα σύκο από τις πολλές συκιές που υπήρχαν στα μονοπάτια.

Προανέφερα τους προύχοντες, που στα χωράφια τους απασχολούσαν κάμποσους χωριάτες, είχαν καλύτερα σπίτια και ρούχα, αλλά ήσαν άνθρωποι συνετοί, χωρίς δεσποτισμό και αλαζονεία. Υπερείχαν οικονομικά, χωρίς όμως να εκμεταλλεύονται την ανάγκη των συνανθρώπων τους.

Στο καφενείο του χωριού, την «Εκκλησία του Δήμου», μαζεύονταν όλοι για να συζητήσουν για τη σοδειά τους, τα οικογενειακά τους κι ακόμη και τα πολιτικά όταν είχε προηγηθεί η επίσκεψη κάποιου υποψήφιου βουλευτή που συνοδευόταν από πλήθος υποσχέσεων, χωρίς, πολλές φορές, πρακτικό αντίκρισμα, που θα τους επισκεπτόταν ξανά ύστερα από τέσσερα χρόνια, πάλι προεκλογικά…

Υπήρχε και η εκκλησία του χωριού. Το καταφύγιο της χριστιανικής ψυχής, ο ιερός χώρος, όπου η πίστη των φτωχών ανθρώπων γίνεται ενθάρρυνση και δύναμη αλλά και λύτρωση από τις καθημερινές μικροκακίες και ευτέλειες. Η εκκλησία του χωριού μας με το κήρυγμα της πανανθρώπινης αγάπης μάς ένωνε όλους τις Κυριακές, αυτές τις αλησμόνητες Κυριακές με τα καλά μας ρούχα και τη μέθεξη στη θεία Λειτουργία.

Ετσι περίπου ήταν η ζωή στο χωριό μας, όπως και στα άλλα χωριά, ήσυχη και με την ελπίδα για κάτι καλύτερο. Να ξεφύγουμε από τα ασφυκτικά πλαίσια του χωριού, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη, καλύτερες προοπτικές, καλύτερες συνθήκες. Πάντως όλοι επιβίωναν μέσα από στερήσεις, έστω, σε επίπεδο βιοτικό, κοινωνικό, πολιτικό, περιμένοντας όλοι το καλύτερο. Υπήρχε και ένα διπλανό χωριό, στο βουνό, πιο απομονωμένο, που ακόμη και τα παιδιά είχαν σουγιάδες (οι μεγαλύτεροι, όπλα) και τους φοβόντουσαν. Εκεί ήταν εγκατεστημένος και ένας χωροφύλακας κανονικός και όχι αγροφύλακας, όπως στο δικό μας ήσυχο χωριό. Κάπως έτσι, με τις βελτιώσεις και την προοπτική φανταζόμουν το παγκόσμιο χωριό. Ενα χωριό που η διαφορά των προυχόντων με τους υπόλοιπους θα σμίκραινε, που η δημοκρατία θα τους αγκάλιαζε όλους, με την πλούσια προσφορά της σε κοινωνικό, οικονομικό, πολιτικό, πολιτισμικό επίπεδο. Οπου όλοι θα απολάμβαναν ένα μικρό κομμάτι από την πίτα της Δημοκρατίας.

Μέχρι στιγμής, όμως, τι γίνεται; Το θετικό, μιλάω σε παγκόσμιο επίπεδο, είναι ότι όλοι μπορούν να ελπίζουν. Δωρεάν είναι. Το αρνητικό, ότι οι προύχοντες περιορίσθηκαν σ’ έναν που έχει αγοράσει και κυριεύσει και τα κτήματα των μικροκαλλιεργητών, ότι και στο χωριό έχουν έρθει χωροφύλακες, χωρίς να τους ζητήσουμε, για να μας προστατεύσουν από το διπλανό και παραδιπλανό χωριό. Ο λόγος; Οτι αυτοί που έμειναν στο χωριό έχουν ανάγκη προστασίας από τους κακούς (έναν τρελό του χωριού είχαμε κι εμείς, που τον ονόμασαν κακό) και κάθε τόσο τους εφιστούσαν την προσοχή: Προσέξτε, γιατί είδατε τι έπαθε το διπλανό χωριό που είχε τον κακό άνθρωπο. Το ισοπεδώσαμε. Και γιατί δεν συλλαμβάνατε μόνο τον κακό, αφού είχατε χωροφύλακα; Γιατί και οι υπόλοιποι κάτοικοι ευθύνονταν για τον κακό. Αλλωστε στη θέση του χωριού θα χτίσουμε ένα άλλο, καλύτερο.

Βεβαίως, για να έλθουμε στην αισιόδοξη πλευρά, γιατί οφείλουμε να είμαστε αισιόδοξοι ή με ρομαντική διάθεση, αγωνιζόμαστε, πρέπει να αγωνιζόμαστε για έναν καλύτερο κόσμο. Αλλωστε, αυτή είναι η επιδίωξη του ανθρώπου από τότε που άρχισε να σκέφτεται.

Γιατί όλοι θέλουμε ένα παγκόσμιο χωριό όπου θα ζούμε με αξιοπρέπεια, με δημοκρατικούς κανόνες, με ισοπολιτεία. Με κατανομή του πλούτου και μερίδιο απ’ αυτόν σε τριτοκοσμικές χώρες, με λιγότερη εκμετάλλευση, με τις παραδόσεις μας, τον τεράστιο πολιτισμό μας. Ουτοπία; Ισως.

Οφείλουμε να προβληματιστούμε, να προβληματίσουμε, χωρίς να γίνουμε προβληματικοί. Αλλά πάντοτε μέσα από τις αξίες και τα ιδανικά που έχουν κατακτηθεί με αγώνες, σ’ αυτόν τον ματωμένο τόπο, στην υπέροχη πατρίδα μας και που οι αγώνες αυτοί ξεκινούσαν από τους λίγους που γονιμοποιούσαν το έδαφος, άνυδρο πολλές φορές, που όμως έπειτα από χρόνια απέδιδε τους ανάλογους καρπούς.

Δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ότι δεν είμαστε αιώνιοι, ότι είμαστε περαστικοί από καρέκλες, από τη ζωή. Ο καθένας έχει τον προορισμό του σ’ αυτή τη ζωή. Και προορισμός του είναι η πορεία για έναν καλύτερο κόσμο, που η ανθρώπινη αξιοπρέπεια (που μόνο σε συνθήκες δημοκρατίας και ελευθερίας μπορεί να υπάρξει) είναι υπεράνω όλων, ακόμη και πάνω από τη ζωή. Και γι’ αυτήν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, για την προστασία της, αξίζει κάθε θυσία.

* Ο κ. Παξινός είναι πρώην πρόεδρος ΔΣΑ.

Πηγή: www.kathimerini.gr

Προηγουμενο αρθρο
Ο Edward Lear και η Λευκάδα
Επομενο αρθρο
Από τη Λευκάδα μέχρι το χωριό του Αγίου Ηλία

1 Σχόλιο

  1. Ζωή Παξινού
    9 Σεπτεμβρίου 2016 at 13:52 — Απάντηση

    Συγχαρητήρια στον κ. Φλογαΐτη, που αναγνώρισε τη θετική συμβολή των «βλάχων» από απέναντι στη διαμόρφωση της λευκαδίτικης κοινωνίας. Το πάντρεμα των δύο πλευρών του Ιονίου είχε και ευχάριστα γεννητούρια.
    Με λύπη όμως διάβασα στις σελίδες σας τα λεγόμενα του μακρυνού μου συγγενή Δημ. Χ. Παξινού, για τους μαχαιροβγάλτες του διπλανού χωριού από το δικό του. Ξεχνάει ότι το χωριό του ήταν των μαχαιροβγαλτών (Πλαγιά) και το φερόμενο ως «δικό του» (Περατιά) ήταν τόπος εργασίας του πατέρα του (κυρ-Χρήστος δάσκαλος).
    Το χωριό με τους μαχαιροβγάλτες μεγάλωσε τον παππού του (που μετακόμισε στη Λευκάδα για να προσφέρει μόρφωση στα παιδιά του, φτιάχνοντας ζεστό γάλα και γιαούρτια για κάθε κουρασμένο βλάχο ή μπρανέλλο), τον πατέρα του (κυρ-Χρήστο), τον θείο του (Πανταζή, που πολλοί εξέχοντες άνθρωποι έχουν πάντα κάτι καλό να πουν).
    Η λησμονιά προκαλεί κενά στο νου και χάνει τον ειρμό της ζωής ο καθένας. Κρίμα.
    Ζωή Παξινού, του Γιώργου του τσαγκάρη, από την απέναντι Πλαγιά με τους μαχαιροβγάλτες και τους αμόρφωτους ανθρώπους.
    Θα με χαροποιούσε αν τα λεγόμενά μου έφταναν στον κ. Δ. Παξινό.
    (Επανέλαβα το σχόλιο για να ασφαλίσω περισσότερο την αποστολή του, αφού μου προκάλεσε τόσα αρνητικά συναισθυήματα ο κ. Δ. Παξινός).

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *